του Αλέξη Πανσέληνου (*)
(………)
Έξι στενά πιο κάτω έκοψα πάλι δεξιά προς παραλιακή και το είδα. Αν δεν ήξερες πως είναι εκεί δεν το βλέπεις με την πρώτη ματιά. Ήταν η ώρα περασμένη, το πρόγραμμα είχε αρχίσει και η νεολαία, αλλά και αρκετοί μισότριβοι σαν εμένα, στριμώχνονταν στο μεγάλο δωμάτιο του ισόγειου για να βλέπουν τη μπάντα. Ένα ηλεκτρικό μπάσο, ένα πιάνο, ένας στα κήμπορντς και ένας ντράμερ έπαιζαν σκαρφαλωμένοι σε σκαμνιά, ενώ ο σταρ της βραδιάς, ο Πουλικάκος, με το δεξί χέρι κρεμασμένο από τον ώμο μέσα στον γύψο και ύφος χαμένο στο Διάστημα, τραγουδούσε με βραχνή φωνή παλιά τζαζίστικα. Έψαξα να ξεχωρίσω τη φιλενάδα μα δεν την είδα πουθενά. Ρώτησα την κοπέλα του μπαρ. Η μουσική σκέπαζε τις ομιλίες, δεν με άκουγε. Κρίμα να έρθω ίσαμ’ εδώ τσάμπα. Κάποια στιγμή που ο θόρυβος χαμήλωσε, άπλωσα το χέρι πάνω από τη μπάρα και άδραξα τη μπαργούμαν. Η Φιλιώ ; της φώναξα. Χαμογέλασε, κοίταξε γοργά έναν γύρο και έγνεψε με το χέρι πως κάπου εδώ γύρω έπρεπε να είναι.
Ψάχνοντας με το μάτι σε όλες τις γωνιές του μαγαζιού, περνούσα μπροστά από το πάλκο την ώρα που πάνω στην προσπάθεια να γυρίσει σελίδα ο Πουλικάκος έριξε κάτω το τετράδιο της μουσικής. Σβέλτα το σήκωσα και του το έδωσα. Δεν είχε νότες γραμμένες, τα λόγια των τραγουδιών είχε. Τη μουσική θα την ήξερε απέξω, άλλωστε στη τζαζ – το λίγο που ξέρω – τραγουδάς ό,τι σου κατέβει εκείνη την ώρα. Μου έσπασε ένα χαμόγελο για ευχαριστώ αλλά πρόσεξα πως με παρακολουθούσε όσο βάδιζα προς το άλλο δωμάτιο ψάχνοντας. Το μάτι του ήταν λίγο ανήσυχο : το είχε ψυλλιαστεί πως είμαι μπάτσος (παλιά γάτα, ο Μήτσος!) και σκέφτηκε πως δεν είχα μπει για καλό στο μαγαζί. Κάτι το ξυρισμένο κρανίο μου, κάτι το τζάκετ της μηχανής και το βλέμμα που έψαχνε στα μισοσκότεινα, με πρόδωσαν στο έμπειρο μάτι του. Όταν όμως η Φιλιώ με άρπαξε από πίσω και με έσφιξε στην αγκαλιά της, πρέπει να ησύχασε.
Την είχα μυρίσει προτού με αρπάξει. Τη θυμόμουν αυτή τη μυρωδιά από τότε που κάναμε παρέα – παραπάνω από παρέα σε κάποιες φάσεις, αλλά τίποτα σοβαρό. Η μυρωδιά της πήγαινε μπροστά και σου έλεγε πως έρχεται, ήρθε. Και έμενε πίσω της σαν έφευγε. Δεν ήταν ούτε κολόνια ούτε αποσμητικό. Ήταν μάλλον το σαπούνι και το δέρμα της που έφτιαχναν αυτό το άρωμα που σε τύλιγε και πλάι της να καθόσουν χωρίς να την αγγίξεις.
Πόσα χρόνια πάνε ; Πού είσαι ; Τι κάνεις, θείε Μαρκ ; Παλιοκαριόλη Μάρκο, γαλανομάτη, μέρα δεν έχει περάσει από πάνω σου ! Έδειχνε χαρούμενη που με έβλεπε. Πάντα ήταν κεφάτο παιδί, μου ‘φτιαχνε τη διάθεση. Έπρεπε να τη βλέπω πιο συχνά, εγώ είχα εξαφανιστεί κοντά τρία χρόνια τώρα.
Με τράβηξε από το χέρι και βγήκαμε στη βεράντα, εκεί που ο θόρυβος δεν ήταν δυνατός και ακούγαμε ο ένας τον άλλον. Είχε παχύνει από τότε που είχα να τη δω. Πάντα είχε μια τάση, αλλά με τα χρόνια το μπούστο της είχε γεμίσει κι άλλο και τα μπούτια της ήταν έτοιμα να σπάσουν τις ραφές του στενού τζιν. Πρέπει να ήταν πια τριάντα, μπορεί περισσότερο. Πρόσωπο δροσερό, μάτι μαύρο, γρήγορο, βλέμμα να στάζει μέλι, κόκκινο σπαστό μαλλί. Ξαφνικά την ήθελα ! Έτσι όπως στέκαμε στη βεράντα και ψευτοκουβεντιάζαμε, να την αρπάξω από τη μέση, να την κατέβαζα τα τέσσερα σκαλοπάτια, να περνούσα μαζί της τα δέκα μέτρα ως το πεζοδρόμιο, να την έσπρωχνα ως τη μηχανή που ήταν αραγμένη λίγο πιο κάτω και από κει, σφαίρα για το ξενοδοχείο απέναντί μας, στο ρεύμα της παραλιακής προς Βούλα. Το σώμα, το βλέμμα, η φωνή της, με τσιγάριζαν. Έπρεπε να είμαι πιο αποφασιστικός τότε που βλεπόμασταν πιο συχνά, να έχω δείξει περισσότερη εκτίμηση και να την έχω πείσει πως ήμουν πρόθυμος να φτιάξω μαζί της κατάσταση μόνιμη, αντί να κρύβομαι και να τηλεφωνώ από υποχρέωση, αν είχε περάσει καιρός, για να μη θυμώσει και με κάνει πέρα.
– Σε βλέπω στον ύπνο μου κάθε βράδυ, τρεις μέρες τώρα, είπα το πρώτο ψέμα που μου ήρθε.
– Καλό όνειρο ; κάνει αυτή κοιτώντας τα παπούτσια μου.
– Το καλύτερο ! Ξέρεις.
– Α ρε θείε Μάρκο ! Είσαι μάρκα μεγάλη, καλά σε βάφτισε η νονά σου ! γέλασε αυτή με το παλιό μας αστείο για τα είκοσι χρόνια που μας χώριζαν. Εγώ ήμουν ο θείος, εκείνη η ανεψιά, στα παιχνίδια που παίζαμε προτού παρθούμε.
– Είσαι με κάποιον τώρα ;
– Με δύο, είπε σοβαρά. Μπορεί και τρεις…
– Δυο και τρεις ίσον κανένας, είπα.
– Τι πειράζει ;
– Δεν πειράζει καθόλου. Στους δύο τρίτος δε χωρεί, αλλά στους τρεις τι ζημιά να κάνει ο τέταρτος.
– Εσύ ; με ρώτησε. Μπακούρι ξανά ;
– Σχεδόν.
– Μια ζωή γαμίκουλας, έτσι ;
– Ό,τι μπορέσουμε.
– Απόψε γιατί ήρθες ;
– Σου είπα. Σε βλέπω στον ύπνο μου αυτές τις μέρες.
Δε μίλησε άλλο. Κοίταξε τις παρέες που τα κουτσόπιναν κουνώντας το πόδι στο ρυθμό των τραγουδιών, τις γλάστρες με τους γερασμένους κάκτους στο περβάζι της βεράντας αυτού του σπιτιού που κάποτε καμάρωνε για εξοχική βίλα. Σίγουρα σκεφτόταν ό,τι κι εγώ, αλλά οι γυναίκες δεν θέλουν να μαρτυρούν τη σκέψη τους και κρύβουν την επιθυμία όσο καλύτερα γίνεται, για να τις ποθείς περισσότερο.
– Εδώ τελειώνουμε γύρω στις τέσσερις το πρωί και θα είμαι σούπα, είπε μετά από λίγο. Τις Δευτέρες πάντως δεν ανοίγω. Πάρε με αν θες. Δεν έχω αλλάξει νούμερο.
Με φιλικό χτύπημα στον ώμο και χαμόγελο παιδιού που σου έχει σκάσει φάρσα, με άφησε και μπήκε μέσα. Την ώρα εκείνη ένιωσα λιγάκι χαζός, λιγάκι κορόιδο. Κυρίως που δε μ’ ενδιέφερε να ακούσω τον Πουλικάκο ούτε να πιω τα ύποπτα ποτά του μαγαζιού. Με βήμα αργό βγήκα στο πεζοδρόμιο και έκανα προς τη μηχανή. Καβάλησα και έφυγα αέρας πάνω στην άδεια παραλιακή. Γυρνούσα σπίτι. Ακόμα και η Φιλιώ δεν θα μου καθόταν απόψε έπειτα από τρία χρόνια εξαφάνιση. Τι περίμενα ;
(*) Απόσπασμα από το ανέκδοτο νουάρ “Πριβέ” του Αλέξη Πανσέληνου











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)














