Παρασκευή, 13 Μαρτίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗ Οι εκκεντρικοί lounge ήχοι του Roy Budd στο σινεμά και την δισκογραφία...

Οι εκκεντρικοί lounge ήχοι του Roy Budd στο σινεμά και την δισκογραφία (του Γιάννη Μουγγολιά)

0
125

 

του Γιάννη Μουγγολιά

 

Μέρες Αυγούστου και ένα θερινό σινεμά αποτελεί μια πρώτης τάξης ευκαιρία για μια δροσερή διέξοδο και ταυτόχρονα μια ανάλαφρη και διασκεδαστική, απολαυστική εμπειρία. Έτσι είναι τα πράγματα σήμερα, λίγο διαφορετικά ήταν πριν από μισό αιώνα όταν στους υπαίθριους κινηματογράφους τη μερίδα του λέοντος είχαν ταινίες περιπέτειας και δράσης, θρίλερ, όχι απαραίτητα υψηλής ποιότητας και εξαιρετικών κινηματογραφικών αρετών. Τότε λοιπόν κυριαρχούσαν τα αστυνομικά φιλμ με τον σκληροτράχηλο του σινεμά Charles Bronson, μαγνήτη για τον κόσμο. Το 1974 προβάλλεται η ταινία δράσης «The Stone Killer: L΄ Assassino Di Pietra» του Michael Winner, παραγωγής 1973, με ελληνικό τίτλο «Ο μαύρος κύκλος» και με τους εκκεντρικούς lounge ήχους του Roy Budd να φορτίζουν τη μεγάλη οθόνη.

Μισό αιώνα πριν προβαλλόταν το φιλμ «Stone Killer» με τον Charles Bronson και εκπληκτικές μουσικές

Ήταν μια παλαιομοδίτικη περιπέτεια, ξεχασμένη σήμερα, στο ύφος των της συνεργασίας Winner και Bronson που είχε αποκορύφωμα τα «Mechanic» (1972) και «Death Wish» (1974), με τον Bronson να μοιράζει ξύλο και πυροβολισμούς, αλλά και με ρεαλιστικές όσο και επικές σκηνές καταδίωξης με αυτοκίνητα. Πρώην αστυνομικός της Νέας Υόρκης που μετατίθεται στο αστυνομικό τμήμα του Λος Άντζελες, ερευνά μια περίεργη αλυσίδα γεγονότων με πρώην στρατιώτες-βετεράνους του Βιετνάμ, σικελική μαφία, αστυνομικούς που «παίζουν» βρώμικα εκτός κανόνων και μια βίαιη απόπειρα δολοφονίας.

 

ο εξώφυλλο της πολυτελούς επανέκδοσης «Stone Killer» από τη νοτιοκορεάτικη Beatball

Το «Stone Killer» πρωτοκυκλοφόρησε το 1974 σε ελάχιστα αντίτυπα μόνο σε Ιταλία και Ιαπωνία (δίσκος βινυλίου και επτάιντσο σινγκλ), αποκτώντας ιδιαίτερη σπανιότητα (κρυφός πόθος των συλλεκτών) και σε cd το 1991 και το 1996. Η επανέκδοση-κόσμημα (2021) σε διπλό δίσκο βινυλίου ήρθε με διαφορετικό εξώφυλλο από τη νοτιοκορεάτικη εταιρεία Beatball, με σπάνιο μεράκι, εντυπωσιακή εικονογραφική πληρότητα στα όρια του έργου τέχνης, εξαντλητικό κατατοπιστικό, πληροφοριακό ένθετο. Στον πρώτο δίσκο εμπεριέχει πιστά τη μουσική του αυθεντικού σάουντρακ και στον δεύτερο ακυκλοφόρητα κομμάτια, εναλλακτικές μίξεις, συνθέσεις που πρώτη φορά ακούγονται, σημαντική προσθήκη στο «οπλοστάσιο» djs και παραγωγών της hip-hop που την αξιοποίησαν δημιουργικά.

ο τρίο του πιανίστα Roy Budd, συμπεριλαμβανομένων των Chris Karan (κοντραμπάσο) και Pete Morgan (ντραμς)

Η μουσική παρακολουθεί τις σκηνές από πολύ κοντά. Ρυθμική και δυναμική κοντά στις εκρήξεις και εντάσεις του φιλμ. Λυρική, μελαγχολική, ονειρική στις πιο συναισθηματικές σκηνές. Συνομιλεί με την εικόνα και ταυτόχρονα σχολιάζει, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να ακουστεί αυτόνομη και ακέραιη, πάντα με τις παραλλαγές των κύριων θεμάτων που δίνουν μια αίσθηση συνέχειας αλλά και ποικιλίας. Η μουσική δονείται από την ενέργεια της κινηματογραφικής τζαζ, της bossa nova, των περίεργων lounge ήχων, κυρίως τη μαγευτική διάσταση των funky ρυθμών που μεταμορφώνουν συνεχώς τα κύρια θέματα αλλά και από τις έξοχες ενορχηστρώσεις που υπογραμμίζουν ιδανικά το στοιχείο αγωνίας στην ταινία, καθώς και τους ανεπανάληπτους εκκεντρικούς χρωματισμούς, εξέχον χαρακτηριστικό του Budd. Ο Budd δημιουργεί απίστευτης ομορφιάς ρυθμικούς όγκους και αξιοσημείωτες μελωδίες που εντυπώνονται τόσο στους ορχηστρικούς σε παραδοσιακό δρόμο όσο και στους αλλόκοτους, δροσερούς, φρέσκους ηλεκτρονικούς του ήχους παίζοντας πιάνο, τσέμπαλο, κλαβιέ, Fender Rhodes, συνθεσάιζερ. Το συνθεσάιζερ με τις χαμηλές, διακριτικές πτήσεις του εισάγει στην ανησυχητική, γεμάτη σασπένς απειλητική ατμόσφαιρα. Δίπλα στον Budd, ο Αυστραλιανός, ελληνικής καταγωγής Chris Karan-Χρυσόστομος Καρανίκης (ντραμς), και Judy Proctor (κιθάρα), Tristian Fry και Frank Barber (κρουστά), Jeff Clyne (μπάσο και κοντραμπάσο), οι κορυφαίοι τζάζμεν Kenny Baker (τρομπέτα), Tubby Hayes (σαξόφωνο), η Εθνική Φιλαρμονική με επικεφαλής τον βιολιστή Sidney Sax και βέβαια ο παραγωγός Paul Fishman (συνθεσάιζερ) συμβάλλοντας με τις δικές του ηλεκτρονικές υφές, υλοποιούν υποδειγματικά το σύνθετο όραμα του συνθέτη.

Ο Roy Budd με την σύζυγό του από το 1972 έως το 1980, ηθοποιό και τραγουδίστρια Caterina Valente

Το βασικό θέμα αναπαράγεται με ευφυείς, καινοτόμους τρόπους, ενώ η μουσική φορτίζεται ανάλογα με τη βιαιότητα και την ένταση των σκηνών. Το κύριο θέμα του Budd εισάγεται στην κύρια σειρά του τίτλου σε ένα τυπικά δροσερό σκηνικό που το τοποθετεί στο πάνθεον των κλασικών θεμάτων τίτλων έναρξης, αλλά εμφανίζεται σε όλη τη παρτιτούρα με ευέλικτους τρόπους, και εδώ είναι που αποδεικνύει πόσο ευέλικτη είναι η μελωδία. Δεν λείπουν οι σαφείς μουσικές νύξεις που ρητά δηλώνουν παρά υπαινίσσονται. Έτσι «πολεμικά» κρουστά παραπέμπουν στους βετεράνους του Βιετνάμ που «στρατολογούνται» στην υπόθεση, ενώ μοτίβο με τέσσερις νότες «οδηγεί» στην πλοκή της συνωμοσίας. Η μουσική του «Stone Killer» αντιπροσωπεύει τον κλασικό Roy Budd.

 

Σε τηλεοπτικό σόου το 1972Redfern/Redferns)

Όπως έκανε και σε άλλα σάουντρακ του Budd ο Paul Fishman έπαιξε και προγραμμάτισε συνθεσάιζερς και πρόσθεσε ηλεκτρονικές υφές. Ο ήχος του Budd ήταν μοναδικός και παρέχει έναν υγιή συνδυασμό ηλεκτρονικής και παραδοσιακής ορχηστρικής παρτιτούρας που ταιριάζει απόλυτα στη συναρπαστική δράση της ταινίας και το δράμα που σιγοβράζει.

Το ξεκίνημα ως παιδί-θαύμα και οι επιρροές από την τζαζ

Συνθέτης εδώ στα 26 του ο Βρετανός Roy Budd, γεννημένος το 1947 στο South Norwood στο Νότιο Λονδίνο (στις 7 Αυγούστου συμπληρώνονται 31 χρόνια από τον θάνατό του στα 46 του από εγκεφαλική αιμορραγία), που υπέγραψε στα ΄70s σπουδαίες μουσικές αστυνομικών φιλμ και θρίλερ, γνωστός κυρίως από το υπέροχο σάουντρακ της ταινίας «Συλλάβατε τον Κάρτερ» του Mike Hodges με τον Michael Caine το 1971. Από πολύ μικρός αντέγραφε στο πιάνο μελωδίες από το ραδιόφωνο.

Ο 7χρονος πιανίστας Roy Budd στο πιάνο δίνει μια παράσταση σε μια γιορτή στο Δημαρχείο του Λάμπεθ, την οποία παρακολουθεί η τραγουδίστρια του καμπαρέ και ηθοποιός Helene Cordet, στις 8 Μαΐου 1954.

Θεωρήθηκε παιδί-θαύμα στη μουσική, ήταν αυτοδίδακτος πιανίστας, ενώ στα 6 του έκανε την πρώτη του δημόσια εμφάνιση στο πιάνο στο Κολοσσαίο του Λονδίνου. Από πολύ μικρή ηλικία επηρεάστηκε στο πιανιστικό του παίξιμο από δυο σπουδαίους κλασικούς πιανίστες της τζαζ. Εκείνη την εποχή, ο νεαρός Roy Budd ανέπτυξε ενδιαφέρον για την τζαζ παρακολουθώντας με μεγάλη προσοχή τον Oscar Peterson και επιδεικνύοντας την εκθαμβωτική επιδεξιότητα του μεγάλου Art Tatum. Στο πέρασμα του χρόνου στη σημαντική πιανιστική του εξέλιξη καθοριστική επίδραση άσκησαν οι πιανίστες Bill Evans και Herbie Hancock, όπως ο ίδιος ο Budd ανέφερε. Στα 8 του έπαιζε το ηλεκτρονικό πιάνο Wurlitzer, ενώ δημιούργησε το πρώτο του τρίο (με τον κοντραμπασίστα Peter McGurk και τον ξαδελφό του, κορυφαίο τζαζ ντράμερ Trevor Tomkins) πριν εγκαταλείψει το σχολείο και γίνει τζαζ πιανίστας. Συνέχισε με νέο τρίο (στο μπάσο Tony Archer ή Jeff Clyne και αργότερα Pete Morgan, στα ντραμς: Chris Karan). Το 1967 στους δίσκους «Is The Sound Of Music» και «Pick yourself up!!!» (συμμετείχε ο 21χρονος τότε κοντραμπασίστας Dave Holland) που κυκλοφόρησαν από τη δισκογραφική εταιρεία      Pye Records με την οποία ο Budd υπέγραψε συμβόλαιο κατόπιν προτροπής του συνθέτη Jack Fishman τον οποίο είχε πριν λίγο καιρό γνωρίσει και εργαζόταν στο κλαμπ Bull’s Head στο Λονδίνο, έπαιξε κομμάτια άλλων συνθετών (Richard  Rodgers & Oscar Hammerstein, Τoots Thielemans, Andre Previn, Dave Brubeck, Duke Ellington, Frank Loesser κ.α.). Στα ΄60s έως τα τέλη της δεκαετίας κυκλοφόρησαν κι άλλοι δίσκοι του, μεταξύ των οποίων το 1965 ένα άλμπουμ με το όνομα «Roy Budd» με τον Ian Carr στην τρομπέτα, τον Dick Morrissey στο τενόρο σαξόφωνο, τον Trevor Tomkins στα ντραμς όπου το σχήμα παίζει διασκευές του Άγγλου πιανίστα, συνθέτη και ενορχηστρωτή Harry South.

Ο Roy Budd στη διάρκεια μιας πρόβας

Τα ΄70s σφραγίστηκαν από πολλά σπουδαία σάουντρακ και καθιερώθηκε από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής. Η εκπληκτική ικανότητά του και ισορροπία με την οποία συνδύαζε την  ηχητική καινοτομία και τη μελωδική ευαισθησία και συναισθηματική ένταση ήταν αυτές  που τη δεκαετία του ’70, τον κατέστησαν ως έναν πρωτοπόρο συνθέτη, ανατρέποντας τις συμβάσεις της βρετανικής παράδοσης και ορισμένων ειδών και ενσωματώνοντας παράλληλα μια πινελιά σαφώς επηρεασμένη από την αμερικανική κινηματογραφική μουσική. Συνολικά οι μουσικές που έγραψε για τον κινηματογράφο ξεπερνούν τις 50 για ισάριθμες ταινίες.

«Συλλάβατε τον Carter»: Το κορυφαίο μουσικό έργο του για το σινεμά

Το 1971 είναι η χρονιά της σύνθεσης του Roy Budd για ένα από τα γνωστότερα σάουντρακ που υπέγραψε και τον καταξίωσε σε διεθνές επίπεδο σε αυτόν τον χώρο. Ο λόγος για τη μουσική του για το σπουδαίο θρίλερ «Get Carter» (Συλλάβατε τον Κάρτερ) του σκηνοθέτη Mike Hodges με πρωταγωνιστή τον Michael Caine πλαισιωμένο από τους Ian Hendry, John Osborne και Britt Ekland. Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Tedd Lewis «Jack΄s Return Home» του 1970, η ταινία μας παρουσιάζει τον Jack Carter (ερμηνευμένο από τον Michael Caine), έναν Λονδρέζο γκάνγκστερ που επιστρέφει στην πατρίδα του στη βορειοανατολική Αγγλία μετά τον θάνατο του αδελφού του. Υποψιάζεται εγκληματική ενέργεια και θέλει να πάρει εκδίκηση. Ερευνά και ανακρίνει, ανακτώντας μια αίσθηση για την πόλη και το σκληροτράχηλο εγκληματικό της στοιχείο. Στην ταινία απεικονίζεται εξαιρετικά η ταξική δομή και η ζωή στη Βρετανία της δεκαετίας του 1970. Το φιλμ κατατάχτηκε σε πολλές ψηφοφορίες στην κορυφή καταλόγων με τις καλύτερες αγγλικές ταινίες του 20ου αιώνα, ενώ το 2004 σε μια έρευνα του περιοδικού Total Film σκαρφάλωσε στην πρώτη θέση ως η καλύτερη βρετανική ταινία όλων των εποχών.

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Στα 24 του ο Roy Budd συνέθεσε μια θαυμάσια μουσική με έντονα στοιχεία μινιμαλιστικής τζαζ αφού προσαρμόστηκε στην κατεύθυνση της παραγωγής ώστε το κόστος για τη μουσική της ταινίας να μην ξεπερνά τις 450 λίρες τότε. Έτσι περιορίστηκε στη στελέχωση ενός τρίο μουσικών, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου στο ηλεκτρικό πιάνο Wurlitzer, στο τσέμπαλο και στο πιάνο με ουρά ταυτόχρονα, του κοντραμπασίστα Jeff Clyne και του κρουστού Chris Karan. Για λόγους οικονομίας ο Budd δεν χρησιμοποίησε overdubs. Για τις ανάγκες της ταινίας ο Roy Budd, εκτός της οργανικής μουσικής, έγραψε τρία τραγούδια: «Looking For Someone», «Love Is A Four Letter Word» (με στίχους του Jack Fishman) και «Hallucinations». Το μουσικό θέμα (γνωστό και ως «Carter Takes a Train»), το πιο δημοφιλές κομμάτι της ταινίας του οποίου ο ρυθμός και η μελωδία σου εντυπώνονται, παίχτηκε από τον Budd και το τζαζ τρίο του με υποδειγματικό τρόπο. Οι μουσικοί ηχογράφησαν το σάουντρακ ζωντανά, απευθείας στην εικόνα, παίζοντας παράλληλα με την ταινία. Η μελωδία περιλαμβάνει τους ήχους του ταξιδιού του πρωταγωνιστή με το τρένο από το Λονδίνο στο Νιούκαστλ. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά από μια δεκαετία, το 1981 το γνωστό synth-pop συγκρότημα των Human League διασκεύασε το θέμα της ταινίας παρουσιάζοντάς το στο τρίτο άλμπουμ τους «Dare» με αξιομνημόνευτο στοιχείο την εκλεκτή παρουσία του μπάσου. Η ινστρουμένταλ μονόλεπτη διασκευή των Human League ήταν η πιο γνωστή, ωστόσο το κομμάτι διασκευάστηκε και  από αρκετούς άλλους μουσικούς.

Το εξώφυλλο της επανέκδοσης του 2024 από την νοτιοκορεάτικη εταιρεία Beatball

Η πρωτότυπη, αυθεντική σύνθεση του Roy Budd χαρακτηρίζεται από μια θαυμάσια υποβλητική και συναρπαστική μελωδία που προοριζόταν για την αρχή της ταινίας. Το σάουντρακ, που παρέμεινε χωρίς να ξανακυκλοφορήσει για 30 χρόνια, συνδυάζει ποπ τραγούδια με έντονα φορτισμένα και κυκλοθυμικά ορχηστρικά κομμάτια. Τα ποπ τραγούδια, αν και ακούγονται παλιά, είχαν στίχους που έγραψε ο συνεργάτης του Roy Budd, Jack Fishman. Το επίπεδο που άγγιξε η αυθεντική συνθετική του δουλειά του Budd ήταν πολύ υψηλό και δυσανάλογο τόσο με το νεαρό της ηλικίας του όσο και με τη μικρή εμπειρία του στο χώρο της κινηματογραφικής μουσικής αφού πριν το «Get Carter» είχε συνθέσει μόνο ένα σάουντρακ, το «Soldier Blue». Ακούγοντας το ξεχωριστό σάουντρακ «Get Carter» ξεδιπλώνεται ένας πολύ προσωπικός οργανικός κόσμος όπου ο λυρισμός και η εκλεπτυσμένη τζαζ συνδυάζονται αρμονικά καταθέτοντας μια μουσική σπάνιας μοναδικότητας στον κινηματογράφο. Μέσα από μια κομψή τζαζ μπαλάντα, αποκαλύπτεται ένας ψυχρός και αδυσώπητος χαρακτήρας, ενώ η μουσική, σε τέλεια και μια απολύτως λειτουργική συνύπαρξη με τις εικόνες και την πλοκή, υπογραμμίζει την ταινία, καθιστώντας την μοναδική και εξαιρετική. Ωστόσο εδώ, όπως και στα υπόλοιπα σάουντρακ του Roy Budd η μουσική διατηρεί μια ζηλευτή αυθυπαρξία και αυτονομία και οι μουσικές ακούγονται ανεξάρτητα και χωρίς την υποχρεωτική σύνδεση με τον φιλμικό προορισμό. Η προσέγγισή του συνδυάζει smooth jazz, pop groove και lounge εφέ, αντανακλά ιδανικά την ψυχική κατάσταση του χαρακτήρα του πρωταγωνιστή Michael Caine δημιουργώντας μια μυστηριώδη και ζωντανεύοντας την στοχαστική αδιαφορία για την οποία χαρακτηρίζεται το υποκριτικό ύφος του μεγάλου ηθοποιού σε αυτή την ταινία. Με τη μουσική αυτή ο Roy Budd αναμφίβολα διεύρυνε δραστικά το ακροατήριό του σε διεθνές επίπεδο.

Όμως στο άλμπουμ που κυκλοφόρησε δεν εμπεριέχεται το σύνολο της μουσικής που ακούγεται στην ταινία αφού έχει παραληφθεί η μουσική του Willie Mitchell του 1969 στη σκηνή του νυχτερινού κέντρου, ερμηνευμένη ζωντανά από το Jack Hawkins Showband, το συγκρότημα του νυχτερινού κέντρου της Oxford Galleries. Το σάουντρακ της ταινίας εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1971 στην Ιαπωνία από τη δισκογραφική εταιρεία Odeon ενώ πριν περίπου ένα χρόνο, στις 26 Ιουλίου 2024 πραγματοποιήθηκε μια πολυτελής, εξαιρετική επανέκδοση σε διπλό δίσκο βινυλίου περιορισμένου αριθμού αντιτύπων με διαφορετικό εξώφυλλο από το πρωτότυπο και πλούσιο ένθετο από τη νοτιοκορεάτικη δισκογραφική εταιρεία Beatball.

Σάουντρακ ντεμπούτο και «Flight of the Doves»

Το ντεμπούτο του Roy Budd στην κινηματογραφική μουσική ήταν το 1970 για την ταινία- γουέστερν του σκηνοθέτη Ralph Nelson «Soldier Blue» με πρωταγωνίστρια την ηθοποιό Candice Bergen και τους Peter Strauss και Donald Pleasence. Ο Budd ηχογράφησε μια μαγνητοταινία με τη δική του ερμηνεία μουσικής των συνθετών Jerry Goldsmith, John Williams, Max Steiner, Dimitri Tiomkin και Lalo Schifrin. Εκτός από το κύριο θέμα, το οποίο βασίστηκε στο ομώνυμο τραγούδι της Buffy Sainte-Marie, συνέθεσε όλη τη μουσική που απαιτούνταν για την ταινία και διηύθυνε τη Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα, την οποία ο Nelson παρήγγειλε στην αρχή της παραγωγής της ταινίας.

Την ίδια χρονιά που ο Roy Budd έγραψε τη μουσική για το «Get Carter»,  ο σκηνοθέτης  Ralph Nelson με τον οποίο είχαν συνεργαστεί για την ταινία «Soldier Blue», του ζήτησε από να συνθέσει τη μουσική για την ταινία «Flight of the Doves».  Στο σάουντρακ που κυκλοφόρησε το 1971 από τη δισκογραφική εταιρεία Decca, ακούγονται δύο τραγούδια, το «You Don’t Have to Be Irish to Be Irish», το οποίο τραγουδιέται ως τραγούδι της παρέλασης της Ημέρας του Αγίου Πατρικίου και το «The Far Off Place» το οποίο τραγούδησε η τραγουδίστρια, τραγουδοποιός και πολιτικός Dana που στην ταινία ερμηνεύει τη Sheila O’Ryan, μια Ιρλανδή Ταξιδιώτισσα. Οι στίχοι του δεύτερου αυτού τραγουδιού είναι σε δύο γλώσσες, στα ιρλανδικά και στα αγγλικά. Και τα δύο τραγούδια αφορούν το να έχεις όνειρα, να πετυχαίνεις στόχους και να βλέπεις «το μακρινό μέρος».

 

Μουσικές για ταινίες και «Άγριες Χήνες»

 

Τα σάουντρακ του Roy Budd διαδέχονται το ένα το άλλο.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τις μουσικές του για τις ταινίες «Zeppelin» του Etienne Perrier (1971), «The Magnificent Seven Deadly Sins» του Graham Stark (1971), «Catlow» του Sam Wanamare (1971), «Kidnapped» του Delbert Mann (1971), «Something to Hide» του Alastair Reid (1972), «Steptoe and Son» του Cliff Owen» (1972), «The Carey Treatment» του Blake Edwards (1972), «Fear Is the Key» του Michael Tuchner (1972), «Man at the Top» του Mike Vardy (1973), «Steptoe and Son Ride Again» του Peter Sykes (1973), «The Stone Killer» του Michael Winner (1973), «The Black Windmill» του Don Siegel (1974), «The Internecine Project» του Ken Hughes (1974), «The Marseille Contract» του Robert Parish (1974), «Diamonds» των Menahem Gpan και Arik Dichner (1975), «Paper Tiger» του Ken Annakin (1975). «Welcome to Blood City» του Peter Sasby (1977), «Sinbad and the Eye of the Tiger» του Sam Wanamaker (1977), «Tomorrow Never Comes» του Peter Collinson (1978), «The Wild Geese (1978)» του Andrew V. McLaglen, την τηλεοπτική σειρά επιστημονικής φαντασίας «The Sandbaggers» του  Ian Mackintosh (1978), «The Missing Link» του Picha (1980), «The Sea Wolves» του Andrew V. McLaglen (1980), «Mama Dracula» του Boris Szulzinger (1980), «Who Dares Wins» του Ian Sharp (1982), «Wild Geese II» του Peter Hunt (1985), «Field of Honor» των Kim Dae-hie και Hans Schepmaker (1986) και «The Big Bang» (1987) του Picha. Ταινίες θρίλερ, περιπέτειες, γουέστερν, καρτούν, επιστημονικής φαντασίας, κωμωδίες, δραματικές, αστυνομικές που εκτείνονται σε πολλά και διαφορετικά κινηματογραφικά είδη και ο Roy Budd ανταποκρίθηκε με σπάνια άνεση και έμπνευση γράφοντας εξαιρετική πάντα μουσική, μοντέρνα τόσο για την εποχή της όσο και για τις μέρες μας στις οποίες συνεχίζει να ακούγεται με πολύ ενδιαφέρον και ιδιαίτερη φρεσκάδα. Για παράδειγμα η μουσική του Roy Budd για την ταινία «The Wild Geese» (Άγριες Χήνες) του Andrew V. McLaglen με τους Richard Burton, Roger Moore, Richard Harris και Hardy Kruger συνδυάζει διαφορετικές προσεγγίσεις ενώ ο Roy Budd χρησιμοποίησε το «Κουαρτέτο Εγχόρδων Νο. 2» του Borodin ως θέμα για το κομμάτι «Rafer» και τις εκδοχές του. Στο σάουντρακ της ταινίας περιλαμβάνεται το τραγούδι «Flight of the wild geese», γραμμένο και ερμηνευμένο από την Αγγλίδα τραγουδίστρια, τραγουδοποιό και κιθαρίστρια Joan Armatrading.

Στο σίκουελ της ταινίας «Wild Geese II» του Peter Hunt το 1985 με τους Scott Glenn, Barbara Carrera, Edward Fox και Laurence Olivier ο Roy Budd με αξιοποίηση μιας επιβλητικής συμφωνικής ορχήστρας (London Symphony Orchestra) γράφει ένα δυναμικό σάουντρακ που απέχει μίλια από τις συμβατικές συνθήκες του κινηματογραφικού είδους κατορθώνοντας να εξισορροπήσει περίτεχνα μεταξύ πολεμικής ατμόσφαιρας και μοντέρνας αισθητικής. Τα κομμάτια ενορχηστρωμένα με αξιοσημείωτη επιδεξιότητα αναδεικνύουν και υποστηρίζουν θαυμάσια την περιπέτεια και την εξέλιξη της δράσης. Και στα δυο σάουντρακ ο Budd έχει εξαιρετική αίσθηση του ρυθμού και οι φανφάρες, τα εμβατήρια και τα δυνατά και ποικίλα μουσικά θέματα στα αποσπάσματα δράσης διαμορφώνουν ένα εντυπωσιακό και εξωστρεφές τελικό αποτέλεσμα.

Για πρώτη φορά σε δίσκο βινυλίου το αριστουργηματικό «The Marseille Contract»

Άφησα τελευταίο το αριστουργηματικό σάουντρακ του Roy Budd, εφάμιλλο σε αξία με τις κορυφαίες δουλειές του για τον κινηματογράφο, για το αστυνομικό θρίλερ «The Marseille Contract» (αμερικάνικος τίτλος: «The Destructors», ελληνικός τίτλος: «Τα τσακάλια του υποκόσμου»-1974 αλλά και «Το συμβόλαιο της Μασσαλίας») του Robert Parrish, με τους Michael Caine, James Mason και Anthony Quin το οποίο αξίζει να αναζητήσετε. Η πρόσφατη σπουδαία και πολυτελής έκδοση (για πρώτη φορά σε δίσκο βινυλίου) κυκλοφόρησε από την κορεάτικη δισκογραφική εταιρία Beatball 47 χρόνια μετά τη μουσική της ταινίας. Η ταινία βασίζεται εν μέρει στον περίφημο Γαλλικό Σύνδεσμο που είδε το φως της δημοσιότητας στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και αφορούσε το εμπόριο ηρωίνης που γινόταν από την Άπω Ανατολή προς την Ευρώπη, αλλά κυρίως προς τις ΗΠΑ με ενδιάμεσο σταθμό την Μασσαλία, όπου υπήρχε παράνομο εργαστήριο επεξεργασίας της ηρωίνης. Η ταινία διαδραματίζεται στη Γαλλία και η ιστορία αφορά έναν Αμερικανό πράκτορα (Quinn) που προσπαθεί να καταστρέψει έναν Γάλλο βαρόνο των ναρκωτικών (Mason) προσλαμβάνοντας έναν δολοφόνο (Caine) που αποδεικνύεται ότι είναι ένας παλιός του φίλος.

Το σάουντρακ είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά σε cd το 1999 ενώ πριν οι ακροατές δεν το είχαν ακούσει παρά μόνο αυτοί που είχαν δει την ταινία. Και εδώ όλα τα χαρακτηριστικά του ιδιοφυούς συνθέτη, χαρισματικού πιανίστα σε πλήρη ανάπτυξη. Εξαιρετικές, ευφάνταστες ενορχηστρώσεις, επιλογές οργάνων από τον συνθέτη (συμπεριλαμβανομένων, κάπως παραδόξως, μερικών τρομερά αλλόκοτων πρώιμων ήχων συνθεσάιζερ αλλά και τάμπλα), εκπληκτικά ρυθμικά jazz funk θέματα, υπέροχες jazz μελωδίες, δυναμικά παλλόμενα κρουστά, έντονη χρήση των εγχόρδων, αριστοκρατικό criminal jazz ύφος,. Στην ταινία ακούγεται μια θαυμάσια διασκευή του «Round Midnight» του Thelonious Monk σε στίχους Bernie Hanighen, το βαλς κατά την καταδίωξη του αυτοκινήτου καθώς και πανέμορφα μουσικά θέματα για τις σκηνές του καρουζέλ και του συνθήματος για την επιτήρηση του Deray στη Lucienne. Σε αρκετά σημεία του το ατμοσφαιρικό αυτό σάουντρακ χαρακτηρίζεται για τη συναισθηματική του ένταση, την εσωτερική μελαγχολική του δύναμη και τις λυρικές μελωδίες του που παρουσιάζονται σε παραλλαγές.Το βασικό θέμα κυριαρχεί παιγμένο με διάφορους τρόπους που εκτείνονται από τη ρομαντική εκδοχή του με τα έγχορδα αλλά και το φρέσκο μπάσο έως την παραλλαγή που χρησιμοποιεί ένα σόλο σφυρίχτρας για κάποιες αποδράσεις του Deray. Μελωδία και αντίστιξη σε υποδειγματική χρήση και ο Roy Budd στα καλύτερά του, σε μια προξέχουσα στιγμή της κινηματογραφικής μουσικής του.Κι εδώ οι ταχύτητες των αυτοκινήτων σε πρώτο πλάνο με εξέχουσα την καταδίωξη ανάμεσα σε μια Porsche 9115 και μια Alfa Romeo Montreal όπου επιβαίνουν η Lucienne και ο Deray αντίστοιχα με το θέμα του Roy Budd να ανεβάζει στροφές.

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟι Λίστες, ο Κανόνας .. και σχόλια (γράφει ο Ιάσονας Νεύρης)
Επόμενο άρθροΓιάννης Κοντός, «Ο χάρτης της αγάπης μου»: λεπτομερές αποτύπωμα ενός εσωτερικού τοπίου (γράφει η Έλενα Τσαγκαράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ