Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης παρουσιάζει τον Λάσλο Κρασναχορκάι

0
133
mde

γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης

 

 

         1.

 

                    O Φλόριαν και οι άλλοι

Σε μια μικρή γερμανική πόλη, την Κάνα, ο γιγαντόσωμος, μοναχικός, Φλόριαν στέλνει τακτικά γράμματα στην Άγκελα Μέρκελ, ως Φλόριαν Χερστ και με κωδικό περιοχής 07769 προσπαθώντας να της εξηγήσει τον κίνδυνο που περιμένει την πόλη, την χώρα και τον πλανήτη, μια Αποκάλυψη. Τα αποδεικτικά στοιχεία προέρχονται από τον πρώην καθηγητή φυσικής και μαθηματικών τον Άντριαν Κόρελ, που τον θαυμάζει όλη η πόλη και του οποίου τα εκλαϊκευτικά μαθήματα παρακολουθεί σε ένα υπόγειο χώρο. Ο Φλόριαν πιστεύει ότι παράλληλα με την χρεοκοπία της κβαντικής θεωρίας έχει παρακμάσει και το ανθρώπινο πνεύμα, ότι “ο κόσμος εξαφανίζεται” και επέρχεται  το τέλος του κόσμου, ένας κατακλυσμός. Παρερμηνεύει βέβαια τα λόγια του καθηγητή Κόρελ ενώ κάποια στιγμή θα χάσει κάθε επαφή μαζί του πιστεύοντας ότι ευθύνεται για την εξαφάνισή του πράγμα που θα επιβεβαιώσει αδίκως και η τοπική κοινωνία · τότε θα θυμηθούν ότι ο Φλόριαν εμφανίστηκε από το πουθενά, είναι ορφανός και ότι δουλεύει με ένα εξαιρετικά επιθετικό άτομο, τον Μπόση. “Αυτός ο Χέρστ είναι ολόκληρος ένα αίνιγμα” θα πει μια γειτόνισσα στον ντετέκτιβ που ψάχνει στοιχεία για την εξαφάνιση του Κόλερ.

Ο Φλόριαν δεν κατανοεί σε βάθος τις θεωρίες της φυσικής όμως τις προσαρμόζει στη δική του λογική: “και  ο χρόνος και ο χώρος και η ταχύτητα επίσης δεν υπάρχουν, και γενικά δεν υπάρχει κανενός είδους Κάτι”. Αυτό το Κάτι, εκεί στο παγκάκι του, στις όχθες του ποταμού Ζάαλε όπου καταφεύγει μόνος, προσπαθεί να εντοπίσει με το ιδιόμορφο μυαλό του.

Η ατμόσφαιρα των μυθιστορημάτων του Λάσλο Κρασναχορκάι δεν είναι καθόλου ειδυλλιακή, έχουμε δει πώς αποτυπώνεται στις ασπρόμαυρες ταινίες του Μπέλα Ταρ που συνεργάστηκε με τον συγγραφέα σε δύο σενάρια, βασισμένα σε βιβλία του: στο “Ταγκό του Σατανά” και στη “Μελαγχολία της αντίστασης” (“Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ” ο τίτλος της ταινίας) . Να συμπληρώσουμε ότι ο Κρασναχορκάι έγραψε άλλα τέσσερα σενάρια για τον Μπέλα Ταρ και ανάμεσά τους τη διασκευή του μυθιστορήματος του Ζορζ Σιμενόν, “Ο άνθρωπος από το Λονδίνο”. Αλλά  για το μυθιστόρημα, “Χερστ 07769”, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε να το κινηματογραφεί ένας άλλος Ούγγρος σκηνοθέτης, ο Κορνέλ Μουντρούτσο, έχοντας δει δύο ταινίες του το  “Λευκός Θεός” και “Φεγγάρι του Δία”.

Οι τόποι του μυθιστορήματος είναι οι μικρές γερμανικές πόλεις, απόκοσμοι τόποι σαν να έχουν μετακομίσει οι άνθρωποι, χωρίς περαστικούς και ξένους, βρεγμένη γη, απέραντα πάρκιγκ, εγκαταλειμμένες βιομηχανικές ζώνες, σπίτια στενάχωρα και μισοφωτισμένα, μικρομάγαζα λες και βγαίνουν από ιστορίες μιας προπολεμικής εποχής. Ωστόσο, πέρα από την φανταστική πόλη Κάνα, αναφέρονται και υπαρκτές γειτονικές πόλεις της Θουριγγίας, μια καθόλου τυχαία επιλογή όπως η Ιένα, η Βαϊμάρη, η Δρέσδη. Βρισκόμαστε στην καρδιά της Γερμανίας, στο κέντρο της Ευρώπης.            Ο Μπόσης, το αφεντικό του Φλόριαν, διατηρεί συνεργείο καθαρισμού, μα τελευταία έχει πέσει πολλή δουλειά γιατί κάποιοι γκραφιτάδες βεβηλώνουν τα κτίρια, κηλιδώνουν “τα σημεία Μπαχ” όπου έζησε ο συνθέτης ή σχετίζονται με το έργο του. Ο Μπαχ είναι το μουσικό υπόβαθρο της ιστορίας, ακούγεται είτε στις σαββατιάτικες πρόβες της τοπικής συμφωνικής της Κάνα, στην οποία συμμετέχει ο Φλόριαν και την οποία διευθύνει ο Μπόσης διασκευάζοντας και παραποιώντας τις μουσικές συνθέσεις. Ωστόσο ο Φλόριαν πιστεύει ότι “στον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ περιέχονται όλα τα μυστικά της ζωής” και όχι μόνον αλλά και ότι μέσα στον Μπαχ “ενυπήρχε μια οδηγία σε περίπτωση καταστροφής”· αυτό προσπαθεί να  γράψει στα γράμματα με αποδέκτη την κυρία Μέρκελ.

Ο Μπόσης ανήκει σε μια διμοιρία ναζιστών. Έχουν δικό τους στέκι,  ο Φλόριαν δεν θέλει να πολυσχετίζεται μαζί τους αν και ο Μπόσης κάνει το παν να τον εμπλέξει · άλλωστε η περιοχή έχει βεβαρυμένο παρελθόν από τη δεκαετία του 90 στους ναζιστές. Ο Μπόσης τον έβγαλε από το ίδρυμα και τον εκπαίδευσε, τον “μουνουχισμένο μπουνταλά”, για να του φανεί χρήσιμος στα σχέδιά του,  όμως ο Φλόριαν αρκείται στην μοναξιά του, εκεί ψηλά, στον έβδομο όροφο όπου ζει χωρίς ασανσέρ και καμιά φορά επισκέπτεται την  τοπική βιβλιοθήκη και ένα ζευγάρι Εβραίων γειτόνων, τους Ρίνγκερ. Και, αφού η Μέρκελ δεν θα  απαντήσει στα γράμματά του (πώς άλλωστε;) εκείνος θα πάει στην Καγκελαρία να την συναντήσει, θα στηθεί στην πύλη ενώ σε μια άλλη φάση στήνεται στον σιδηροδρομικό σταθμό της Κάνα κρατώντας μια πινακίδα όπου αναγράφεται το όνομά της. Περιμένοντας την Άνγκελα…

Ξαφνικά ένας λύκος επιτίθεται στην εξοχή στο ζευγάρι των Ρίνγκερ, ο φόβος κυριαρχεί στην πόλη, η επιστροφή των λύκων είναι ένα τρομακτικό γεγονός. Οι κάτοικοι  κοιμούνται περιμένοντας να ακούσουν τα ουρλιαχτά της αγέλης των λύκων. Όμως ο αληθινός κίνδυνος επέρχεται από μια σειρά οργανωμένες εκρήξεις, για τις οποίες ο Μπόσης  κατηγορεί όσους επιβουλεύονται “με τις φιλελεύθερες κουταμάρες τους σωστούς Γερμανούς”. Τελικά αυτός θα πυροβολήσει τον λύκο και θα διεκδικήσει την θέση του σωτήρα. Στην αναμπουμπούλα ο Μπόσης χαίρεται! Μήπως όμως αυτός δεν βρισκόταν πίσω από τα μουντζουρώματα και τις εκρήξεις με αποκορύφωμα εκείνη στο πρατήριο ΑΡΑΛ; Λύκοι, ναζί, τρομοκράτες. Η πόλη καταλύεται από τον τρόμο, ο κόσμος κλειδαμπαρώνεται στα σπίτια.

Ας ακούγανε Μπαχ, σκέφτεται ο Φλόριαν για να ηρεμήσουν κάπως ενώ αρχίζει να υποπτεύεται την ομάδα του αφεντικού του. Στο μεταξύ καταφτάνουν  αστυνομικοί, ανακρίνουν ακόμη και τον Φλόριαν, ενώ η εμφάνιση τους και μόνον ανεβάζει το άγχος και τη αγωνία των ντόπιων. Η τάξη έχει ήδη διασαλευτεί, διαδόσεις, καταγγελίες, φόνοι και καταδιώξεις. Αν κάποιοι επεδίωκαν να ξεφύγει η κατάσταση στην Κάνα, ο στόχος τους επιτεύχθηκε. Ακόμη και η ομάδα του Μπόση διαλύεται και κρύβονται ως πιθανοί ένοχοι.

 

***

Τα συμβάντα αυτά επηρεάζουν τον Φλόριαν, τον τρομάζουν, τον μετατρέπουν σε ένα θηρίο, επιθετικό και εκδικητικό, ειδικά όταν αντιλαμβάνεται ποιοι κρύβονται πίσω από τις πρόσφατες εκρήξεις. Σαν λύκος, αυτός ο ίδιος,  περιπλανιέται μακριά από το σπίτι του, πάνω στους λόφους, στη δική του άγρια φύση. Κυκλοφορεί απαρατήρητος: “δεν τον ενδιέφερε τίποτε απ΄όσα είχε αφήσει πίσω του, έτσι περίπου αντιλαμβανόταν τα πράγματα, ό,τι έμεινε πίσω του δεν υπήρχε πλέον, ό,τι πάλι μπροστά του, ε αυτό δεν επρόκειτο να υπάρξει, σκόπευε στο απόλυτο κενό”. Δεν τον ενδιέφερε πια να σκεφτεί,   “μέσα σ’ αυτή την ξενότητα”, σχεδόν αόρατος, βαδίζοντας σε παράδρομους, στα μονοπάτια, στις παρακάμψεις των λεωφόρων, αποφεύγοντας τα οικεία που του είναι μια μακρινή ανάμνηση.

Ο πρώην πράος και ντροπαλός γίγαντας είναι πια ένας εκτελεστής, όπως τον είχαν διαμορφώσει αυτοί που προτίθεται να εξοντώσει, ο Μπόσης και η διμοιρία των ναζιστών. Καταζητούμενος, κρύβεται, ενώ με δυσκολία βρέθηκε  μια φωτογραφία του να αναλυθεί το πορτρέτο του. Ήταν ένας άγνωστος που ζούσε χρόνια ανάμεσά τους. Παράλληλα ένα τεράστιο πουλί, άλλη μια μεταμόρφωση ή παραίσθηση του Φλόριαν, αναλαμβάνει να ξεκάνει όσους εκείνος δεν πρόλαβε να αποτελειώσει και σε εκείνο το αρπακτικό αρχίζει να μοιάζει περισσότερο απ΄ό,τι σε ανθρώπινο πλάσμα.

Όχι δεν βρισκόμαστε σε μια φανταστική εποχή, αλλά στη Γερμανία του εικοστού πρώτου αιώνα, στη Θουριγγία, έρχεται και παραίτηση της Άνγκελα Μέρκελ, το 2021, τη χρονιά που εκδίδεται και το μυθιστόρημα. Η αναφορά στην Γερμανίδα πολιτικό και την πολύχρονη πολιτική καριέρα της, η εμμονή του διαταραγμένου Φλόριαν ερμηνεύονται με πολλούς τρόπους. Ο Λάσλο Κρασναχορκάι καταγράφει τις κοινωνικές μεταπτώσεις. Κι αυτό χωρίς αφορισμούς και καταγγελίες, αντιθέτως ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές, διακρίνουμε μια βαθιά, ανομολόγητη, συμπαράσταση προς τους χαρακτήρες του ειδικά για τον Φλόριαν Χερστ που τον αναδεικνύει ως έναν ξεχωριστό μυθιστορηματικό ήρωα, αντάξιο των χαρακτήρων της προηγούμενης τετραλογίας του (Το τανγκό του Σατανά, Η μελαγχολία της αντίστασης, Πόλεμος και πόλεμος, Η επιστροφή του Βαρόνου Βενκχάϊμ).

Παρακολουθεί τον Φλόριαν καθώς εξελίσσεται από ένα υπάκουο πλάσμα σε έναν αδιάλλακτο τιμωρό με αποκορύφωμα το φινάλε, μια από τις ωραιότερες λογοτεχνικές κορυφώσεις: κυριολεκτικά απερίγραπτη! Αξίζει να φτάσεις κανείς στις τελευταίες τρεις σελίδες του μυθιστορήματος. Άλλωστε ο συγγραφέας καταφέρνει να  επιταχύνει  και την αναγνωστική αγωνία, όσο προχωράει το βιβλίο, χωρίς όμως να την εκβιάζει· παραμένει στα πλαίσια ενός κοινωνικού θρίλερ με κάποιες φανταστικές ή αλληγορικές προβολές.

 

 

                                    2.

 

                            Χωρίς σελιδοδείκτη

 

Οραματικός, εμμονικός, συγγραφέας, ο Κρασναχορκάι, σπρώχνει την αφήγηση στα όριά της, αφήνοντας την να ρέει σε ένα δικό της  ρυθμό, προσομοιάζοντας την εσωτερική ροή με εκείνη του εξωτερικού κόσμου. Κτίζοντας εξ αρχής τον δικό του κόσμο πάνω στον υπαρκτό, μέσα από αστόλιστες, ουσιαστικές, φράσεις και εικόνες, δημιουργεί έναν meta-ρεαλισμό στον οποίο εγκλωβίζεται ο αναγνώστης πιεστικά και εθιστικά.

Ξεκινώντας το μυθιστόρημα του Χερστ σταματάς μόνον στην τελευταία σελίδα-εκεί βρίσκεται η μοναδική τελεία του κειμένου. Κι αυτό σου δημιουργεί την ανάγκη να παραμείνεις κοντά στις λέξεις και στις φράσεις. Δεν ξεφυλλίζεις τις σελίδες αλλά ακολουθείς το κείμενο, αυτό είναι ο ελκυστής και, αν θέλεις να σταματήσεις κάπου αυτό δεν είναι ούτε το τέλος ούτε η αρχή της τυπωμένης σελίδας ούτε καν ένα ελάχιστο κενό πάνω της· πρέπει να επιλέξεις μια σημαδιακή φράση, μια σκηνή όπου αλλάζει η εστίαση της αφήγησης. Μακριά από τους κανόνες της συντακτικής συνέπειας, το γραπτό αναδιπλώνεται αυτόνομα, χωρίς τελείες, μόνον κόμματα σαν κοφτές ανάσες. Αναπνέεις μαζί με το κείμενο.

Γι αυτό ακόμη και ο δοκιμασμένος αναγνώστης δύσκολα μπορεί να σκανάρει μια σελίδα, να τη διαβάσει κάθετα, δεν γίνεται να παραλειφθεί κάτι ενδιάμεσο -μην είσαι ποτέ αφηρημένος!  Έτσι, με την ακύρωση της διάταξης της παραδοσιακής σελίδας, επιβάλλεται το κείμενο. Και, όσο κι αν μοιάζει δύσβατη η ακατάπαυστη γραφή του Κρασναχορκάι, σε μια πρώτη ματιά θυμίζει εκείνη την απέραντη  στέπα που, καθώς πλησιάζεις και προχωράς μέσα της, εντοπίζεις μικρόκοσμους ή φαινόμενα που θα παράβλεπες από ένα μακρινό πεδίο.

Ανάμεσα σε πρόσωπα, σκηνές, χειρονομίες μπορεί να παρεμβληθεί ένας φόνος, μια κραυγή, χωρίς παραπανίσια τεχνάσματα και εξάρσεις, όλα επιτελούνται χωρίς να  κορυφώνονται και το κείμενο επανεκκινείται κάθε στιγμή. Τα στοιχειώδη σωματίδια, η μουσική του Μπαχ, οι λύκοι, οι άνθρωποι, η φύση, ο τρόμος και ο φόβος στην Κάνα και στην ευρύτερη περιοχή, πυροδοτούν διαφορετικά συναισθήματα και αντιδράσεις. Τι είναι αυτό το Κάτι που θα σκορπίσει τον σύγχρονο φόβο, ριζωμένο όχι μόνον στις αρχετυπικές φοβίες για τους λύκους, τα στοιχεία της φύσης αλλά και τα μορφώματα της σύγχρονης ιστορίας, των ναζί; Είναι η περιοχή αυτή της Θουριγγίας, φορτισμένη ιστορικά; Σαν μέσα σε  ένα, τεράστιο, χωροχρονικό θάλαμο, όλοι αυτοί οι ήρωες και αντιήρωες του μυθιστορήματος παίρνουν μέρος σε ένα τεράστιο κοινωνικό πείραμα πάνω στις αντοχές των ανθρώπων και τον έλεγχο της εξουσίας.

Πτώματα, φωτιές, εκρήξεις, μυστικότητα σαν να διαβάζεις τα στεριανά μυθιστορήματα του Κόνραντ. Ο Φλόριαν, ο γίγαντας με το εγκλωβισμένο μυαλό, μολονότι είναι φονιάς και εξολοθρευτής, ένας λύκος της ευρωπαϊκής στέπας, τιμωρός των ναζί, παραμένει ένας χαρακτήρας που ενδεχομένως να συμπονέσεις. Και ποιος δεν θα λυπόταν ένα άγριο, θηρίο, πληγωμένο και απροστάτευτο;

 

***

Αυτό το μυθιστόρημα, που φαντάζει δυστοπικό, είναι ένα σύγχρονο ρεαλιστικό κείμενο που ανακαλεί όσα κείμενα διαμόρφωσαν την λογοτεχνική γραφή πριν τον Κρασναχορκάι λες και τον εμπεριείχαν κι εκείνα προτύτερα. Πρώτος και καλύτερος ο Κάφκα, είναι παντού, δεν χρειάζονται αποδείξεις, άλλωστε το ομολογεί και ο συγγραφέας σε μια συνέντευξή του στο Paris Review (καλοκαίρι 2018), ότι κυκλοφορούσε με το “Κάστρο” στην τσέπη και στην άλλη ήταν το “Κάτω από το ηφαίστειο” του Μάλκομ Λόουρι. Ο Κάφκα είναι το μεδούλι, είναι όμως και ο Ντοστογιέφσκι. Υπάρχουν σκηνές όπου νομίζεις πως ο Φλόριαν βαδίζει στο ίδιο σοκάκι με τον Μίσκιν ή κάθεται στο παγκάκι δίπλα στο ποτάμι όπως ο αφηγητής στις “Λευκές νύχτες”· ήρωες από το “Τανγκό του Σατανά” ή τη “Μελαγχολία της αντίστασης” είναι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, πληγωμένοι άγγελοι σε ένα σκληρό κόσμο. Είναι οι “Δαιμονισμένοι” του Ντοστογιέφσκι και η πόλη τους ανάλωμα υστερίας της και των αναταραχών. Είναι οι κεντροευρωπαίοι συγγραφείς μα πρωτίστως ο Μπέρνχαρντ -πιο καταλαγιασμένος, λιγότερο παραληρηματικός. Και ο Μπέκετ, το βύθισμα στο παράλογο, στο κωμικοτραγικό, η ακριβολογία και η αστόλιστη γραφή.

Σε μια εποχή όπου ο λόγος συρρικνώνεται σε αναρτήσεις και αντικαθίσταται από εικόνες, το μυθιστόρημα αυτό αντιστέκεται στην αφασία και στην ισοπέδωση της τεχνητής νοημοσύνης. Όπως οι  χαρακτήρες του Φαρενάιτ 415 έχουν αποστηθίσει τα εξέχοντα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας για να τα διασώσουν έτσι οι αναγνώστες του Κρασναχορκάι διασώζουν την ανάγνωση. Η γραφή του Κρασναχορκάι  είναι υπαρξιακή, πολιτική, προφητική, για ένα κόσμο που αποβαίνει ολοταχώς απόκοσμος. Ενδεχομένως με τα βιβλία του, υπάρχει μια ελπίδα για το καλύτερο-χωρίς να είναι βέβαιο ή απαραίτητη προϋπόθεση.

 

 

 

Σημ: Από την παρουσίαση του μυθιστορήματος στο βιβλιοπωλείο “Επί Λέξει”, στις 12 Μαρτίου 2024, με αφορμή τα 30 χρόνια των εκδόσεων ΠΟΛΙΣ. Ομιλητές οι συγγραφείς Σπύρος Γιανναράς και Θεόδωρος Γρηγοριάδης.

 

 

László Krasznahorkai, Herscht 07769 Η ιστορία Μπαχ του Φλόριαν Χερστ , Μετάφραση: Μανουέλα Μπέρκι, εκδόσεις Πόλις 2023

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΈρευνα – «Παιδί και ανάγνωση»
Επόμενο άρθροΗ fake ελληνική διανόηση και η ανασυγκρότηση της αυθεντικής (του Μάκη Ανδρονόπουλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ