της Όλγας Σελλά
Το σκηνικό στο θέατρο «Κιβωτός» είναι ρεαλιστικό. Η κουζίνα ενός μεγάλου εστιατορίου, ο τόπος που παρασκευάζονται όσα γεύονται οι πελάτες, επώνυμοι και ανώνυμοι. Ένας χώρος με ένταση, φωνές, άγχος, νεύρα, ιεραρχία, ανταγωνισμό, επιθετικότητα και ξεσπάσματα. Ξεσπάσματα θυμού, συγκρούσεων, ερώτων και ονείρων. Αυτός είναι ο μικρόκοσμος της «Κουζίνας» του Άρνολντ Γουέσκερ, που γράφτηκε το 1956 και έκτοτε έχει παρουσιαστεί σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου, ενώ έχει γίνει και κινηματογραφική ταινία και τηλεοπτική σειρά.
Όσοι και όσες εργάζονται σ’ αυτή την «Κουζίνα» έχουν φτάσει σε μια μητρόπολη απ’ όλα τα μέρη του κόσμου και προσπαθούν να κάνουν το επόμενο βήμα στη ζωή τους. Πολυπολιτισμικότητα, η διεθνής της βιοπάλης, το διαρκές όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Πολύ σύντομα αντιλαμβάνονται ότι ο ρυθμός δουλειάς είναι αδηφάγος, ότι η εντατικοποίηση τούς εξουθενώνει και τους απομυζά κάθε ικμάδα ζωτικότητας και διάθεσης για άλλες δραστηριότητες μετά τη δουλειά. Άλλοι το βλέπουν ρεαλιστικά, άλλοι συμβιβάζονται, άλλοι έχουν ένα διαρκές παράπονο, άλλοι εξωτερικεύουν μια υπερένταση –συχνά ενοχλητική για όσους δουλεύουν δίπλα τους-, άλλοι συνεχίζουν να ονειρεύονται ότι αυτό το πλαίσιο ζωής και δουλειάς είναι προσωρινό. Ο εργασιακός ρυθμός (ασφαλώς αλληγορία μιας κοινωνίας που πιέζει και συνθλίβει τους πιο αδύναμους κρίκους), η βεντάλια των διαφορετικών προσωπικοτήτων και οι τρόποι συνύπαρξής τους μέσα στον εργασιακό χώρο της κουζίνας (άλλη αλληγορία αυτή), ο προϊστάμενος (ο σεφ στην προκειμένη περίπτωση) και ο ιδιοκτήτης συγκροτούν τη διαστρωμάτωση αυτή της μικροκοινωνίας, που δεν διαφέρει πολύ από τη μεγάλη εικόνα.
Αυτό είναι λίγο πολύ το έργο του Άρνολντ Γουέσκερ, χωρίς πολλές ανατροπές, παρά μόνο κάποιες εναλλαγές στις προσωπικές ιστορίες όσων εργάζονται στην κουζίνα ή στο εστιατόριο. Κι αυτό το έργο –που η αλήθεια είναι ότι δείχνει αρκετά τα χρόνια του- επαφίεται στον σκηνοθέτη να το κάνει ελκτικό, σύγχρονο, μια δυναμική σύγχρονη παράσταση που ούτε το αρχικό υλικό να προδίδει, αλλά να συνδέεται και με σημερινούς συνειρμούς.
Κι εδώ έρχεται ο σκηνοθέτης Γιώργος Κουτλής και η ομάδα του. Η μετάφραση (Ελένη Κουτσιούμπα), η διασκευή (Μιχάλης Πητίδης, Γιώργος Κουτλής) και η δραματουργία (Πρόδρομος Τσινικόρης), κατ’ αρχήν. Τρεις παρεμβάσεις που έκαναν γνώριμους, οικείους και φρέσκους τους διαλόγους. Μπόλιασαν το αρχικό κείμενο με νύξεις σύγχρονων συμπεριφορών (νεοπλουτισμός, επίδειξη –«να πληρώνεις ένα νεφρό για να φας μια κατσαρίδα») αλλά και διαρκών αξιών όπως η πανάρχαιη σημασία της διαδικασίας του φαγητού, στη διάρκεια του οποίου «δεν μοιράζεσαι μόνο ένα κομμάτι ψωμί, αλλά πολλά περισσότερα».
Και δίπλα σ’ αυτά υπήρξε η εξαιρετική μουσική (Παναγιώτης Μανουηλίδης), η καλοκουρδισμένη κίνηση (Αλέξανδρος Σταυρόπουλος), σε συνδυασμό με τον ρυθμό (Γιώργος Μπουκαούρης), οι φωτισμοί (Ελίζα Αλεξανδροπούλου – από τους καλύτερους που έχω δει οπωσδήποτε φέτος) και φυσικά η «ενορχήστρωση» δηλαδή η σκηνοθεσία του Γιώργου Κουτλή (σε μεγάλα κέφια) έκαναν αυτό το όχι περίπλοκο και όχι πρωτότυπο κείμενο μια χαρισματική, σύγχρονη, ζωντανή παράσταση.
Όλα αυτά, όσο καλά και να είναι, δεν μπορούν να αποτελέσουν μια ολοκληρωμένη παράσταση αν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες ερμηνείες για να τα κινήσουν και να τα ζωντανέψουν πάνω στη σκηνή. Κι αυτό προϋποθέτει ένα επιτυχημένο καστ -που υπήρξε και σ’ αυτή την παράσταση του Γιώργου Κουτλή. Με τα κορίτσια που σερβίρουν και αντιμετωπίζουν την κακομαθησιά των πελατών (Δανάη Καλούτσα, Ιλιάννα Καραπασιά, Αναστασία Στυλιανίδη), τον απολαυστικό Σαμουήλ Ακινόλα στη λάντζα και τον υπέροχο και ρυθμικό ζαχαροπλάστη Gary Salomon. Με τον πάντα συγκινητικό και οικείο Γιλμάζ Χουσμέν και τον Μαξ (Γιώργος Κατσής σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες του) που είναι απότομος και εριστικός, και κάποια στιγμή αποκαλύπτει ότι δεν κάνει όνειρα γιατί φοβάται ότι δεν θα βγουν αληθινά. Με τον ευέλικτο σε κάθε ρόλο που θα του ανατεθεί Χρήστο Σαπουντζή στο ρόλο του σεφ και τον υπέροχα σνομπ ιδιοκτήτη του εστιατορίου Πολύδωρο Βογιατζή. Με Ιωάννα Δεμερτζίδου σε μια μάχη επιβίωσης που της στερεί την προοπτική της προσωπικής ευτυχίας, την πάντα στέρεη ερμηνεία της Ειρήνης Μακρή, που είναι ψύχραιμη, μαχήτρια και ήρεμη δύναμη μέσα στη χάβρα του τοπίου και με τον «τυφώνα» Μιχάλη Σαράντη που τσαλακώνεται, σέρνεται, ίπταται, επιτίθεται, ερωτεύεται, ακυρώνεται, καταρρέει. Και διανύει όλες αυτές τις συναισθηματικές καταστάσεις, με την ένταση του απλού ανθρώπου που θέλει διακαώς να πραγματοποιηθεί το όνειρό του.
Και ναι, ασφαλώς η παράσταση κινήθηκε στους γνωστούς σκηνοθετικούς «δρόμους» του Γιώργου Κουτλή, αυτή τη φορά όμως εμπλουτίστηκε και με νέα στοιχεία. Είχε ρυθμό, είχε κίνηση, είχε μουσική, είχε χιούμορ, αλλά είχε και πολύ συναίσθημα. Έδωσε ιδιαίτερο χώρο στο συναίσθημα σ’ αυτή την παράσταση (περισσότερο από κάθε άλλη δουλειά του), όχι σαν μελόδραμα ασφαλώς, αλλά σαν αντίλογο και αντίβαρο σε μια συνθήκη ζωής σκληρή, στεγνή, βιαστική και βεβιασμένη, σαν ζωτική ανάγκη και διέξοδο. Η ερωτική σκηνή του Μιχάλη Σαράντη με την Ιωάννα Δεμερτζίδου, η αγχωμένη, η βιαστική, η παθιασμένη, η απελπισμένη, είναι από τις ωραιότερες που έχω δει. Και ο τρόπος που κάποια από τα μέλη αυτής της «Κουζίνας» εκμυστηρεύονται αυτό που σκέφτονται ή φοβούνται ή ονειρεύονται ή ξορκίζουν είναι η ακριβή διαδικασία του μοιράσματος. Μια παράσταση που είχε όλες τις όψεις των συναισθημάτων, ακριβώς όπως υπάρχουν και στη ζωή: το όνειρο, τον έρωτα, την εξιδανίκευση, την απόρριψη, την απελπισία, το άγχος της επιβίωσης, το αίσθημα της καταπίεσης, την κατάρρευση, την παρηγοριά, την ελπίδα.
Η ταυτότητα παράστασης
Μετάφραση: Ελένη Κουτσιούμπα, Σκηνοθεσία: Γιώργος Κουτλής, Διασκευή: Μιχάλης Πητίδης, Γιώργος Κουτλής, Δραματουργία: Πρόδρομος Τσινικόρης, Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Στρούλια, Μουσική και Sound Design: Παναγιώτης Μανουηλίδης, Ηχοληψία και Sound Design: Αγγελος Κονταξής, Ρυθμική διδασκαλία: Γιώργος Μπουκαούρης, Διδασκαλία Χορωδίας: Garry Salomon, Χορογραφία – Κινησιολογία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, Σχεδιασμός Φωτισμών: Ελίζα Αλεξανδροπούλου, Βοηθός σκηνοθέτη: Θάλεια Γρίβα, Βοηθός σκηνογράφος: Ζαΐρα Φαληρέ, Βοηθός σκηνογράφου β’: Βίκυ Κωστοπούλο, Βοηθός σκηνογράφου γ’: Σάρα – Βασιλική Γκόγκο, Βοηθός Σχεδιάστριας Φωτισμών: Μαριέττα Παυλάκη, Φωτογραφίες – trailer: Χρήστος Συμεωνίδης, Γραφιστικός σχεδιασμός: Μαύρα Γίδια
Παραγωγή: Θέατρο Τέχνη
Διεύθυνση Παραγωγής: Έφη Πανουργιά
Παίζουν (αλφαβητικά):
Σαμουήλ Ακινόλα, Πολύδωρος Βογιατζής, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Δανάη Καλούτσα, Ιλιάννα Καραπασιά, Γιώργος Κατσής, Ειρήνη Μακρή, Γιώργος Μπουκαούρης, Gary Salomon, Χρήστος Σαπουντζής, Μιχάλης Σαράντης, Αναστασία Στυλιανίδη, Πήτερ Τζέικς, Γιλμάζ Χουσμέν.
Θέατρο «Κιβωτός» (Πειραιώς 115, Αθήνα)
Ημέρες και ώρες παραστάσεων
Τετάρτη και Κυριακή στις 8μ.μ., Πέμπτη και Παρασκευή στις 9μ.μ., Σάββατο στις 6μ.μ. και στις 9μ.μ.























