Η φανέλα του Πάμπλο (για την ημέρα του πατέρα)

0
1073

 

του Σταύρου Χατζηθεοδώρου.

 

-Η φανέλα….

-Εεεε….Τι η φανέλα;

-Δεν βλέπεις γαμώτο μου…; Ποτέ δεν ακούς τι σου λέω…

Πέμπτη δημοτικού και μου μιλούσε έτσι. Τον είχα κακομάθει. Όλα τα χατίρια. Θα τον κάνεις κωλόπαιδο, μου λέγανε. Να είναι χαρούμενος ήθελα.

Κάθισε δίπλα μου στη κουζίνα. Κυριακή ήτανε. Τέλειωνα με τη σάλτσα. Θα έστρωνα τραπέζι σε λίγο. Οι δυο μας.

-Μου πήραν τη φανέλα…

Τον κοίταξα…

-Είχα πάει στην αυλή με τα παιδιά, στο 11ο…. να παίξω. Ήρθαν δυο μεγάλοι…με μηχανάκι…

Τον κοίταζα.

-Με βρίσανε…με έσπρωξαν…μου σκίσανε τη φανέλα…την πήρανε…

Δαγκώθηκα. Λέξη δεν είπα. Γέμισα τα πιάτα. Μπουκιά δεν πήγε κάτω. Άφησα τον μικρό με τη φανέλα του ΠΑΟΚ ενώ ήξερα ότι πενήντα μέτρα από την αυλή του σχολείου υπήρχε ένας από τους πιο σκληροπυρηνικούς συνδέσμους του Ολυμπιακού. Μια τέτοια μέρα! Το βράδυ παίζαμε στο Καραϊσκάκη. Και με ποιά φανέλα; Του Pablo- του τελευταίου λαϊκού ήρωα της Σαλονίκης- που έλεγε και ο Νικόλας του Gagarin. Δεν μου το συγχώρησα ποτέ.

Καλοραμμένη, αστραφτερή, λευκή με μαύρες κάθετες ρίγες και το δικέφαλο στο στήθος. Στη πλάτη το νούμερο 5 και από πάνω το όνομα Pablo Garcia. Τη λάτρευε τη φανέλα. Του την έφερα το Νοέμβρη που ανέβηκα στο φεστιβάλ. Τάμα η επίσκεψη στη Τούμπα. Με απειλούσε ότι θα άλλαζε ομάδα. Ήταν ο μόνος Παοκτζής στο σχολείο. Χωριζόντουσαν Ολυμπιακοί- Παναθηναϊκοί…Δεν υπήρχε θέση για αυτόν. Με τους Αεκτζήδες να πηγαίνεις. Ξαδέρφια είμαστε, Πόντιοι, του έλεγα κάνοντας πλάκα.

Το απόγευμα προσπάθησα να τον διασκεδάσω. Του είπα και την ιστορία με τον Πειραιώτη που πηγαίνοντας διακοπές στη Χαλκιδική σταματάει σε ένα περίπτερο και ζητάει το “Φως”. Ο περιπτεράς του απαντάει “Θα φύγεις μόνος σου ή να βγω έξω;”. Δεν νομίζω να βοήθησε.

Κερδίσαμε με 1-0 με γκολ του τωρινού προπονητή μας. Γούρι η φανέλα μου είπε. Γέλασα. Το βράδυ στα αθλητικά ο “κύριος Σάββας” καυτηρίαζε εις άπταιστον καθαρεύουσα, ως απρεπή, ανάρμοστον  και κτηνώδη τη συμπεριφορά του Pablo να ρίξει ένα δεξί κροσέ μπροστά σε τριάντα χιλιάδες γαύρους στον Diogo για ένα φάουλ.

Και ο Μπιθικώτσης λέει “που να σου εξηγώ”…

Είδα το βλέμμα του. Ξέραμε και οι δυο. Ο Che της Ουρουγουάης αντίκρυ στη χαμένη αξιοπρέπεια μας. Ζητούσε τη φανέλα του μικρού πίσω.

Το βράδυ που πήγαινε για ύπνο τον άκουσα να τραγουδάει στο δωμάτιο του. “Μισή ζωή μαύρος, μισή ζωή λευκός. Μάικλ Τζάκσον ζεις…για πάντα Παοκτζής”.

Άλλαξα κανάλι. Έπεφταν οι τίτλοι από το αγαπημένο μου γουέστερν…”Φέρτε μου το κεφάλι του Γκαρσία”.  Directed : Sam Pekinpah…

Προηγούμενο άρθροΙστορία και λογοτεχνία: Μια συνέντευξη του Χέιντεν Ουάιτ στην Αγγελική Σπυροπούλου
Επόμενο άρθροΣτεροειδή και στερεότυπα ( “Η βιολογία της ομοφυλοφιλίας”)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here