Η εξαφάνιση του Ροδόλφου Μπάτη (του Κώστα Θ. Καλφόπουλου)

0
234

 

του Κώστα Θ. Καλφόπουλου

Ο Γιώργος Α. Λεονταρίτης είναι, ίσως, «ο τελευταίος των Μοϊκανών» μιας μαχητικής, ερευνητικής, αλλά και ανεπηρέαστης από κομματικές δεσμεύσεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις δημοσιογραφίας που πλέον δεν υπάρχει, κουβαλώντας την πείρα δεκαετιών και με πλούσιο συγγραφικό έργο γύρω από τη μεταπολεμική πολιτική και την ιστορία της χώρας. Επί πλέον, υπήρξε ο «καλύτερος μαθητής» του Γιάννη Μαρή, έχοντας διατελέσει στενός συνεργάτης του, αλλά και καλός οικογενειακός φίλος, και αυτήν ακριβώς τη «μαθητεία» την μεταπλάθει λογοτεχνικά, αποτίοντας φόρο τιμής στον «δάσκαλό» του και, κυρίως, κάνοντάς τον συμπρωταγωνιστή στο δεύτερό του μυθιστόρημα, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Άγρα» και χαρακτηρίζεται ως «πολιτικό νουάρ».

Τα «Πολλά πρόσωπα του Ροδόλφου Μπάτη» είναι ακριβώς ό,τι ο υπότιτλος του βιβλίου υπόσχεται: ένα πολιτικό-αστυνομικό θρίλλερ με νουάρ μοτίβα και σωστό ρυθμό, που συγγενεύει όμως περισσότερο με το είδος της νουβέλλας παρά με μυθιστόρημα. Το συναρπαστικό αφήγημα εκτυλίσσεται στην ταραγμένη δεκαετία του ’50 (κι ίσως είναι το πρώτο που αναδεικνύει τα «πέτρινα χρόνια» μιας αριστεράς που αναζητεί την επιστροφή της στην πολιτική σκηνή, αλλά και συνταράσσεται από εσωτερικές συγκρούσεις και εκατέρωθεν πιέσεις, στις Συμπληγάδες του αντικομμουνισμού και της σταλινικής κυριαρχίας. Ο εξοικειωμένος αναγνώστης εντοπίζει έγκαιρα την «ιστορική μαγιά» του αστυνομικού αφηγήματος, που συγγενεύει με το πολιτικό θρίλλερ: αφ’ ενός με την «υπόθεση Πολκ», ως προς την πολυπλοκότητα της ιστορίας, και αφ’ ετέρου με την «Εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη», ως προς τις λογοτεχνικές επιρροές του, που είναι διάστικτες στο κείμενο.

Κατά μία έννοια, ο πρωταγωνιστής του Γιώργου Α. Λεονταρίτη είναι, σχεδόν αυτούσιος, η μεταπολεμική εκδοχή του ήρωα του καλλίτερου ίσως μυθιστορήματος του Γιάννη Μαρή. «Ο περίεργος κύριος Ροδόλφος» διακρίνεται από τις ίδιες «αρετές και κακίες» του αρχικού πρωταγωνιστή: ελκυστικός, πολυμήχανος, επιτυχημένος, λάτρης του «ασθενούς φύλου» και των ωρίμων κυριών, στην ουσία, ένας οππορτουνιστής και αμοραλιστής, ένας άνθρωπος που ξέρει να επιβιώνει, αλλά και να ζει πλουσιοπάροχα, ανεξαρτήτως καθεστώτων, πολιτικών εξελίξεων και οικονομικών συνθηκών: μια αντιφατική φυσιογνωμία με έντονο το ένστικτο της επιβίωσης, ένας «υπηρέτης πολλών αφεντάδων» με κύριο κίνητρο την κοινωνική ανέλιξη και τις επικερδείς επιχειρήσεις του.

Η υπόθεση ακολουθεί, σχεδόν κατά γράμμα, το αρχικό υπόδειγμα: ένας δημοσιογράφος του αριστερού, φιλελεύθερου Τύπου, θα συναντηθεί απρόοπτα με τον νεανικό, ανολοκλήρωτο έρωτά του, που θα τού αναθέσει έναντι αδράς αμοιβής την περίεργη υπόθεση, αλλά και θα τού ζωντανέψει το παρελθόν, μέσα στην καρδιά των εμφύλιων παθών. Η εξαφάνιση του συζύγου (κλασσικό Leitmotiv του νουάρ) θα οδηγήσει τον ήρωα σε περιπέτειες, που θα ανατρέψουν όχι μόνο βεβαιότητες, μαζί και την προσωπική και επαγγελματική του ρουτίνα, κυρίως όμως θα ταράξουν τη βολή του και τις όποιες «αντιπαροχές» της σπιτονοικοκυράς του (ακόμα ένα γνώριμο μοτίβο στον Μαρή).

Η αναζήτηση του «χαμένου συζύγου», αυτονόητα, δεν είναι ούτε απλή ούτε εύκολη υπόθεση, όταν μάλιστα ο ήρωας ταλανίζεται από τα φαντάσματα του παρελθόντος του, αλλά και όταν ο έρωτας χτυπά την «πόρτα της καρδιάς του», στο πρόσωπο της νεαρής ηθοποιού Άννας Δερδεμέζη, που συμπρωταγωνιστεί με την Έλλη Λαμπέτη στο «Πενγκ, καρδούλα μου», μία μεγάλη θεατρική επιτυχία της εποχής. Σιγά-σιγά το νήμα ξετυλίγεται, συχνά όμως μεσολαβούν άλυτοι κόμποι-ερωτήματα, καθώς ο δημοσιογράφος μπαίνει όλο και πιο βαθιά στην έρευνα, συναντώντας πρόσωπα που άλλα θα διαφωτίσουν (όπως η παλιά ντίβα Μπιάνκα Κολοζώφ, σε μία επίσκεψη του ήρωα στο σπίτι της που θυμίζει κάτι από το Sunset Boulevard, του Μπίλλυ Γουάλιντερ) και άλλα θα συσκοτίσουν την υπόθεση, υπό το άγρυπνο βλέμμα του αστυνομικού διευθυντή Θεόδωρου Ρακιντζή (η σκηνή της πρώτης επίσκεψης στο γραφείο του αντιστοιχεί με την ανάλογη συνάντηση του ήρωα του Μαρή με τον Μανιαδάκη), απηνή διώκτη του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και εκ των πρωταγωνιστών της «υπόθεσης Μπελογιάννη».

Αρωγός και σύμβουλος στις μάλλον αδιέξοδες προσπάθειές του ήρωα θα σταθεί πρωτίστως ο Γιάννης Μαρής, που «ζωντανεύει» πειστικά στο αφήγημα του Λεονταρίτη, αλλά και σχεδόν όλο το πολιτικό, δημοσιογραφικό και συγγραφικό επιτελείο της εποχής (Ηλ. Τσιριμώκος, Τ. Βουρνάς, Α. Κέδρος, του Πικασσό συμπεριλαμβανομένου κ.ά.), ένα σκηνικό εξαιρετικά γνώριμο στον συγγραφέα που το αποδίδει πιστά, λιτά και με τον προσήκοντα σεβασμό προς τα πρόσωπα με τα οποία ο συγγραφέας είχε προσωπική και επαγγελματική σχέση. Η έρευνα θα συνεχιστεί, παρά τις αντιξοότητες, αλλά και τις προτροπές των άμεσα ενδιαφερομένων να μην μπλέκεται ο ήρωας στα πόδια τους, ενώ ένας φόνος, αλλά και δύο «επισκέψεις» σε περίεργα καταλύματα με ενδιαφέρουσες αποκαλύψεις (η μία, παρόντος του Γ. Μαρή) θα περιπλέξουν ακόμα περισσότερο τα πράγματα, μέχρι την τελική λύση του γρίφου, που και αυτή θα ακολουθήσει, όπως στις κλασσικές συμβάσεις του είδους, με κάποια χρονική καθυστέρηση, σε ανάλογο σκηνικό με την «Εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη», με την εμβόλιμη σκηνή της αποκάλυψης, στην πόλη και τη σκηνοθεσία του «Τρίτου άνθρωπου».

Ερωτικά πάθη και πολιτικές ίντριγκες, σκοτεινά και αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, πρόσωπα γοητευτικά (οι γυναίκες στον Λεονταρίτη δεν απέχουν πολύ από εκείνες του Μαρή) και ύποπτες φυσιογνωμίες (ανα)συνθέτουν την ατμόσφαιρα της ταραγμένης εποχής, με την αφηγηματική μαεστρία του έμπειρου δημοσιογράφου και συγγραφέα.

Η αίσθηση πάντως που αποκομίζει κανείς από την ανάγνωση του γλαφυρού, και με εξαιρετικό  ρυθμό, αναγνώσματος είναι ότι ο Λεονταρίτης κινείται -συνειδητά- πιστά στα ίχνη του (απαράμιλλου) πρώτου διδάξαντος και, κατά μία έννοια, «πατριάρχη του αστυνομικού», Γιάννη Μαρή. Αυτή η δικαιολογημένη, αλλά και δεσμευτική συμπόρευση αναπόδραστα έχει ένα θετικό και ένα αρνητικό: αφ’ ενός, εκπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο τον «φόρο τιμής» στον «Δάσκαλό» του, αφ’ ετέρου όμως εγκλωβίζει τον αναγνώστη σε μία παράλληλη ανάγνωση -και σύγκριση- με το πρωτότυπο: έτσι, έχει κανείς την αίσθηση ενός «σήκουελ» ή σα να διαβάζει ένα μυθιστορηματικό παλίμψηστο, αφού πίσω από τις γραμμές του μυστηριώδους «Ροδόλφου Μπάτη» διακρίνεται η αινιγματική φυσιογνωμία του «Τζων Αυλακιώτη».

Σε κάθε περίπτωση, μετά την «Οδό Παυλώφ 22», ο χαλκέντερος Γιώργος Λεονταρίτης μάς παραδίδει ένα ακόμα δείγμα των αφηγηματικών του δεξιοτήτων που συμπληρώνει με επιτυχία το παλμαρέ ενός παραγωγικού συγγραφέα με πολυσχιδές έργο.

 

Γιώργος Α. Λεονταρίτης, Τα πολλαπλά πρόσωπα του Ροδόλφου Μπάτη, Άγρα

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΤο μεγαλύτερο ταμπού του αιώνα μας, η εκμετάλλευση των ζώων (της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη)
Επόμενο άρθρο«Τι σε εμποδίζει να διαδίδεις την αλήθεια χαμογελώντας;» (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here