Τετάρτη, 11 Μαρτίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Μια καλόγρια, ένας φοιτητής και ένα βαν: απόδραση προς την ελευθερία (γράφει...

Μια καλόγρια, ένας φοιτητής και ένα βαν: απόδραση προς την ελευθερία (γράφει ο Θανάσης Αγάθος)

0
3968
Φωτογραφία από Daniel Rodriguez

 

γράφει ο Θανάσης Αγάθος (*)

 

Η νουβέλα Ρίγκελ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Συρτάρι, είναι το δεύτερο βιβλίο του Δαμιανού Αγραβαρά. Ο 29χρονος συγγραφέας, ιστορικός, κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου «Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία και Ιστορία της Τέχνης» του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, είχε κάνει το ντεμπούτο του στον χώρο της πεζογραφίας το 2023 με τη συλλογή διηγημάτων Πέτα μακριά, Πέπε, μια διαυγή αποτύπωση της προσπάθειας της φύσης να εκδικηθεί τον άνθρωπο για τον εξακολουθητικό βιασμό που υφίσταται από αυτόν.

Κεντρικοί χαρακτήρες στο Ρίγκελ είναι μια 70χρονη καλόγρια και ένας 19χρονος φοιτητής στην Ελλάδα του σήμερα. Εκείνη, η Ερασμία (κάποτε Άννα), δραπετεύει από ένα μοναστήρι της Αχαΐας, όπου έχει περάσει τα τελευταία πενήντα χρόνια της ζωής της, παίρνοντας μαζί της ένα μικρό χρηματικό ποσό, ένα χρυσό μανουάλι, δυο χρυσά λιβανιστήρια, μερικά ασημένια τάματα, κάποια κίτρινα γράμματα που δεν εστάλησαν ποτέ και το βαν της μονής. Εκείνος, ο Μίλτος, πρωτοετής φοιτητής του Μαθηματικού, με είκοσι μόνο ευρώ στην τσέπη, αφήνει αναγκαστικά την πατρική εστία ή, μάλλον, διώχνεται κακήν κακώς από τον πατέρα του, όταν εκείνος ανακαλύπτει μια μέχρι τότε άγνωστη πλευρά της ζωής του γιου του.

Η Ερασμία/Άννα και ο Μίλτος λοιπόν θα συναντηθούν τυχαία στην παραλιακή λεωφόρο της Αθήνας, όταν ο δεύτερος κάνει ωτοστόπ στην πρώτη, και θα διασχίσουν μαζί την ελληνική ενδοχώρα με το κλεμμένο βαν της μονής, εναλλάσσοντας τους ρόλους του οδηγού και του συνοδηγού, του εξομολογητή και του εξομολογούμενου, του παρηγορητή και του παρηγορούμενου. Οι προορισμοί τους είναι διαφορετικοί (η καλόγρια θέλει να πάει στη Ρώμη, ο φοιτητής στα Γιάννενα) αλλά ο λόγος είναι κοινός: και οι δύο θέλουν να συναντήσουν τον πρώτο τους έρωτα (νεκρό ή ζωντανό, δεν έχει σημασία) και να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με το παρελθόν.

Η διαδρομή τους δεν θα είναι εύκολη. Πέρα από τα αντικειμενικά εμπόδια, τον φόβο του εντοπισμού και της σύλληψής τους, την περιπλάνηση σε μέρη δύσβατα και άγνωστα, οι δύο ήρωες θα έρθουν αντιμέτωποι με «τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες που κουβανούν μες την ψυχή τους», με τα φαντάσματα και τις σκιές του παρελθόντος και του παρόντος, με τα μυστικά, τα ψέματα, τις ελπίδες, τις ενοχές, τις χαρές και τις διαψεύσεις μιας ολόκληρης ζωής.

Εκπρόσωποι δύο πολύ διαφορετικών γενιών και φορείς πολύ διαφορετικών (αλλά και, από μιαν άλλη σκοπιά, ανάλογων) βιωμάτων, η Ερασμία/Άννα και ο Μίλτος θα κατορθώσουν να βρουν κοινό κώδικα επικοινωνίας και θα επιλέξουν συνειδητά να ακολουθήσουν και να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλον. Αφήνοντας κατά μέρος τις όποιες προκαταλήψεις και αναστολές, τις όποιες στερεοτυπικές αντιλήψεις εκπορεύονται από το φύλο, την ηλικία και την ιδιότητά τους, θα ανοίξουν τις καρδιές τους, θα οπλιστούν με υπομονή, ενσυναίσθηση και χιούμορ και θα ξεκινήσουν μαζί ένα ταξίδι αυτογνωσίας, χωρίς πρόγραμμα, με ενδιάμεσες στάσεις σε τόπους που λειτουργούν ως ερεθίσματα για καταβύθιση σε μνήμες ακριβές και μαζί οδυνηρές: μια λίμνη, ένα εγκαταλελειμμένο λούνα-παρκ, ένα παρηκμασμένο ξενοδοχείο θα φέρουν στην επιφάνεια πρόσωπα, συναισθήματα, αντικείμενα, απωθημένα, επιλογές και ελπίδες.

Η Ερασμία/Άννα και ο Μίλτος, μακριά από τις πραγματικές, κακοποιητικές οικογένειές τους (από τις οποίες μόνο τραύματα και αίσθηση απόρριψης έχουν εισπράξει), στήνουν, οι δυο τους, τη δική τους οικογένεια, αναπτύσσοντας μια σχέση μητέρας-γιου ή μάλλον γιαγιάς-εγγονού, μια σχέση που γρήγορα ξεπερνά την αρχική αμηχανία και καχυποψία και χτίζεται βαθμιαία πάνω στην αμοιβαία αποδοχή και την αλληλοκατανόηση, μια σχέση που, μέσα από τις αμοιβαίες εξομολογήσεις, οδηγεί σε ένα είδος λύτρωσης.

Ειδικά το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας, της σωματικής, ψυχολογικής και λεκτικής  κακοποίησης, που οδηγεί το νεαρό άτομο στη φυγή (ορατό ήδη και στο πρώτο βιβλίο του Αγραβαρά, το Πέτα μακριά, Πέπε), αναπτύσσεται μέσα από τις δύο παράλληλες ιστορίες των δύο ηρώων, οι οποίοι, σε διαφορετικές περιόδους (η Ερασμία/Άννα στην Ελλάδα του 1975, ο Μίλτος στην Ελλάδα του 2025) βρίσκουν το θάρρος να ξεφύγουν, με όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας, από τα καταπιεστικά οικογενειακά δεσμά και να αποδράσουν προς την ελευθερία.

Άλλα θέματα που θίγονται στη νουβέλα του Αγραβαρά είναι η ενδοσχολική βία (η ανάληψη με την επίθεση των νταήδων συμμαθητών στον Μίλτο είναι ένα από τα πιο δυνατά κομμάτια του βιβλίου), η ομοφοβία, η παντοδυναμία των κοινωνικών συμβάσεων και των πάσης φύσεως προκαταλήψεων, η αποξένωση, το προσφυγικό δράμα.

Ο τίτλος του πεζογραφήματος είναι πολύ εύστοχος: Ρίγκελ είναι το όνομα του φωτεινότερου αστέρα στον αστερισμό του Ωρίωνα, στοιχείο που συνδέεται κομβικά με τον Μίλτο και το ερωτικό παρελθόν του, αλλά και υποδηλώνει το ανέφικτο που κυνηγούν οι δύο ήρωες και, ταυτόχρονα, το φως που μπορεί να διαχύσει η αγάπη σε οποιαδήποτε μορφή της.

Ο Δαμιανός Αγραβαράς έχει χάρισμα στη δημιουργία χαρακτήρων: στήνει παραδειγματικά τον μικρόκοσμο του καθενός από τους δύο κεντρικούς ήρωες, σκιαγραφεί με οξυδέρκεια και δεξιοτεχνία τα πορτρέτα τους, δίνοντας έμφαση στις ενδυματολογικές επιλογές τους, στις ιδιολέκτους τους, στις κινήσεις τους, ακόμη και στις μουσικές προτιμήσεις τους . Ειδικά σε σχέση με τα μουσικά ακούσματα των δύο πρωταγωνιστικών προσώπων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Μάνος Λοΐζος και η Τέιλορ Σουίφτ, μέσα από τα τραγούδια τους, αντικατοπτρίζουν και υπομνηματίζουν δύο εποχές, δύο κόσμους που, εντελώς απροσδόκητα, αποφασίζουν να συναντηθούν και να συμπορευτούν για λίγο.

Ο Αγραβαράς αναπτύσσει την πλοκή με μια σπάνια κινηματογραφική γοργότητα, με αναφορές σε κινηματογραφικές ταινίες (π.χ. το Διακοπές στη Ρώμη του Γουίλιαμ Γουάιλερ, με την Ώντρεϋ Χέμπορν και τον Γκρέγκορυ Πεκ) και κινηματογραφικά είδη (οι ρομαντικές ταινίες, που αντιτίθενται στην κυνική πραγματικότητα, οι ιστορικές ταινίες «χλαμύδας» που αποτυπώνουν το αυτοκρατορικό μεγαλείο της Ρώμης), αλλά και διάφορα κινηματογραφότροπα στοιχεία, όπως η βλεμματοκεντρική αφήγηση, οι πλούσιοι διάλογοι και οι συχνές αναλήψεις, που παρέχουν πολύτιμο πληροφοριακό υλικό για το παρελθόν των κεντρικών χαρακτήρων και τη ζωή που αφήνουν πίσω τους.

Ο συγγραφέας αποφεύγει την παγίδα του μελοδραματισμού, του εύκολου συναισθηματισμού: χωρίς να απαρνείται την ευαισθησία και την τρυφερότητα, μπολιάζει την ούτως ή άλλως φορτισμένη ατμόσφαιρα με χιουμοριστικές παρεκβάσεις και με έντονη, σε κάποιες περιπτώσεις, ειρωνεία και παίζει ευφυώς με τις αντιθέσεις που προκαλούνται ανάμεσα στην ηλικιωμένη μοναχή και τον άγουρο φοιτητή.

Το Ρίγκελ είναι ένα γοητευτικό αφήγημα δρόμου (η επιρροή από το Στον δρόμο του Τζακ Κέρουακ είναι προφανής και δηλώνεται ευθέως από τον συγγραφέα, με ένα απόσπασμα τοποθετημένο μετά τη σελίδα τίτλου) και συγχρόνως μια γλυκόπικρη παραβολή για τα όνειρα που αντέχουν να ζουν μέσα στις ανθρώπινες ψυχές, ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, για την αγάπη που υπερβαίνει τις συνθήκες του χώρου και του χρόνου και για τη συμπερίληψη. Ένα ώριμο, άρτια δομημένο πεζογράφημα, το οποίο συγκινεί και εκπλήσσει με τις ανατροπές του, δημιουργώντας μεγάλες προσδοκίες για το λογοτεχνικό μέλλον του Δαμιανού Αγραβαρά.

(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 Δαμιανός Αγραβαράς, Ρίγκελ, Συρτάρι, Αθήνα 2025.

 

 

Προηγούμενο άρθροTο σύγχρονο παιδικό βιβλίο και τρόποι αξιοποίησής του στη σχολική τάξη
Επόμενο άρθροΧΩΡΙΟΡΡΟΡ -Σύγχρονες αναγνώσεις του λαογραφικού τρόμου (του Πάνου Παπαγεωργίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ