Μαγδαληνή δίχως Χριστό (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)

0
622

 

της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη

«Με μαύρο φόρεμα ως τη γη / τη γύμνια την αμαρτωλή / σκέπασα του κορμιού. / Έχω ό,τι θέλει αυτή η στιγμή:/ κόμη μακριά και μαλακή/ και δάκρυα μετανιωμού./ Σε ποιόν όμως θα κλίνω/ τα πόδια να του πλύνω…», γράφει η σλαβικής καταγωγής ποιήτρια Μάγδα Σκάριτσιτς στο ποίημα «Μαγδαληνή δίχως Χριστό», σε μετάφραση της Ρίτας Μπούμη- Παπά. Δεν υπάρχουν δυστυχώς  βιογραφικά στοιχεία για αυτή την ποιήτρια, διαβάζω εντός παρενθέσεως στον Δ΄ τόμο της σειράς «Νέα Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία» των εκδ. Διόσκουροι.

Παρόλο που η σύγχρονη  ποίηση διαρκώς επανέρχεται στην Μαρία Μαγδαληνή, συχνά σε μία προσπάθεια να την συστήσει εκ νέου ως αρχετυπική μορφή έξω από το χριστιανικό και πατριαρχικό αφήγημα, οι αναφορές και οι συνειρμοί  ακολουθούν την ιστορία και την τροχιά  μίας γυναίκας- δορυφόρου.

Στα δύο λογοτεχνικά κείμενα που επιλέγει να συζητήσει το HerStory, το  «Μαγδαληνή ή η σωτηρία» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ – έργο του 1936 – και το  «Μαγδαληνή, το Μεγάλο θηλαστικό» της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ – έργο του 1974-, η Μαρία Μαγδαληνή ως σώμα ελεύθερο διαγράφει την πορεία της σεβόμενη μονάχα τους προσωπικούς νόμους της ουράνιας μηχανικής.

Η Γιουρσενάρ στο νεανικό της αυτό κείμενο για την Μαγδαληνή, από το βιβλίο «Φωτιές» που είναι ένα συγγραφικό προϊόν κρίσης πάθους όπως το χαρακτήρισε η ίδια,  βασίζεται στην παράδοση που αναφέρει η Legende Dorée. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μνηστεύεται τη Μαρία Μαγδαληνή, αλλά δεν μοιράζεται μαζί της ποτέ τη συζυγική κλίνη. Ο Ιωάννης την εγκαταλείπει για να ακολουθήσει τον Ιησού.

Στον πρόλογο της η Γιουρσενάρ γράφει πως στις Φωτιές, που είναι μια συλλογή μακρόπνοων ερωτικών ποιημάτων ή αν προτιμάτε μια συλλογή λυρικών πεζών, εξυμνεί έναν πολύ συγκεκριμένο έρωτα ή ίσως να τον ξορκίζει. Η ειδωλολατρία του αγαπημένου προσώπου, σημειώνει, συνδέεται πολύ ορατά με πάθη περισσότερο αφηρημένα, όχι όμως και λιγότερο έντονα, που ορισμένες φορές υπερισχύουν της συναισθηματικής και σαρκικής ιδεοληψίας. Στο λυρικό πεζό η Μαγδαληνή ή η σωτηρία, η σωτηρία είναι ο θεός, γράφει. Κι ο έρωτας, καταλήγει, ο απόλυτος έρωτας επιβάλλεται στο θύμα του σαν αρρώστια ή προορισμός.

Μεταφέρω μερικά αποσπάσματα (Φωτιές, εκδ. Χατζηνικολή, 1981):

«Λέγομαι Μαρία: με λεν Μαγδαληνή[…]Tα μεσημέρια, πηγαίναμε με την αδερφή μου τη Μάρθα στα χωράφια. Εκείνη έφερνε στους εργάτες σταμνιά με μπύρα, εγώ πήγαινα σ’ αυτούς με αδειανά χέρια. Ρουφάγανε το χαμόγελο μου. Τα βλέμματα τους με ψαχούλευαν σαν ένα σχεδόν ώριμο φρούτο που η γλύκα του δεν εξαρτιότανε πια παρά από λίγο ήλιο»

«Ο Ιωάννης ερχότανε προς τα μένα από τα βάθη των παιδικών χρόνων του. Γέλαγε στους αγγέλους, τους μόνους του συντρόφους» 

«Είχε διαλέξει σε μένα το πιο αινιγματικό από τα κορίτσια, με την κρυφή ελπίδα να μην το αποκτήσει ποτέ» 

«Το ότι ερωτεύτηκα την αθωότητά του υπήρξε το πρώτο μου αμάρτημα. Δεν ήξερα ότι πάλευα μ’ έναν αντίπαλο αόρατο όπως ο πατέρας μας ο Ιακώβ με τον Άγγελο, και ότι έπαθλο εκείνης της πάλης θα ‘ταν αυτό το αγόρι με τα ακατάστατα μαλλιά όπου κομματάκια από άχυρο σχημάτιζαν ένα φωτοστέφανο. Δεν ήξερα ότι ένας άλλος είχε αγαπήσει τον Ιωάννη προτού να τον αγαπήσω, προτού να με αγαπήσει. Δεν ήξερα ότι ο Θεός είναι το αποκούμπι των μοναχικών»

«Την ημέρα των γάμων μας, όταν ο Ιωάννης και ‘γω καθόμασταν κάτω από τη συκιά της πηγής, νιώθαμε ήδη να βαραίνει απάνω μας το αβάσταχτο βάρος μιας εβδομηντάχρονης ευτυχίας»

«Επιθυμούσαμε, και οι δυο, να παραδοθούμε σε μία θέληση ισχυρότερη από τη δική μας, να δοθούμε, να μας πάρουν: προχωρούσαμε, μπροστά απ’ όλους τους πόνους, για να πιάσει μια καινούργια ζωή μέσα μας»

«Μια φωνή υψώθηκε μέσα στη νύχτα καλώντας τον Ιωάννη τρεις φορές, όπως γίνεται μπρος απ’ τα σπίτια όπου κάποιος πρόκειται να πεθάνει. Ο Ιωάννης άνοιξε το παράθυρο, έσκυψε για να υπολογίσει το βάθος της νύχτας, είδε το Θεό»

«Δεν είδα άλλο από τα σκότη, είδα, με άλλα λόγια, το μανδύα του. Ο Ιωάννης τράβηξε τα σεντόνια του κρεβατιού, τα ‘δεσε για να τα κάνει σκοινί» 

«Λαμπυρίδες πάλλονταν σαν αστέρια πάνω στη γη έτσι που έδινε την εντύπωση πως βυθιζόταν στον ουρανό. Έχανα απ’ τα μάτια μου εκείνον τον λιποτάκτη τον ανάξιο να προτιμήσει την αγκαλιά μιας γυναίκας από τους κόλπους του Θεού»

«Δε με λύτρωσε ούτε από το θάνατο, ούτε από τα δεινά, ούτε από το έγκλημα…..με λύτρωσε από την ευτυχία»

Και αφού η Μαγδαληνή γνωρίζει τον Μεσσία, έρχεται η σταύρωση του.

«Ήμουν, ξανά, πιο άδεια κι από μια χήρα, πιο μοναχή κι από μια εγκαταλειμμένη γυναίκα. Επιτέλους, γνώριζα όλη την απανθρωπιά του Θεού. Ο Θεός δεν μου είχε πάρει μόνο τον έρωτα ενός πλάσματος, σε μια ηλικία που τα φανταζόμαστε αναντικατάστατα, δεν με είχε στερήσει μόνο από τις ζαλάδες της εγκυμοσύνης μου, από τις υπνηλίες της λεχώνας, από τους μεσημεριάτικους ύπνους μου σαν γριά γυναίκα στην πλατεία του χωριού, από τον τάφο σε μια γωνιά του περίβολου όπου θα με πλάγιαζαν τα παιδιά μου. Μετά την αθωότητά μου, ο Θεός με είχε απαλλάξει κι από τα λάθη μου: όταν πρωτοξεκινούσα στο επάγγελμα της εταίρας, μου στέρησε τις πιθανότητες που ‘χα ν’ ανεβώ στη σκηνή ή να σαγηνέψω τον Καίσαρα. Μετά το πτώμα του, μου πήρε το φάντασμά του: δεν θέλησε ούτε καν να μεθύσω από ένα όνειρο. Σαν τον χειρότερο ζηλιάρη, κατάστρεψε αυτή την ομορφιά που θα μπορούσε να με ξαναρίξει στα κρεβάτια της επιθυμίας: τα βυζιά μου κρέμονται – μοιάζω με το Χάρο, αυτόν τον παλιό έρωτα του Θεού. Σαν τον χειρότερο μανιακό, το μόνο που αγάπησε σε μένα ήταν τα δάκρυά μου».
Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, η Μαρία Μαγδαληνή καταγράφεται ως η πρώτη μάρτυρας της ανάστασης του Ιησού. Όταν η Μαγδαληνή τον αναγνωρίζει μετά την ανάσταση και τον πλησιάζει, εκείνος την απωθεί λέγοντας της «Μη μου άπτου». Δηλαδή «μη με αγγίζεις». Το άγγιγμα χάνεται και η Μαγδαληνή περνά στον κόσμο των συμβόλων.  Μυστηριώδης και αινιγματική φιγούρα, εξακολουθεί να κεντρίζει τη φαντασία μας ως το σπανιότερο ίσως κράμα λαγνείας, πίστης, μετάνοιας, παραφοράς και αγιοσύνης. Με το Ευαγγέλιο της Μαρίας να την παρουσιάζει ως μια παθιασμένη γυναίκα σε διαμάχη με τον Πέτρο, την μελλοντική κεφαλή της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας. Βασικό σημείο της διαφωνίας τους, η πνευματική αλήθεια βρίσκεται μέσα στην ψυχή ή πρέπει να διαμεσολαβήσει μία ανδρική, θεσμοθετημένη ιεροσύνη;

***

Περνώντας στο εκτενές ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ «Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό» (εκδ. Ερμής, 1974), το πρώτο της ομώνυμης συλλογής,  συναντάμε μία πιο έντονα έμφυλη έγνοια, συγκριτικά με το αντίστοιχο κείμενο της Γιουρσενάρ.

Παραθέτω αποσπασματικά το ποίημα της Ρουκ:

Περνώ τη ζωή μου

από την κεφαλή της ίδιας πάντα

σκουριασμένης βελόνας

και ράβω, ράβω τα πάθη μου […]

 

Άρχισα

μ’ ένα γαργαλητό

στο κέντρο της παλάμης

καρφί η ατίθαση μύγα […]

 

Και να, σκοινάκι πηδώ στον ουρανό

δειπνώ με τους δαιμόνους

τις μασκαρεμένες αγελάδες

με τα χορταρίσια όνειρα.

Τίποτα δεν θ’ αποδείξω

με τη ζωή μου

γι’ αυτό και σ’ ερωτεύτηκα

θηλαστικό μιας προϊστορίας

που θα’ ρθει

φαρμακωμένη απ’ τον τόσο σπόρο

μηρυκάζω τα μάταια λόγια

του ρόλου μου[…]

 

Πάντα κάτι παλιό είναι γύρω

για να μοιάζεις βγαλμένος

απ΄τα χαλάσματα […]

 

Με τον έρωτα μαθαίνω

τί βάρος θα σηκώνεις εσύ πάντα

-θεός ή επισκέπτης; –

μεταλαβαίνω το σώμα σου

το νερωμένο αίμα

γρατσουνισμένη απ’ τα τόσα αντίθετα

θρησκεύομαι τη γοητεία

το σχήμα των δοντιών σου

στο παλιό μας μήλο.

Είμαι ένα βαθούλωμα

που μύρισε λιβάνι ∙

ό,τι είσαι διαιωνίζεται

ό,τι εγώ σταματάει εδώ

κι έμεινα χνάρι μοναδικό

στις θεϊκές επαναλήψεις.

 

Λέξεις όπως «κεφαλή, μύγα, θηλαστικό, ρόλος, μήλο» αλλά  και τα προσεκτικά επιλεγμένα ρήματα  «ράβω, μηρυκάζω»,  καθώς και η μεγάλη αντίθεση των τελευταίων στίχων με τους τύπους «διαιωνίζεται/ σταματάει» φέρουν την πόλωση -ή το πλήρωμα- του αρσενικού και του θηλυκού στο επίπεδο των εμπειριών. Ένα σύνολο εμπειριών προϊστορικών.

Η Ρουκ στο άρθρο  “Sex Roles in Modern Greek Poetry” που δημοσιεύτηκε αρχές της δεκαετίας του ‘80 στο  Journal of Modern Greek Studies 1:1  γράφει, εδώ σε δική μου χρηστική μετάφραση, πως ακόμη και αυτές οι ποιήτριες [που εμφανίζονται την περίοδο της δικτατορίας] με την απλή πράξη της γραφής τους βγήκαν ήδη έξω από το κλειστό κύκλωμα της παραδοσιακής γυναικείας υπόστασης και έκαναν μια δραστική δήλωση. Παραδόξως, εκείνα τα πρώτα χρόνια, η ποίησή τους εξυπηρετούσε έναν ακόμη σκοπό: να κρύψει. Έτσι αφενός οι γυναίκες προσπαθούσαν να εκφραστούν και, αφετέρου μέσω αυτής της έκφρασης, προσπαθούσαν να κρύψουν τα πραγματικά τους συναισθήματα».

Το ζητούμενο των επόμενων δεκαετιών θα ήταν και για την ελληνική ποιητική δημιουργία ο κρυμμένος, αποσυρμένος στα δώματά του και αποσιωπημένος λόγος των γυναικών να σταθεί στο φως. Να ακουστεί ελεύθερος και αλογόκριτος. Η λυχνία της Μαγδαληνής είναι ένα αμυδρό αλλά επίμονο μικρό φως πολλών τέτοιων αναζητήσεων. Με τη δημόσια μνήμη σε μία διαρκή προσπάθεια αποκατάστασης της γυναικείας παρουσίας.

Η πρόσληψη της Μαγδαληνής ως μεταμεληθείσας αμαρτωλής συνεπήρε πολλούς συγγραφείς. Στα ελληνικά γράμματα ποιητές όπως ο Σικελιανός, ο Βάρναλης, ο Γρυπάρης, ο Ρίτσος, ο Γκάτσος, ο Καρούζος, ο Σινόπουλος, η Δημουλά, ο Χριστιανόπουλος, η Δαράκη,  ο Λάγιος έγραψαν για εκείνη. Το ποιητικό της Ευαγγέλιο συνεχώς εμπλουτίζεται. Ακόμη και με  παραινέσεις της Παναγίας.

Κλείνουμε με το ποίημα «Η Παναγία μιλάει στον Χριστό για την Μαγδαληνή» από την πρώτη ποιητική συλλογή της Βάγιας Κάλφα «Απλά Πράγματα» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2012).

Ίσως δε λαθεύει να σου ζητάει να τη σώσεις
Και σου μιλάω εγώ που έχω το δικό μου τρόπο
Να αρνούμαι – φυσικά και κανείς δε με ρώτησε
Τι έκανα τόσα χρόνια χωρίς έρωτα
Μα κι ο πατέρας Σου με άφησε σε άλλον
Τον οποίο αγάπησα
Μα ποτέ δεν του δόθηκα
Είχα ξεμάθει να ζω με το σώμα

Γίνομαι βλάσφημη τώρα, το ξέρω
Κι ύστερα Εσύ
Στο δρόμο μου έρχεσαι
Μόνος ξεκίνησες

Μόνος πορεύτηκες σε όλα

Και μη μου πεις για τους φίλους
Κανείς δε σε πόνεσε – εκείνος ο Πέτρος
Σε πρόδωσε τρις
Για τον Ιούδα δεν άξιζες παραπάνω απ’ αυτό
Το σακούλι – κι ο Ιωάννης
Θα κάνει τη ζωή του σε λίγο

Κανονικά θα έπρεπε να συμφωνήσω μαζί Του
Γι’ άλλα εσύ προορίζεσαι
Όμως η Σωτηρία του κόσμου είναι αμφίβολη,
Γιε μου
Γίνε εγωιστής, σώσε εσένα

Πάρε κι αυτή τη γυναίκα
Δική σου
Και συγχώρεσέ την που έζησε
Στο βάθος, το ξέρεις
Έψαχνε Εσένα – πώς να το εξηγήσεις αλλιώς
Εκείνο το αλαφιασμένο τρεχαλητό στο λιμάνι
Κι από την πόλη στο Όρος των Ελαιών
Εκείνο το κλάμα
Το φίλημα των ζεστών Σου ποδιών

Να την πάρεις,
Μόνο έτσι αλλάζει ο καιρός
Απ’ αυτά που καμιά Ιστορία
Ποτέ της δε γράφει.

 

 

 

                                                        ——————————

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here