Οι εξομολογήσεις της Ντυράς

0
2377

(επιμέλεια: Λϊλα Κονομάρα).

Σαν σήμερα στις 3 Μαρτίου1996, πέθανε η Μαργκερίτ Ντυράς. Πριν από 25 χρόνια   έδωσε στη Λεοπολντίνα Παλλότα ντελα Τόρρε, δημοσιογράφο της εφημερίδας La Stampa, μια συνέντευξη η οποία δεν έγινε γνωστή παρά πριν από ένα μήνα. Εκείνη την εποχή, η Ντυράς έγραφε το σενάριο του Εραστή και η δημοσιογράφος χρειάστηκε να επιμείνει πολύ για να την δεχθεί. Η συνάντησή τους κράτησε τρεις ώρες. Η συζήτησή τους διακοπτόταν συχνά από τηλεφωνήματα κατά τη διάρκεια των οποίων η Ντυράς έπιανε το χέρι της δημοσιογράφου για να την εμποδίσει να γράψει αυτά που άκουγε. Πρόκειται για την πρώτη από μία σειρά συνεντεύξεων όπου η συγγραφέας προβαίνει σε διάφορες εκμυστηρεύσεις. Ομολογεί την αγάπη της για την τηλεόραση που «πρέπει να βλέπεις κάθε μέρα, προσεκτικά, γνωρίζοντας παρόλα αυτά ότι πρόκειται για κούφιες φλυαρίες, για μια συρρικνωμένη πραγματικότητα», μιλάει για τη φιλία της με τον Μιτεράν, για τη σεξουαλική της ζωή και τους άντρες που αγάπησε, για τον αλκοολισμό της και κυρίως για τα παιδικά της χρόνια, την οικογένειά της και τη συγγραφική της πορεία.

 

Γεννηθήκατε στο Gia Dinh, λίγα χιλιόμετρα μακριά από τη Σαϊγκόν και μετά από αναρίθμητες μετακομίσεις με την οικογένειά σας ζήσατε ως τα δεκαοχτώ σας στο Βιετνάμ, τότε γαλλική αποικία. Πιστεύετε ότι είχατε μια ιδιαίτερη παιδική ηλικία;

 

Πολλές φορές έχω την εντύπωση ότι όλη μου η γραφή γεννήθηκε εκεί, ανάμεσα στους ορυζώνες, τα δάση και τη μοναξιά. Από εκείνο το κοκκαλιάρικο και χαμένο παιδί που ήμουν, μια μικρή περαστική λευκή, πιο Βιετναμέζα παρά Γαλλίδα, πάντα ξυπόλυτη, χωρίς ωράρια, χωρίς τρόπους, συνηθισμένη να κοιτάζω ώρες το δειλινό στο ποτάμι, με το πρόσωπο καμμένο απ’ τον ήλιο.

 

Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας παιδί;

 

Οι πρώτες εικόνες του εαυτού μου ξεπηδούν ανάμεσα στα οροπέδια, τη μυρωδιά της βροχής, του γιασεμιού, του κρέατος. Τα αποχαυνωτικά μεσημέρια στην Ινδοκίνα έμοιαζαν για μας τα παιδιά να περικλείουν ένα είδος πρόκλησης απέναντι στην πνιγηρή φύση που μας περιέβαλλε. Μια αίσθηση απαγορευμένου και μυστηρίου βάραινε πάνω στο δάσος. Εκείνη η περίοδος μας άρεσε τόσο πολύ στα αδέρφια μου και σε μένα που περιπλανιόμασταν για ώρες προσπαθώντας να ελευθερωθούμε από τις λιάνες που μπλέκονταν με τις ορχιδέες, κινδυνεύοντας ανά πάσα στιγμή να πέσουμε πάνω σε τίγρεις ή φίδια.

 

Μετά το θάνατο του πατέρα σας, στα τέσσερά σας χρόνια, απομείνατε εσείς, η μητέρα σας και οι δύο αδελφοί σας.

Τώρα που έχουν πεθάνει όλοι μπορώ να μιλήσω ελεύθερα. Ο πόνος με έχει εγκαταλείψει. Ο μικρότερος αδερφός μου είχε ένα κορμί αδύνατο, ευλύγιστο – μου θύμιζε, ένας Θεός ξέρει γιατί, το κορμί του πρώτου μου εραστή, του Κινέζου. Ήταν σιωπηλός, μονίμως τρομαγμένος, και δεν μπόρεσα να απαγκιστρωθώ απ’ αυτόν μέχρι την ημέρα που πέθανε. Ο άλλος αδερφός μου ήταν ένας αλήτης, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς τύψεις, πιθανόν και χωρίς καθόλου αισθήματα. Ήταν αυταρχικός και μας φόβιζε. Τώρα μου φέρνει στο νου τον ήρωα που ενσαρκώνει ο Ρόμπερτ Μίτσαμ στην ταινία Ο εκτελεστής του μεσονυκτίου, ένα μείγμα πατρικού και εγκληματικού ενστίκτου. Από εκεί νομίζω, προέρχεται αυτή η δυσπιστία που ένιωθα πάντα για τους άντρες.

Μία από τις τελευταίες φορές που τον είδα, ήταν όταν ήρθε σπίτι μου, στο Παρίσι, στην Κατοχή για να μου πάρει λεφτά. Ο άντρας μου, ο Ρομπέρ Αντέλμ, είχε σταλεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Πολλά χρόνια αργότερα, έμαθα ότι είχε κλέψει και τη μητέρα μου και ότι τελικά πέθανε αλκοολικός σ’ ένα νοσοκομείο.

Το τελευταίο στάδιο του πάθους, ναι. Αρνήθηκα για χρόνια το πάθος που ένιωθα για τον αδερφό μου και που κρυβόταν κάτω απ’ το μίσος. Ο τρόπος που με κοιτούσε ήταν εκείνος που με έπεισε για το αντίθετο. Δεν ήθελα ποτέ να χορέψω μαζί του όταν μας χάρισαν το πικ-απ: η επαφή με το σώμα του μου προκαλούσε φρίκη και έλξη μαζί.

 

 Όταν φτάσατε στο Παρίσι, τι είδος ζωής κάνατε;

 

Φοιτητική. Παρακολουθούσαμε τα μαθήματα, βρισκόμασταν στα καφέ για να φάμε ένα σάντουιτς και να συζητήσουμε, το βράδυ πηγαίναμε στα μπαρ, ήμασταν όλοι νέοι, δεν είχαμε φράγκο. Δεν θυμάμαι και πολλά από εκείνα τα χρόνια. Ίσως επειδή σπάνια μιλάω γι’ αυτά. Μου φαίνονται μερικές φορές σαν βυθισμένα στο σκοτάδι.

 

Ποιος είναι ο απολογισμός των οκτώ χρόνων της προσχώρησής σας στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα;

 

Εξακολουθώ να είμαι μια κομμουνίστρια που δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της στον κομμουνισμό. Για να προσχωρήσεις σε ένα κόμμα, πρέπει να είσαι αυτιστικός, νευρωτικός, κουφός και τυφλός κατά κάποιο τρόπο.

 

Το πρώτο σας βιβλίο, Les impudents, κυκλοφορεί το 1943. Ήσασταν 29 ετών.

 

Ναι. Μιλούσε για το μίσος που ένιωθα για το μεγάλο μου αδερφό. Είχα στείλει το χειρόγραφο στον Κενώ -δεν τον ήξερα τότε- ο οποίος εργαζόταν στον Γκαλιμάρ. Όταν μπήκα στο γραφείο του ήμουν συγκινημένη, αλλά σίγουρη για τον εαυτό μου. Το βιβλίο είχε ήδη απορριφθεί από όλους τους άλλους εκδότες, ήμουν όμως βέβαιη ότι αυτή τη φορά θα το ενέκριναν. Ο Κενώ δεν είπε ότι ήταν καλό, είπε απλώς, ανασηκώνοντας το βλέμμα: «Κυρία μου, είστε συγγραφέας».

 

Το 1950, βγήκε το Φράγμα στον Ειρηνικό, το κατ’ εξοχήν βιβλίο για την εφηβεία σας.

 

Και το πιο δημοφιλές, το πιο εύκολο. Πουλήθηκαν πέντε χιλιάδες αντίτυπα. Ο Κενώ ήταν ενθουσιασμένος, έκανε σαν μικρό παιδί, το διαφήμισε πολύ και παρά τρίχα να πάρω το Γκονκούρ. Ήταν όμως ένα βιβλίο πολιτικό, αντιαποικιοκρατικό, και εκείνη την εποχή δεν έδιναν βραβεία στους κομμουνιστές. Πήρα το Γκονκούρ τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα με τον Εραστή, όπου άλλωστε επανέρχονται τα ίδια θέματα: η φτώχεια στις αποικίες, το σεξ, το χρήμα, ο εραστής, η μητέρα, τα αδέρφια.

 

Υπάρχουν πρόσωπα και καταστάσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα;

 

Αναγκάστηκα να λέω ψέματα για χρόνια όσον αφορά πολλές ιστορίες του παρελθόντος. Η μητέρα μου ζούσε ακόμη, δεν ήθελα να μάθει ορισμένα πράγματα. Μια μέρα, απόμεινα μόνη τελικά και είπα στον εαυτό μου: γιατί να μην πω την αλήθεια τώρα πια; Το κάθε τι στο βιβλίο είναι αλήθεια: τα ρούχα, ο θυμός της μητέρας μου, τα γλυκερά φαγητά που μας έβαζε να τρώμε, η λιμουζίνα και ο Κινέζος εραστής.

 

Ακόμα και τα λεφτά που σας έδινε;

 

Το θεωρούσα καθήκον μου να τα παίρνω από έναν δισεκατομμυριούχο για να τα δώσω στους δικούς μου. Εκείνος μου έφερνε δώρα, μας έκανε βόλτες με το αυτοκίνητο και μας προσκαλούσε όλους στο πιο ακριβό εστιατόριο της Σαϊγκόν. Στο τραπέζι κανείς δεν του απηύθυνε το λόγο,  όλοι ήταν λίγο ρατσιστές στις αποικίες, και η οικογένειά μου έλεγε ότι τον μισούσε. Στο θέμα των χρημάτων όμως, έκλεινε τα μάτια. Τουλάχιστον δεν θα ήμασταν αναγκασμένοι να πουλήσουμε ή να υποθηκεύσουμε τα έπιπλα για να φάμε.

 

Τι άλλες αναμνήσεις έχετε απ’ αυτόν τον άνθρωπο;

 

Το κινέζικο κορμί του δεν μου άρεσε, χάριζε όμως απόλαυση στο δικό μου. Αυτό ήταν που ανακάλυψα τότε.

 

Τη δύναμη του πόθου;

 

Ναι, την ολοκληρωτική, απρόσωπη, τυφλή δύναμη του πόθου, πέρα από κάθε συναίσθημα. Δεν μπορούσε να εκφραστεί. Εκείνο που μου άρεσε σ’ αυτόν τον άντρα ήταν ο έρωτάς του για μένα κι εκείνος ο ερωτισμός που υποδαυλιζόταν από την αμφιλεγόμενη κατάσταση μεταξύ μας.

 

Ο Εραστής πούλησε 1,5 εκατομμύριο αντίτυπα μόνο στη Γαλλία και μεταφράστηκε σε 26 γλώσσες. Πώς εξηγείτε αυτή την τεράστια επιτυχία;

 

Και να σκεφτεί κανείς ότι ο Ζερόμ Λιντόν, ο εκδότης μου δεν είχε τυπώσει παρά 5.000! Μέσα σε λίγες μέρες είχε ήδη εξαντληθεί. Σε ένα μήνα, το τιράζ ανέβηκε στις 20.000 και τότε έπαψα να ασχολούμαι. Το άφησα έτσι, χωρίς να  ξανανοίξω ποτέ το βιβλίο, έτσι κάνω πάντα.

 

Πολλοί έλεγαν, πριν από το θάνατο της Γιουρσενάρ, ότι εσείς κι εκείνη μοιράζεστε την πρώτη θέση στα γαλλικά γράμματα όσον αφορά τις γυναίκες.

 

Η Γιουρσενάρ ήταν ακαδημαϊκός. Εγώ όχι. Τι άλλο; Τα Απομνημονεύματα του Αδριανού είναι ένα σπουδαίο βιβλίο: τα υπόλοιπα, αρχής γενομένης από το Αρχεία του Βορά, δεν διαβάζονται κατά τη γνώμη μου. Εγώ πάντως το άφησα στη μέση. Καμιά φορά στο δρόμο, με έπαιρναν για εκείνη. Εσείς δεν είστε η βελγίδα συγγραφέας, μου έλεγαν; Ναι, απαντούσα και το έβαζα στα πόδια.

 

Ας έρθουμε στις σχέσεις σας με τον Σαρτρ.

 

Πιστεύω πως ο Σαρτρ είναι υπεύθυνος για την τόσο λυπηρή πολιτιστική και πολιτική καθυστέρηση της Γαλλίας. Θεωρούσε τον εαυτό του  επίγονο του Μαρξ, μοναδικό ερμηνευτή της σκέψης του: εκεί οφείλονται και οι αμφισημίες του υπαρξισμού.

 

Γνωρίζεστε εδώ και χρόνια με τον Φρανσουά Μιτεράν.

 

Ναι, από την Αντίσταση. Είναι ανάμεσα στους λίγους ανθρώπους και  στους πρώτους στους οποίους στέλνω τα βιβλία μου. Είμαι βέβαιη ότι θα τα διαβάσει και ότι θα με πάρει τηλέφωνο για να τα συζητήσουμε. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει πολύ τη ζωή ο Μιτεράν.

 

Πώς θα περιγράφατε τη διαδικασία της γραφής;

 

Πρόκειται για μια πνοή που με επισκέπτεται τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα κι ύστερα χάνεται για μήνες. Δεν μπορώ να απαλλαγώ απ’ αυτήν. Πρόκειται για μια πολύ παλιά προσταγή, μια ανάγκη να αρχίσεις να γράφεις χωρίς ακόμη να ξέρεις γιατί: η ίδια η γραφή δηλώνει την άγνοιά της, την αναζήτηση εκείνου του σκοτεινού τόπου όπου συσσωρεύεται  ακέραια όλη η εμπειρία.

 

Θεωρείτε τη γραφή έναν τρόπο να εξορκίσει κανείς τις φαντασιώσεις του; Έχετε υποστηρίξει στο παρελθόν τις θεραπευτικές της ικανότητες.

 

Γράφω για να ευτελίσω τον εαυτό μου, να τον κατακρεουργήσω, και για να πάψω να του δίνω τόση σημασία, να ξεφορτωθώ πράγματα: ο σκοπός είναι να πάρει τη θέση μου το κείμενο έτσι ώστε εγώ να υπάρχω λιγότερο. Δεν καταφέρνω να απελευθερωθώ από τον εαυτό μου παρά μόνο με δυο τρόπους: μέσω της σκέψης της αυτοκτονίας και μέσω της γραφής.

 

 

Προηγούμενο άρθροΛουκία Δέρβη: Ξένοι παντού
Επόμενο άρθροΗ διελκυστίνδα του έρωτα και του θανάτου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ