“Μαμά, εγώ δεν είμαι εγώ”: Η αιώνια ανάγκη να μας αποδέχονται γι΄ αυτό που είμαστε (της Κυριακής Μπεϊόγλου)

0
184

 

της Κυριακής Μπεϊόγλου

 

«Πότε ράθυμα κι άλλοτε μαγεμένα, διέτρεχα τα θαυμάσια σχήματα απ’ τις καμπυλότητες του κορμιού μου μπροστά στον καθρέφτη, καλύπτοντας με λεπτό πανί τα ντοκουμέντα του ανδρισμού μου. Κρυφά και με φόβο σχεδόν θανάτου, γιατί ο άντρας του σπιτιού και πατέρας αδυνατούσε να δεχτεί πως συμβίωνε με δυο γυναίκες, τη μια κανονική και την άλλη ντεμί. Η μάνα όμως κατάπινε τη μεταμόρφωσή μου ξερομπουκιά αμάσητη, κόρα ψωμιού γωνία. Μία και μοναδική φορά τόλμησα και της τραύλισα: «Μαμά, εγώ δεν είμαι εγώ».

Διαβάζοντας τη νουβέλα «Μαμά, εγώ δεν είμαι εγώ» του Κώστα Γανωτή που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη, σκεφτόμουν την αιώνια μάχη της ανθρώπινης ύπαρξης να είναι και να πράττει ελεύθερα. Με αφορμή τον ήρωα του βιβλίου, τον Μανόλη, που βλέπει τις επιθυμίες του να «στραγγαλίζονται» σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, ο αναγνώστης αναμφισβήτητα βουτά στην «υπόθεση» της ρευστότητας των φύλων. Και όχι μόνο, ο ήρωας παρατηρεί τους κοινωνικούς τρόπους του φαίνεσθαι των προσώπων γύρω του.

Το βιβλίο σε βάζει αρχικά μέσα στη «μεγάλη σπηλιά», στην αγία ελληνική οικογένεια, όπου συνήθως οι πατέρες είναι σιωπηλοί και συνήθως οι μητέρες σιωπούν. Ο έρωτας, η σαρκική επιθυμία, είναι κάτι για το οποίο η χριστιανική ελληνική κοινωνία δεν μιλά ποτέ άνετα. Ακόμη και σήμερα. Η ίδια εκκλησία που επέβαλλε τα ταμπού, έχει στους κόλπους της σάπια κύτταρα. Τα παιδιά μεγαλώνουν υποθέτοντας, όχι γνωρίζοντας, για το τι συμβαίνει στο σώμα τους όταν αντιδρά ερωτικά προς ένα άλλο άτομο. Πόσο μάλλον όταν αυτό το άλλο άτομο είναι του ίδιου φύλου. Και βέβαια γρήγορα διαπιστώνεις διαβάζοντας ότι το «Μαμά, εγώ δεν είμαι εγώ» θέτει  ένα από τα πιο ανησυχητικά διλήμματα του σύγχρονου φιλελευθερισμού: πώς να συμφιλιωθεί μια κοινωνική συνείδηση ​​με την προσωπική άνεση και επιθυμία.

Στο μυθιστόρημα ο Μανόλης, για τους περισσότερους του «έμπολα ιός» , είναι ένα αγοροκόριτσο ή «αγορίτσι» που αποδέχεται νωρίς την ερωτική του φύση. Αναζητά την σεξουαλική ικανοποίηση όπου μπορεί, μέχρι που ερωτεύεται έναν άλλο αποσυνάγωγο, τον αλήθωρο Γιάννη που απαιτούσε από το «αγορίτσι» να μην εκπορνεύεται. Ο Μανόλης ή Μαγδαληνή βρίσκει «προστάτη» έναν καντηλανάφτη που τον σπιτώνει και αργότερα μια «κυρία» που του γνωρίζει την «καλή» κοινωνία. Καθώς το μυθιστόρημα προχωράει πιο βαθιά, ξετυλίγεται μπροστά σου μια άλλη Ελλάδα, μια χώρα που ισορροπεί επικινδύνως σε σάπια θεμέλια.

Η γλώσσα του Γανωτή δεν χαρίζεται σε μικροαστικούς ευπρεπισμούς, πηγαία και αμείλικτη, βγαλμένη άλλοτε με τρυφερότητα και άλλοτε με πίκρα από το στόμα του αφηγητή του, είναι αδύνατον να σε αφήσει ασυγκίνητο. Η ανατροπή δε στο τέλος της ιστορίας κάνει ακόμα πιο βέβαιη την πεποίθηση ότι πρόκειται για ένα κείμενο βαθιά υπαρξιακό. Παρά την οδυνηρή ψυχική, σωματική και σεξουαλική «κακοποίηση» που περιγράφεται ανάγλυφα από τον συγγραφέα το «Μαμά, εγώ δεν είμαι εγώ» είναι μια ιστορία επιμονής και ενδυνάμωσης για το κομμάτι του «είναι» μας που δεν ελέγχεται από τη λογική και τις κοινωνικές συμβάσεις.

Η ευρηματική λογοτεχνική αφήγηση του συγγραφέα είναι εξαιρετικής οικονομίας και σύνθεσης, ποιητική και έμμετρη σχεδόν κάποιες φορές, με ρεαλιστικές παρομοιώσεις και μεταφορές, αλλά και μοναδικές εικόνες που μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη. Και επίσης είναι ένα σύγχρονο ώριμο σχόλιο πάνω στον έρωτα δίχως ταμπέλες, ταμπού, και ότι άλλο του έχουν προσδώσει οι συντηρητικές κοινωνίες των ανθρώπων.

Μαμά, εγώ δεν είμαι εγώ, Κώστας Γανωτής, Εκδόσεις Λιβάνη

Προηγούμενο άρθροΑνταπόκριση από τη Μπιενάλε της Βενετίας: Ποιος είναι εντέλει ο ξένος; (του Δημήτρη Σαραφιανού)
Επόμενο άρθροΤο πρόβλημα με εμάς και τον Μ.Καραγάτση (του Νίκου Α. Μάντη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ