Ο ζωγράφος που δεν έγινε ποτέ (της Μαρίας Στασινοπούλου) 

0
309

της Μαρίας Στασινοπούλου (*)

 

Ο Αλέξης Πανσέληνος, πολυγραφότατος, μεταφρασμένος και πολυβραβευμένος συγγραφέας, κάθε φορά που βγάζει καινούργιο βιβλίο, μαγνητίζει κοινό και κριτική. Οκτώ μυθιστορήματα, δύο τόμοι με διηγήματα, τρεις τόμοι με δοκίμια, καθώς και διάφορες μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων από τα αγγλικά και τα γερμανικά, η μέχρι σήμερα παραγωγή του.

Ο τίτλος, Λάδι σε καμβά, του καινούργιου του βιβλίου, ευθέως παραπέμπει σε τέχνη, και δη την ζωγραφική, και, κατ’ επέκταση, στον δημιουργό της, τον καλλιτέχνη. Ο εικοσάχρονος Σπύρος, φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, μαθητής του Νικολάου και του Μόραλη, το 1966 πηγαίνει για δεκαπενθήμερες διακοπές σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί, (που δεν κατονομάζεται ακριβώς αλλά αναγνωρίζεται από τον επαρκή αναγνώστη) φιλοξενούμενος του Φαίδωνα Καραλή, γνωστού ζωγράφου, φίλου του πατέρα του. Κατά την παραμονή του εκεί θα συμβούν διάφορα, ευχάριστα και δυσάρεστα, που θα τον γεμίσουν εναλλασσόμενα συναισθήματα: χαράς, έκπληξης, απόλαυσης, αγάπης, έρωτα, λύπης, φόβου, οργής, θυμού, απογοήτευσης, ενοχής. Την οικογένεια Καραλή, εκτός από τον πατέρα, απαρτίζουν η σύζυγος Αντιγόνη, η μεγάλη θυγατέρα Ειρήνη, ο γιος Τζώρτζης και η δωδεκάχρονη Γωγώ.

Αν ο Πανσέληνος, στο καινούργιο του πόνημα, θέλει κυρίως να ξεχωρίσει από τους ήρωές του τη  μικρή Γωγώ και να μιλήσει «γι’ αυτό το μικρομέγαλο κορίτσι που καμωνόταν τη γυναίκα αλλά αντιδρούσε σαν παιδί της ηλικίας της», γι’ αυτό το «κακομαθημένο, παραχαϊδεμένο παιδί» (σ. 139), που σαγήνευσε τον ήρωά του, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Αν όμως τον ενδιαφέρει περισσότερο να δώσει βήμα στη γενιά του και να μιλήσει για «το πένθος της γενιάς μου για μια ζωή που το νήμα της είχε κοπεί πριν ακόμα ξεκινήσει», όπως διαβάζουμε στη σελ. 181, τότε πρόκειται για έμμεση αυτοβιογραφία – με πολλά αναγνωρίσιμα στοιχεία της ζωής του – και για ένα χρονικό, της δεύτερης πεντηκονταετίας του εικοστού αιώνα, από το 1966 μέχρι το 2002. Κινείται σε συγκεκριμένον χωρόχρονο και δεν εστιάζει τόσο στα γεγονότα και την πλοκή (χωρίς να τα παραμελεί) αλλά τον ενδιαφέρουν, κυρίως, οι διαθέσεις των ηρώων. Αδρομερώς, με απλή αναφορά, χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες δίνεται το ιστορικό περιβάλλον (η δίκη του ΑΣΠΙΔΑ, η δολοφονία του Λαμπράκη, η Χούντα, το Πολυτεχνείο, η μεταπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ κ.ά.).

Σε κείμενό του στην Εφημερίδα των Συντακτών (15-16 Οκτωβρίου 2022) ο συγγραφέας πριμοδοτεί περισσότερο τη δεύτερη εκδοχή: «Η αφήγηση αυτή τη φορά είναι πρωτοπρόσωπη και ευθύγραμμη, βασικά, επειδή κάποιος που διηγείται τη ζωή του, λογικά, ακολουθεί τη φυσική αλληλουχία των γεγονότων, αλλά και επειδή έτσι πιστεύω ότι θα συνδέσει πιο αποτελεσματικά ο αναγνώστης την αρχή του μυθιστορήματος με το τέλος του και θα διακρίνει πιο ξεκάθαρα το πώς όσα διαδραματίζονται το καλοκαίρι εκείνο του ’66 προαναγγέλλουν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της ζωής του ήρωά μου, πολλές δεκαετίες αργότερα», είπε. Και όχι μόνον του ήρωά του, αλλά και πολλών από την ίδια γενιά, θα προσθέταμε. Εξάλλου διάφορα από τα πρόσωπα που μνημονεύονται, με τα μικρά τους κυρίως ονόματα, δεν είναι δύσκολο να ταυτιστούν με εικαστικούς της γενιάς του Πανσέληνου, αυτούς που ονομάστηκαν «νέοι ρεαλιστές». Δεν θα υποκύψω στον πειρασμό να επιχειρήσω ταυτίσεις, στον οποίο μπορεί να πέσει η Κλεοπάτρα δίπλα μου, που την αφορά άμεσα.

Ακόμη, από τις ακριβείς περιγραφές και την τοπιογραφία που κάνει ο συγγραφέας, εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα ότι το αιγαιοπελαγίτικο νησί, όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, είναι η Μυτιλήνη, και δη η Πέτρα και ο Μόλυβος, και ο ζωγράφος Φαίδων Καραλής θα μπορούσε να είναι ο σπουδαίος Ορέστης Κανέλλης, φίλος του πατέρα Πανσέληνου ή ο άλλος, επίσης σπουδαίος, Μυτιληνιός ζωγράφος Τάκης Ελευθεριάδης. Καθώς διάβαζα το βιβλίο, τόσο το λιμάνι της Μυτιλήνης, όσο και η Πέτρα και ο Μόλυβος, αλλά και η διαδρομή από το Λιμάνι προς την ενδοχώρα, πρόβαλαν ξεκάθαρα μπρος στα μάτια μου.

Στο Λάδι σε καμβά, έναν πίνακα που δεν κατάφερε ποτέ να φτιάξει ο ατελέσφορος ζωγράφος Σπύρος, διακρίνουμε ένα διακαλλιτεχνικό παιχνίδι ανάμεσα στη μουσική, τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία. Μουσικοί όροι, έργα και εκτελέσεις (είναι γνωστή η εμμανής σχέση του Αλέξη με τη μουσική), αλλά και τεχνικές και τακτικές ζωγραφικής διατρέχουν τις σελίδες ενός λογοτεχνικού έργου.

Αναζητώντας τα πιο ενδιαφέροντα, κατά τη γνώμη μου, στοιχεία του βιβλίου θα έμενα στις ευρηματικές παρομοιώσεις, δραστικό σχήμα λόγου από την εποχή του Ομήρου, στις ακριβείς και λεπτομερείς περιγραφές, στους ολοκληρωμένους χαρακτήρες, στις επαναλήψεις ως συνδετικού αρμού, στα κλιμακούμενα συναισθήματα. Θα δώσω δείγματα από όλα. «Παραπλέαμε μιαν ακτή γεμάτη δέντρα, μικρά και μεγάλα εξοχικά σπαρμένα ανάμεσά τους, σιωπηλά, κοιμισμένα ακόμη, με στόρια κλειστά σαν τα βλέφαρα κάποιου που ονειρεύεται» (σ. 21). Ή «Η βαλίτσα με βάραινε λίγο σαν τη μοίρα μου» (σ. 22). Περιγραφή της οικίας Καραλή, όπου θα φιλοξενηθεί ο Σπύρος: «Αρκετά παλιά διώροφα που μπορούσες να τα πεις και νεοκλασικά, με αετώματα στις ψηλές εισόδους και μαντεμένια ποδόμακτρα στα σκαλοπάτια μπρος στις πόρτες. Σύμφωνα με τις οδηγίες του πατέρα μου η τελευταία απ’ αυτές τις πόρτες ανήκε στο σπίτι του Καραλή, αλλά κουδούνι δεν υπήρχε, μόνο ένα μπρούτζινο χεράκι για να χτυπήσεις, και τα ξεφλουδισμένα χρώματα της μπογιάς της μου είπαν να μη δοκιμάσω από εκεί αλλά να προτιμήσω την είσοδο του κήπου. Η αυλόπορτα ήταν πάνω στην πλατεία και σε έμπαζε σε ένα περιβόλι γεμάτο δέντρα, ροδοδάφνες και μποστάνι λαχανικών. Στο βάθος διέκρινα πέντε σκαλοπάτια που ανέβαζαν σε μια σκεπαστή βεράντα με στέγη ξύλινη, βαμμένη με βαθύ πράσινο χρώμα και σκαλιστές διακοσμήσεις στη μετόπη, δυο ψηλά παράθυρα με παντζούρια μονοκόμματα, ταμπλαδωτά, δεξιά κι αριστερά μιας δίφυλλης πόρτας με τζάμια πίσω από περίτεχνες σιδεριές που οδηγούσε στο εσωτερικό του σπιτιού. Στη δεξιά μεριά του κήπου ήταν ένα ταπεινότερο, ισόγειο σπιτόπουλο με ασβεστωμένη πέτρα» (σ. 25). Και περιγραφή ανθρώπου: Η Ειρήνη, η εικοσιδιάχρονη μεγάλη κόρη του Καραλή, φοιτήτρια της Γαλλικής, «μια ψηλή κοπέλα, πιο στρογγυλοπρόσωπη από τους δύο αρσενικούς της οικογένειας, με όμορφο σώμα μεστωμένο, πράσινα μάτια και στήθος έντονο. Τα ηλιοκαμένα πόδια της ήταν γυμνά και μυώδη και ξεχώριζαν μέσα από το λεπτό, κοντό φόρεμα που έσφιγγε κάτω από το στήθος και απλωνόταν ελεύθερο ίσαμε ψηλά πάνω από τα γόνατα» (σ. 27). Στις επαναλήψεις θα ανέφερα τα ψεύτικα δόντια του Καραλή, που ανάλογα από το αν τα φορούσε ή όχι πρόσθετε ή αφαιρούσε χρόνια από την εμφάνισή του και τα πειρακτικά, γεμάτα υπονοούμενα, σχόλια του Σπύρου στην Ειρήνη, όταν βρέθηκαν στην Αθήνα, για «την πλατεία [Εξαρχείων] που ήταν το στέκι τους».

Ρυθμιστική στην αφήγηση είναι η λειτουργία της μνήμης και της ανάμνησης. Μιλά για τους «ιστούς μιας μνήμης κληρονομικής», για «κάθε ανάμνηση οδυνηρής ντροπής» για μνήμη που ο ήρωας την απωθεί βίαια «αποφεύγοντας ακόμη κι εκείνες τις πρώιμες αναλαμπές που δεν είναι ακόμη η ίδια η ανάμνηση αλλά η επίγευση της, κι αμέσως έστρεφα το νου μου σε ό,τι βρισκόταν γύρω μου πρόχειρο για να τις αποφύγω» (σ. 13). Μιλά «για την αναστάτωση που δημιουργούσε η ανάμνηση» (σ. 148), που τον έριχνε ξανά «στον σκοτεινό γκρεμό της συντριβής και της ντροπής» (σ. 163), για τις «αναμνήσεις [που] απλώνουν αραιωμένες σαν τα χρώματα της ακουαρέλας στο υγρό χαρτί. Μόνο τα τραύματα διατηρούνται ολοζώντανα. Η μνήμη μας έχει μια μεγάλη αίθουσα όπου στοιβάζονται οι ευτυχισμένες αναμνήσεις μαζεύοντας σκόνη∙ αλλά τις ατυχίες, τις πληγές και τις απογοητεύσεις τις στήνει πάνω σε βάθρο ή τις κρεμά στους πιο καλά φωτισμένους τοίχους της αίθουσας. Και κάποτε, αναπάντεχα, βρίσκονται πάλι μπροστά μας» (σ. 148-149). Και στο τέλος ο ήρωας θυμάται «το καλοκαίρι εκείνο σαν το πιο όμορφο της ζωής μου! Περασμένα ξεχασμένα όμως…Έμεινε η ανάμνηση μιας ξένοιαστης ηλικίας και μιας τρυφερής αγάπης.» (σ. 207) και λίγο πιο κάτω «χάθηκε η δική μου Γωγώ, χάθηκε για πάντα, μόνο στη μνήμη μου σώζονται θραύσματα της μορφής που αγάπησα: το λεπτό της σώμα γυρισμένο πλάτη πάνω στο κρεβάτι μου, το μέτωπο, το λακκάκι, το κόκκινο γλυκό της στόμα. Και η μυρωδιά της θάλασσας στα μαλλιά της.» (σ. 210).

Ποιος όμως ήταν ο Σπύρος, ο ζωγράφος που δεν έγινε ποτέ, «ο ματαιωμένος ζωγράφος», που πήρε σύνταξη πουλώντας σιντί, κινητά και γκάτζετ; Ας αφήσουμε τον ίδιο να μιλήσει. Σε μια προσπάθεια αυτοκριτικής λέει: Οι παλιοί συμμαθητές μου στη Σχολή που γίναν ονόματα, «με ρωτούν, όταν καμιά φορά συναντιόμαστε, αν μετάνιωσα που τα παράτησα και πώς γίνεται κάποιος σαν εμένα, που φαινόταν το ίδιο καλός και καλύτερος από πολλούς, να έχει αφήσει το ταλέντο του να ξεθυμάνει. Η αιτιολογία της οικονομικής ανάγκης, το άγχος της “βιωτής”(όπως τόσο λόγια το θέτει ο Γιάννης), δεν τους πείθει. Σκέφτομαι όμως συχνά ότι κάτι μέσα μου με έκανε να χάσω την πίστη στον εαυτό μου […η υπογράμμιση δική μου]. Δεν θα άντεχα να ζωγραφίζω τις τύψεις μου για τις αποτυχίες και το σκοτάδι μέσα μου. Ο κόσμος που έρχεται να δει τις ζωγραφιές μας θέλει να βγει απ’ τα σκοτάδια και να αντικρίσει φως. Αν δεν έχεις φως να προσφέρεις, τότε κάνεις κακή τέχνη. Άλλοι ίσως αντέχουν να το κάνουν. Εγώ δεν θα άντεχα. Προτίμησα να σβήσω, να υποχωρήσω και να σωπάσω» (σ. 204).

Έχω τη γνώμη ότι δεν ήταν η ακυρωμένη πίστη στον εαυτό του που ανέκοψε την πορεία καταξίωσής του, αλλά μια γενικότερη ματαίωση που δημιουργήθηκε στη γενιά του από τον ερχομό της Χούντας, ειπώθηκε ήδη, τη στιγμή ακριβώς που η γενιά αυτή ετοιμαζόταν να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει. Από την άλλη ο ίδιος ο Σπύρος μού δίνει την εντύπωση ενός άβουλου και ανασφαλούς ανθρώπου, που άφηνε τα πράγματα να συμβούν και αρνιόταν να επιλέξει και να αναλάβει ευθύνες: Δεν ξεκαθαρίζει τη στάση του απέναντι στις δυο αδελφές, δέχεται τις προσφορές και των δύο, ενώ φλερτάρει και με μία τρίτη κοπέλα, την Πατρίτσια∙ αργότερα δεν διεκδικεί το ξεκαθάρισμα με τη Στέλλα, τη γυναίκα που επρόκειτο να παντρευτεί, όταν διαπιστώνει ότι τον απατά∙ αδιαμαρτύρητα υποτάσσεται στο να βοηθήσει τη μητέρα του και μετά να κρατήσει ο ίδιος το μαγαζί του πατέρα του, όταν εκείνος έχει πεθάνει. Αλλά και στο Πολυτεχνείο ή στη Νομική δεν προλαβαίνει ή, ίσως, δεν θέλει, να μπει μέσα∙ απ’ έξω του την πέφτουν οι αστυνομικοί. Και πάντα η ζωγραφική μένει στην άκρη. Φόβος και αναβλητικότητα χαρακτηρίζει τις κινήσεις του. Ακόμη και στο τέλος, στην έκθεση της Μαρίας Κάραλη (που δεν είναι άλλη από την Γωγώ) μεταθέτει την επίσκεψη στην τελευταία μέρα, με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να συναντηθεί με τη ζωγράφο.

Θα κλείσω με την εισαγωγική παράγραφο του βιβλίου, γιατί δείχνει πού είχε κολλήσει το μυαλό του Σπύρου: «Τότε ακόμη τα καλοκαίρια είχαν τη γεύση της αιωνιότητας. Έρχονταν και έμοιαζε πως ποτέ δεν θα τελειώσουν. Τρεις μήνες διακοπές μετά το σχολείο ήταν ένα διάστημα που χωρούσε μια ολόκληρη ζωή. Το ίδιο αργότερα, σαν άρχισα να σπουδάζω. Τότε πια μπορούσα να διαθέσω τον χρόνο κατά τις επιθυμίες μου, να φύγω στα νησιά με φίλους παλιούς ή τους καινούργιους που είχα κάνει στην ΑΣΚΤ, ζωγράφους, γλύπτες, χαράκτες∙ και δυο που σπούδαζαν σκηνογράφοι και μια μέρα, κάποτε, θα διέπρεπαν στο θέατρο, όπως άλλωστε διέπρεψαν οι περισσότεροι από τους συμμαθητές μου» (σ. 9). Εκτός από τον ίδιο. Μήπως από εδώ προκύπτει ακόμη ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αν το δεχτούμε ως τέτοιο, δεν αφορούσε μόνο τη Γωγώ αλλά και τον ίδιο τον ήρωα, που φαίνεται να μην ενηλικιώθηκε ποτέ;

 

(*) Διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, που έγινε στο βιβλιοπωλείο «Ιανός», στις 2.12.2022.

 

Αλέξης Πανσέληνος: Λάδι σε καμβά, Μεταίχμιο

Προηγούμενο άρθροΒαθύ μαύρο χιόνι (της Γεωργίας Ιγγλέζου)
Επόμενο άρθροΒραβεία του 25ου Φεστιβάλ Ολυμπίας και της 22ης Camera Zizanio.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ