Ευριπίδης Γαραντούδης [1]
Μιλώντας στην αποψινή (3/12/25) τελετή εκ μέρους του Τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ειδικότερα ως μέλος του Τομέα Νεοελληνικής Φιλολογίας, πιστεύω ότι η απόφαση που έλαβε το Τμήμα Φιλολογίας, σε αγαστή συμπόρευση με το Τμήμα Μουσικών Σπουδών, να αναγορεύσουν την παγκοσμίως γνωστή ερμηνεύτρια Μαρία Φαραντούρη σε επίτιμη διδάκτορα, λειτουργεί ως αναγνώριση της σημαντικής συμβολής που είχε, μαζί με άλλους ερμηνευτές και άλλες ερμηνεύτριες, όπως βεβαίως και τους συνθέτες, στην προβολή της νεοελληνικής ποίησης μέσα από τη μελοποίηση ελληνικών ποιητικών έργων.
Αλλά πριν αναφερθώ σ’ αυτή την ίσως πιο σημαντική παράμετρο της συνολικής καλλιτεχνικής και γενικότερα πνευματικής προσφοράς της Φαραντούρη τόσο στον τόπο μας όσο και πέρα από τα σύνορά του, ως γνωστόν στα μήκη και τα πλάτη της γης, θα επιχειρήσω, σ’ αυτή τη σύντομη ομιλία παρουσίασης της τιμώμενης, να καταθέσω μία προσωπική γνώμη για το πρόσωπο και το έργο, ομολογώντας προηγουμένως το αυτονόητο, ότι δεν περιλαμβάνομαι στους ειδικούς ακροατές της, καθώς δεν είμαι μουσικολόγος ή μελετητής του λεγόμενου έντεχνου λαϊκού ελληνικού τραγουδιού. Με την ιδιότητα της ειδικής ακροάτριας θα μιλήσει στη συνέχεια η αγαπητή συνάδελφος Αναστασία Γεωργάκη. Συνάμα, όμως, η γενική μου ιδιότητα ως μίας ψηφίδας στο μωσαϊκό του αδιαβάθμητου κοινού των ακροατών της Φαραντούρη μού προσφέρει τη δυνατότητα, νομίζω, να μιλήσω εκπροσωπώντας μία ευρεία συλλογικότητα. Η καλλιτεχνική πορεία της Φαραντούρη ως ερμηνεύτριας ξεκίνησε μέσα από τον Σύλλογο Φίλων της Ελληνικής Μουσικής το 1963, έναν χρόνο πριν γεννηθώ, ενώ το 1974, στην αρχή της μεταπολίτευσης, όταν εκείνη ήταν ήδη μία ώριμη και καταξιωμένη νεαρή ερμηνεύτρια, η οποία στο μεταξύ, στα χρόνια της δικτατορίας, είχε περιτριγυρίσει την Ευρώπη και την υψήλιο, ερμηνεύοντας τα τραγούδια του Θεοδωράκη, εγώ ήμουν μόλις 10 ετών. Έτσι δεν ήταν δυνατό, όπως και οι άνθρωποι της ηλικιακής μου ομάδας ή της γενιάς μου, ούτε να αναπτύξω άμεση βιωματική επαφή με το τότε πολιτικό τραγούδι, τις κοινωνικές περιστάσεις και τις ιδεολογικές φορτίσεις του, ούτε να γνωρίσω από τη γέννησή της την ήδη σχηματισμένη και ακμαία τότε, το 1974, παράδοση της μελοποίησης σημαντικών νεοελληνικών ποιητικών έργων κυρίως από τους δύο αδιαμφισβήτητους πρωτεργάτες και στυλοβάτες του έντεχνου λαϊκού ελληνικού τραγουδιού, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι, με συνοδοιπόρους βεβαίως και άλλους νεότερους σημαντικούς έλληνες συνθέτες. Έτσι λοιπόν, εμείς οι νεότεροι πρωτακούσαμε τη φωνή της Φαραντούρη σ’ ένα δεύτερο κύμα πρόσληψης, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στη δεκαετία του 1980, μέσα σ’ ένα πιο σύνθετο μουσικό-ηχητικό και πολιτισμικό τοπίο και σ’ ένα περιβάλλον επαναπροσδιορισμένο ιδεολογικά, όπου συνυπήρχαν ή και συμφύρονταν και άλλες, ελληνικές και ξένες, αγαπημένες φωνές, τραγουδοποιών, από τον Διονύση Σαββόπουλο μέχρι τον Μπομπ Ντύλαν και τον Λέοναρντ Κόεν, και συγκροτημάτων, από τους Ντορς μέχρι τους Πινκ Φλόΐντ. Τότε, λοιπόν, ακούσαμε και ακούγαμε και την Φαραντούρη να ερμηνεύει τραγούδια, ιδίως του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, όπως και άλλων Ελλήνων συνθετών, ενώ παράλληλα μαθαίναμε ότι αυτοί οι συνθέτες απέδωσαν και ερμήνευσαν μουσικά τόσο έργα ποιητών όπως ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Σικελιανός, ο Αναγνωστάκης, ο Κατσαρός, ο Λειβαδίτης, ο Καμπανέλλης, ο Νερούντα και ο Λόρκα, όσο και στίχους στιχουργών, οι οποίοι παράλληλα ήταν ποιητές, όπως ο Γκάτσος, ο Ελευθερίου, ο Νεγρεπόντης και ο Χριστοδούλου – αργότερα γνωρίσαμε και ως στιχουργό τον αγαπημένο ποιητή Μιχάλη Γκανά. Συν τω χρόνω, όταν όλα αυτά τα τραγούδια αθροίστηκαν, ένα σαφώς διακριτό σύνολό τους συνδέθηκε αναπόσπαστα και παραμένει συνδεδεμένο, τόσο για εμένα όσο και για όλους λίγο πολύ τους ανθρώπους της γενιάς μου, με την άμεσα αναγνωρίσιμη, τεχνικά άψογη, απαράμιλλη για το μέταλλό της, ανθεκτική στη μακρά διάρκειά της και κυρίως συγκινησιακά παλλόμενη φωνή της Φαραντούρη. Ο συνδυασμός αυτών των ποιοτικών γνωρισμάτων, της φωνής και του προσώπου πίσω από τη φωνή, συγκεράζεται στην αίσθηση η οποία σχηματίζεται από την ακρόαση της συνολικής τραγουδοποιίας της Φαραντούρη. Θέλω να πω ότι, ακούγοντας κατά μήκος και κατά πλάτος τις τραγουδιστικές ερμηνείες της, μέσα στη χρονική διαδοχή και στο δίκτυο των συνεργασιών της με συνθέτες, μουσικούς, στιχουργούς και ποιητές, σχηματίζω την πεποίθηση ότι δεν ερμήνευσε ποτέ τραγούδια τα οποία να μην της ταίριαζαν και συνεπώς να μην τα επέλεξε να τα ερμηνεύσει η ίδια. Δυσκολεύομαι, ανατρέχοντας στη μνήμη μου ως ακροατή του ελληνικού τραγουδιού, να ανακαλέσω άλλους ερμηνευτές ή ερμηνεύτριες με την ίδια συνολική ποιότητα. Από αυτή την άποψη, χαρακτηρίζω την Φαραντούρη συνδημιουργό του συνολικού τραγουδιστικού ρεπερτορίου της, οργανικό συντελεστή της καλλιτεχνικής οντότητας και της συγκινησιακής μέθεξης που όλα αυτά τα τραγούδια, όχι μόνο τα μελοποιημένα, προσέφεραν και προσφέρουν – ξαναλέω ότι μιλώ από τη σκοπιά του γενικού κοινού των ακροατών της.
Έρχομαι στο ζήτημα της σημαντικής συμβολής της Φαραντούρη στην προβολή της νεοελληνικής ποίησης μέσα από την ερμηνεία μελοποιημένων ελληνικών ποιητικών έργων. Προκειμένου να μιλήσω γι’ αυτή τη συμβολή με την ιδιότητα του ειδικού, του φιλόλογου νεοελληνιστή, θα ανατρέξω εν συντομία στο ζήτημα πώς ο επιστημονικός μου κλάδος, η νεοελληνική φιλολογία, μελέτησε και έκρινε τις μελοποιήσεις της νεοελληνικής ποίησης, ιδίως εκείνες έργων ελλήνων ποιητών του 20ού αιώνα. Με άλλα λόγια, σκοπεύω να συνοψίσω ποια ήταν τα κριτήρια εκείνα σύμφωνα με τα οποία οι μελοποιήσεις κρίθηκαν κατά περίπτωση ή και γενικά ως θεμιτές ή αθέμιτες και επιτυχημένες ή αποτυχημένες, θεωρημένες από την ειδική σκοπιά μελετητών οι οποίοι αφενός γνωρίζουν καλά και “υπερασπίζονται” τα ποιητικά κείμενα ως αυτόνομα καλλιτεχνικά έργα και αφετέρου υιοθετούν τη δυναμική της σύμπλευσης και συνάμα της απόκλισης την οποία δημιουργεί ο διακαλλιτεχνικός διάλογος μουσικής και ποίησης.
Από τη δεκαετία, λοιπόν, του 1970 και εξής, αν εξαιρεθούν πολύ λίγα φιλολογικά μελετήματα όπου οι μελοποιήσεις αναγνωρίστηκαν τόσο ως προς την καλλιτεχνική αξία όσο και ως προς τη μορφωτική-πολιτισμική τους σημασία και συνεπώς κρίθηκαν επωφελείς (και) για την ποίηση, με βασικό κριτήριο τη διάδοσή της, στη μεγάλη πλειονότητα των σχετικών μελετών οι μελοποιήσεις κρίθηκαν αρνητικά και επικρίθηκαν, καθώς οι μελέτες αυτές καταδεικνύουν, στη βάση της ανάλυσης του κειμένου των τραγουδιών, τη νοηματική στρέβλωση την οποία επιφέρουν στα ποιητικά κείμενα οι ποικίλες τροποποιήσεις κατά τη μελοποιητική διαδικασία, όπου και αν οφείλονται αυτές, από τον συνθέτη και τον ερμηνευτή μέχρι το περιβάλλον της μουσικής βιομηχανίας. Έτσι, η γενική διαπίστωση ήταν ότι, λόγω αυτών των αυθαίρετων και αθέμιτων παρεμβάσεων, τα ποιήματα στα τραγούδια γίνονται αγνώριστα, καθώς το νόημά τους παραποιείται λιγότερο ή περισσότερο κατά περίπτωση. Θεωρώντας συνολικά τις επισημάνσεις των φιλολόγων για τις επεμβάσεις στα ποιητικά κείμενα κατά τη μελοποίηση, θα έλεγα ότι εξηγούνται με γνώμονα την υπεράσπιση του δικαιώματος των ποιητικών κειμένων να παραμείνουν αναλλοίωτα και ακέραια, καθώς είναι ολοκληρωμένα, παραδομένα στη δημοσιότητα, καλλιτεχνικά έργα. Από την άλλη πλευρά, ο αντίλογος των συνθετών-μουσικών μπορεί να συνοψιστεί στη διαπίστωση ότι το ποιητικό κείμενο που μελοποιείται, ακόμα κι αν παραμένει αναλλοίωτο και ακέραιο, μεταφέρεται σ’ ένα εντελώς άλλο προσληπτικό πλαίσιο: από ποιητικό κείμενο προς ανάγνωση γίνεται τραγούδι για άκουσμα. Επίσης παρατηρώ ότι οι όποιες κρίσεις των φιλολόγων για το μουσικό ύφος των μελοποιήσεων ή τον βαθμό στον οποίο αυτό συναρτάται ή αναλογεί με το ύφος των ποιητικών κειμένων είναι πρόδηλα υποκειμενικές, όσο κι αν αυτές οι κρίσεις προϋποθέτουν την καλή γνώση της ποίησης.
Ωστόσο, από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 και στη συνέχεια, μέχρι σήμερα, σημειώνεται μία αισθητή μεταβολή σε ό,τι αφορά τη θεώρηση των μελοποιήσεων από τη σκοπιά της νεοελληνικής φιλολογίας. Συγκεκριμένα, σε διατριβές, μονογραφίες και μελέτες η μελοποιητική παράδοση, εξεταζόμενη είτε γενικά είτε εστιασμένα σε σημαντικές ειδικότερες όψεις της, μάς ενδιαφέρει όχι τόσο από φιλολογική σκοπιά, επικεντρωμένη στα ποιητικά κείμενα, όσο από ευρύτερα πολιτισμική σκοπιά. Έτσι οι μελοποιήσεις εξετάζονται ενταγμένες μέσα σ’ ένα σύνθετο πολιτισμικό περιβάλλον όπου συλλειτουργούν πολλοί και ποικίλοι παράγοντες, όπως η αισθητική των δημιουργών (συνθέτη και ποιητή) και του κοινού, η ιδεολογία των δημιουργών και του κοινού, η θετική ή αρνητική θεώρηση των μελοποιημένων έργων από τον Τύπο και τους λιγότερο ή περισσότερο ειδικούς κριτές τους, οι κανόνες της αγοράς (δισκογραφικές εταιρείες, ερμηνευτές, κέντρα διασκέδασης και συναυλίες). Tο κέντρο βάρους, λοιπόν, της έρευνας και της ερμηνείας μετατέθηκε από τα ποιητικά κείμενα ή, συναφώς, από το αν η ποίηση αυτή καθεαυτή ωφελείται ή βλάπτεται από τις μελοποιήσεις, στο σύνθετο και εντασιακό πεδίο λιγότερο καλλιτεχνικής και κυρίως πολιτισμικής διάδρασης μεταξύ μουσικής και ποίησης, το πεδίο που οι μελοποιήσεις, από τη δεκαετία του 1960 και εξής, συγκρότησαν. Επίσης τα μελοποιημένα ποιήματα γίνονται πλέον αντιληπτά ως πολιτισμικά κείμενα, μέσα από το θεωρητικό πλαίσιο των πολιτισμικών σπουδών, ενώ συνεξετάζονται, με συγκριτολογική προοπτική, με την παράδοση των τραγουδοποιών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν δεχτούμε ότι οι μελοποιήσεις συγκρότησαν ένα πολιτισμικό είδος το οποίο στη μεταπολεμική Ελλάδα οδήγησε στη διαμόρφωση ενός κοινωνικοπολιτισμικού πεδίου ανασύνταξης της εθνικής κουλτούρας, τότε ο φακός της ερμηνείας των όποιων αλλοιώσεων του νοήματος των μελοποιημένων ποιημάτων αλλάζει δραστικά: οι μεταποιήσεις του νοήματος οφείλονται στο ότι το όποιο ποίημα έγινε (δια της μουσικής χειρός του συνθέτη και της ερμηνείας του τραγουδιστή) πολιτισμικό κείμενο το οποίο προσλαμβάνεται κάθε φορά διαφοροποιημένα μέσα στα εξελισσόμενα πολιτικοκοινωνικά συμφραζόμενα των μεταπολεμικών χρόνων και της μεταπολίτευσης.
Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με αυτή την ερμηνευτική προοπτική, δεν έχει πλέον νόημα οι φιλόλογοι νεοελληνιστές να αντιδικούμε δημόσια με τις μελοποιήσεις, ενώ σε ιδιωτικές περιστάσεις τραγουδούμε κι εμείς ή σιγοψιθυρίζουμε τα τραγούδια τους. Αναγνωρίζοντάς τις ως ένα αυτονομημένο από την ποίηση πεδίο πολιτισμικών προϊόντων, αφενός αντιλαμβανόμαστε καλύτερα και αφετέρου ελέγχουμε την αντίληψη ότι οι μελοποιήσεις, οι περισσότερες ως αναπόσπαστο μέρος του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού, αποτέλεσαν σημαντική πολιτισμική προσφορά, επειδή άμβλυναν την απόσταση ανάμεσα στα λόγια και ως επί το πλείστον δυσνόητα ποιήματα και τη λαϊκή κουλτούρα. Στάθηκαν, άραγε, ορισμένες τουλάχιστον μελοποιήσεις, οι πιο ιστορικά επιτυχημένες, πράγματι η αφετηρία ώστε ακροατές των μελοποιημένων ποιημάτων να γίνουν στη συνέχεια συστηματικοί αναγνώστες της ποίησης; Αμφιβάλλω, καθώς δεν γνωρίζω δεδομένα που να πιστοποιούν κάτι τέτοιο. Συνάμα είναι αναμφισβήτητο ότι τα βασισμένα σε ποιήματα μουσικά έργα άνοιξαν συν τω χρόνω ένα πλατύ κανάλι επικοινωνιακής διάχυσης ποιητικών έργων, όσο κι αν αυτά αποκόπηκαν από το αρχικό νοηματοδοτικό τους πλαίσιο. Εξάλλου γιατί να μας ενοχλεί ακόμα κι όταν συνέβη και συμβαίνει κάτι τέτοιο; Σκέφτομαι ότι μία καθαρά εξατομικευμένη τέχνη, όπως είναι και παραμένει στην πολύ μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεών της η σύγχρονη ποίηση, επιστρέφει μέσω των μουσικών της εκφορών και μεταποιήσεων στην ανωνυμία της, σε ένα νέο δημοτικό τραγούδι, το οποίο ούτως ή άλλως, ως εκ της μακρινής ευγενικής προέλευσής του, είναι καλύτερο από τον μέσο όρο των υπόλοιπων τραγουδιών.
Ποίηση, μουσική, τραγούδι, σ’ έναν αξεδιάλυτο εντασιακό δεσμό, τότε και τώρα, από τις απαρχές της μελοποιητικής παράδοσης μέχρι σήμερα. Ως προς αυτόν τον δεσμό ανακαλώ μερικές σκέψεις της Μαρίας Φαραντούρη από τον πρόλογό της σε πρόσφατο βιβλίο για την ποίηση στο ελληνικό τραγούδι: «Οι δρόμοι της μουσικής, της ποίησης, του τραγουδιού είναι πολλοί και μας αιφνιδιάζουν ευχάριστα και θα μας αιφνιδιάζουν και στο μέλλον. Οι νέες γενιές θα εξερευνούν νέους μουσικούς δρόμους έκφρασης και ποιητικής δημιουργίας, αλλά τα μεγάλα έργα δεν είναι ποτέ παρελθόν, με ένα μαγικό τρόπο συνοδεύουν την καθημερινότητα της ύπαρξής μας. Μέσα σε αυτά βρίσκονται πάντα οι ευτυχείς συναντήσεις μουσικής και ποίησης, ποίησης και μουσικής».[2] Αυτές οι νηφάλιες, συμφιλιωτικές σκέψεις μάς έφεραν σήμερα εδώ, μέσα από τις οδηγητικές ατραπούς της φωνής της Φαραντούρη.
Η φωνή της ως ερμηνεύτριας, όχι μόνο τραγουδιών του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, συνέχισε να μας συνοδεύει από τα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι σήμερα, και στη μακρά περίοδο της μεταπολίτευσης, όταν ερμήνευσε τραγούδια πολύ αξιολόγων νεότερων συνθετών όπως ο Λιβανελί και ο Ρος Ντέιλι, μεταξύ άλλων. Όταν βυθιζόμαστε στο πέλαγος της φωνής της, αναδυόμαστε σ’ ένα ξέφωτο συγκίνησης και ευαισθησίας, τόσο με τα μελοποιημένα ποιήματα που τραγούδησε όσο και με τα άλλα τραγούδια που ερμήνευσε και ερμηνεύει μέχρι σήμερα ακατάβλητη. Κι όταν η συγκίνηση κι η ευαισθησία κατασταλάζουν σε στοχασμό, σκέφτομαι ότι η φράση που θα μπορούσε να επιγράψει αυτό το κείμενο είναι: το ήθος της φωνής. Έχει η ανθρώπινη φωνή, η φωνή του ερμηνευτή τραγουδιών, ήθος; Πιστεύω πως ναι. Όπως ήδη είπα, η Φαραντούρη είναι συνδημιουργός, μαζί με τους συνθέτες, τους στιχουργούς και τους ποιητές, εκείνου του ισχυρού πυρήνα του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού, του πυρήνα που παραμένει ζωντανός, δεκαετίες τώρα, ανασημασιοδοτημένος από τους νεότερους ακροατές και ακροάτριες, επειδή συνένωσε, επιτυγχάνοντας τη δημιουργική τους ώσμωση, στοιχεία του έντεχνου και στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού˙ στην περίπτωσή της, ο πυρήνας αυτός διακρίθηκε επίσης από την κοινωνική ευαισθησία και τη μουσική γνώση και καλαισθησία μέσα στη διάρκεια ενός πραγματικά ανεπίληπτου βίου. Σε αυτόν τον πυρήνα ήρθε να αρμόσει η φωνή της, να γίνει σαρξ εκ της σαρκός του, υπηρετώντας τον με αφοσίωση και με συνέπεια. Έτσι η φωνή της συγκρότησε το ήθος της και το ήθος της φωνής δεν μπορεί παρά να είναι το ήθος του ανθρώπου. Κυρίως γι’ αυτό το ήθος, κρυσταλλωμένο στη φωνή της, την τιμούμε.
[1] Το κείμενο αυτό αναγνώστηκε στην τελετή αναγόρευσης της Μαρίας Φαραντούρη σε επίτιμη διδάκτορα του Τμήματος Φιλολογίας και του Τμήματος Μουσικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Μεγάλη Αίθουσα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, 3 Δεκεμβρίου 2025).
[2] Μαρία Φαραντούρη, «Πρόλογος. Έτσι ξεκίνησαν όλα», στο βιβλίο Διαμαντής Μπασαντής, Η ποίηση στο ελληνικό τραγούδι, Δεύτερη έκδοση, Γιαννιτσά, Νέα Διάσταση 2022, σ. 10-11: 11.


























