Χρήστος Τσιάμης
Στη μνήμη του Αρθούρου Ζερβού (*)
Η Αρχή
Μας ρούφηξε ο αέρας μέσα σε ένα σιδερένιο τούνελ, ιπτάμενο, πάνω από πόλεις και βουνά, πάνω από λίμνες και θάλασσες, και πάνω από τον μεγάλο ωκεανό. Και από τους δρόμους μιας δικτατορικής ησυχίας μας έβγαλε, από την άλλη μεριά, στο καμίνι των δρόμων που δεν τέλειωναν στην άκρη των ματιών, που δεν ησύχαζαν μέρα και νύχτα από το βουητό.
Έλα μωρό μου, άναψε μου τη φωτιά, Τζούντυ γαλανομάτα, άσπρο κουνέλι, μωβ καταχνιά, οι καιροί μας αλλάζουν. Στριμωγμένοι στα μικρά δωμάτια της αφραγκίας μας πιάναμε πουλιά στον αέρα σαν πέρναγαν έξω από τα μικρά παράθυρα της σοφίτας μας. Και ύστερα γίνονταν άλογα που τραβούσαν τα άρματα των ονείρων μας. Δεν είχαμε χρήματα, μέσα στη Μέκκα του χρήματος. Είχαμε, όμως, μεγάλη όρεξη και φαντασία. Και βρίσκαμε πάντα τρόπους να τις εξαργυρώνουμε και τις δυο και να ζούμε μια ζωή πλούσια.
Πρώτα ήταν η μουσική, άφθονη, από εκείνο το στερεό πλαστικό κουτάκι της Πανασόνικ ( η πρώτη μας αγορά στον τόπο αυτό, από το τεράστιο κεντρικό πολυκατάστημα). Και τα βιβλία, βεβαίως, φυγαδευμένα από βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία… Και οι συζητήσεις για όλα αυτά και για τα άλλα που μας έκαιγαν. Τα πολιτικά της χώρας όπου είχαμε έρθει και της χώρας που είχαμε αφήσει πίσω μας. Κουβέντα ολονύχτια.
Ήταν αλήθεια ότι υπήρχε καταμερισμός εργασίας, ανάλογα με το πάθος του καθενός. Να, ο Χρήστος πλοηγούσε το σκάφος μέσα στη θάλασσα της λογοτεχνίας. Ανακάλυπτε καινούργιους (για αυτούς τους νεόφερτους) ποιητές και συγγραφείς και διάβαζε στους υπόλοιπους, το βράδυ μετά τη σχολή, μεγαλοφώνως, κείμενα που του είχαν κάνει εντύπωση. Και φρόντιζε να μάθει και να μας πάει σε αναγνώσεις και σε άλλα λογοτεχνικά συμβάντα που αφθονούσαν στην πόλη. Ο Αρθούρος έπιανε κουπί στα γρήγορα ρεύματα του σινεμά. Χανόταν με τις ώρες στα σκοτάδια των κινηματογραφικών αιθουσών και ύστερα γύριζε σπίτι να μας περιγράψει ανήκουστες περιπέτειες. Ήταν πάντα ενημερωμένος για τζάμπα φεστιβάλ στα πανεπιστήμια και για ό,τι καλό έπαιζαν οι λίγοι κινηματογράφοι με εισιτήριο σε τιμή ευκαιρίας.
«Ιταλικός κινηματογράφος τέχνης», το είχαν διαφημίσει το μίνι-φεστιβάλ στου πανεπιστήμιου την ευρύχωρη θεατρική αίθουσα. Και ήταν ευκαιρία οι πρώτες γνωριμίες μας με κάποιες συμφοιτήτριες να γίνουν ραντεβού κοινωνικά μέσα στα αυστηρά οικονομικά μας περιθώρια (η είσοδος ήταν δωρεάν…). Κάθε ταινία ήταν κι ένα μάθημα. «Ο κλέφτης των ποδηλάτων» μας μάθαινε τρόπους αφήγησης με οικονομία, ο δρόμος στη «La strada» μας πήγαινε εκεί όπου σμίγει το δράμα με την κωμωδία για να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα, και η ταινία με τον αξέχαστο τίτλο «8 1/2» ανέβαζε τη θερμοκρασία της φαντασίας. Ή μήπως η ζέστη ανέβαινε από τα δάχτυλα που τα έσφιγγε το κορίτσι δίπλα μας;
Και μια μέρα ο Αρθούρος ανακάλυψε κάτι καινούργιο! ‘Είναι ένα έργο τόσο τρελό που το προβάλουν μόνο τα μεσάνυχτα!’’ μας είπε. Φαίνεται ότι ο κινηματογράφος δεν περίμενε το έργο αυτό να προσελκύσει το πλατύ κοινό, κι έτσι, σαν χάρη προς τον σκηνοθέτη, ίσως, ή σαν πείραμα, αποφάσισαν να κάνουν μόνο μια προβολή τη μέρα αφού είχε τελειώσει το εμπορικό πρόγραμμα. Παιζόταν λοιπόν μεσάνυχτα στον κινηματογράφο «Elgin Theater» στη γειτονιά Τσέλσι. Λεγόταν «El Topo» και ήταν του άγνωστου, τότε, Χιλιανού σκηνοθέτη Alejandro Zodorowsky. Πήγαμε ορεξάτοι, το είδαμε, μας ενθουσίασε αλλά…καταλάβαμε λίγα. Στην επιστροφή για το σπίτι, στα βαθιά της νύχτας, αναλύαμε την ταινία, αμέριμνοι για τους κινδύνους της πόλης που είχε γονατίσει τα χρόνια εκείνα από το χρέος και το έγκλημα. Και η κουβέντα μας για το έργο τις επόμενες μέρες δημιούργησε καινούργια ερωτήματα. Κι έτσι, πριν περάσει βδομάδα, μια και δυο το βάλαμε ξανά για τη μεταμεσονύχτια παράσταση μήπως λύσουμε τις απορίες μας, αλλά και για τη σκέτη απόλαυση της καινούργιας εμπειρίας και του αλλόκοτου θεάματος. Οι μεσονύχτιες κινηματογραφικές προβολές έμελλε να γίνουν θεσμός στην πόλη μας.

Η πανεπιστημιακή εφημερίδα έγραφε συχνά για τους ποιητές Μπητ που έδιναν κι έπαιρναν εκείνη την εποχή. Και ο Χρήστος διάβασε στην εφημερίδα Βίλλετζ Βόϊς ότι οι μεγάλες θεότητες αυτού του κινήματος, ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ και ο Γουίλιαμ Μπάροους, θα έκαναν ανάγνωση στην ιστορική εκκλησία Σεντ Μαρκς. Σαν φτάσαμε εκεί η κατάσταση ήταν πατείς με πατώ σε. Ο κυρίως ναός ήταν κατάμεστος και είχε αρχίζει να γεμίζει και ο νάρθηκας. Κι έτσι ανεβήκαμε τις σκάλες για τον εξώστη. Εκεί με προσπάθεια τρυπώσαμε κάπου κεντρικά και μπροστά και αντικρύσαμε ακριβώς απέναντι, εκεί που μάλλον ήταν το ιερό όταν λειτουργούσε η εκκλησία, τον γενειοφόρο και μακρυμάλλη Γκίνσμπεργκ οκλαδόν να παίζει το μικρό του αρμόνιο-ακορντεόν. Ο Μπάροους καθόταν σαν μεσοαστός δάσκαλος σε ένα τραπεζάκι λίγο παραπέρα. Η ανάγνωση του καθενός από τους συγγραφείς έγινε με πολλά πάρε δώσε με το ζωηρό κοινό, ακόμα και με καμμιά βρισιά από κάποιον δυσαρεστημένο με κάτι από τα λεγόμενα. Η μικρή παρέα μας ενθουσιασμένη απορροφούσε το κλίμα, που ήταν πανηγυρικό, και το γλεντούσε παρόλο που δεν πιάναμε τα πάντα από τα ποιήματα και από τα κείμενα που ακούγαμε. Στο τέλος, ο Χρήστος ήταν αποφασισμένος να συναντήσει τον ποιητή. Με αρκετό σπρώξιμο βρέθηκε στα «παρασκήνια» και πριν το συνειδητοποιήσει βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον βάρδο Μπητ! Έτεινε το χέρι και του συστήθηκε ο εικοσάχρονος: «ποιητής από την Πάτρα, μεταφράζω ποιήματα σας στα ελληνικά. Έχω αρχίσει να μεταφράζω και το Kaddish». Ο βάρδος του έδωσε ένα σημειωματάριο. «Γράψε εδώ τα στοιχεία σου» του είπε. Κι εκεί τέλειωσε η ανταλλαγή μεταξύ τους γιατί περίμενε μια μεγάλη ουρά από πίσω.
Ο Αρθούρος είχε αρχίσει να μπαίνει στα βαθιά του σινεμά, που ήταν άπατα για εμάς τους υπόλοιπους…Εντελώς πειραματικό κινηματογράφο δηλαδή. Η κάμερα να κινηματογραφεί με τις ώρες έναν ουρανοξύστη, ή τις αντανακλάσεις του φωτός από μια κρυστάλλινη σταχτοθήκη! Τέτοια πράγματα δεν ήταν για τον καθένα. Χανόταν σε εκείνες τις αίθουσες (γιατί δεν ήταν πραγματικοί κινηματογράφοι εκεί όπου παρουσίαζαν τέτοια φιλμ) για να δει έργα του Σταν Μπρακχέϊτζ (τον είχε συναντήσει σαν καθηγητή του στο πανεπιστήμιο ο Αρθούρος και είχε ενθουσιαστεί), του διάσημου Αντυ Γουόρχολ, και του Λιθουανού Τζόνας Μέκας (που έτυχε, πολλά χρόνια μετά, σε μια καινούργια τροπή της ζωής, να τον συναντάει συχνά ο Χρήστος στο μετρό, νωρίς το πρωί, όταν συνόδευαν και οι δυο τους τα ανήλικα παιδιά τους στο ίδιο δημόσιο σχολείο).

Πέραν της έμφυτης δυσκολίας του είδους, ο πειραματικός κινηματογράφος δεν προσφερόταν για ρομαντικά ραντεβού. Υπήρχε όμως ένας πλούτος έργων που πρόσφεραν υψηλή τέχνη και διασκέδαση στους εμπορικούς κινηματογράφους, εκείνη την εποχή, όπου πηγαίναμε με τις φίλες μας συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου… Ήταν η εποχή της αρχής του νέου Αμερικανικού κινηματογράφου. Easy Rider, Midnight Cowboy, MASH, Catch-22, The Last Picture Show, The Godfather. Η εποχή επίσης της «εισβολής» στην πόλη μας των έργων των μεγάλων Ευρωπαίων σκηνοθετών (Φελλίνι, Μπερτολούτσι, Τρυφό, Αντονιόνι, Γκοντάρ). Και των έργων με επίκαιρες κοινωνικές-πολιτικές αιχμές, όπου στεκόμαστε στην ουρά για να μεταλάβουμε τα καινούργια κοινωνικά μηνύματα. Όπως η σουηδική ταινία περί σεξουαλικής απελευθέρωσης, “I am curious Yellow”, ή η ταινία «Ζ» για τη δικτατορία στην Ελλάδα. (Εκεί συναντήσαμε μια βραδιά στην ουρά τον Ντάστυ Χόφμαν που τον είχαμε απολαύσει στον «Καουμπόϋ του Μεσονυχτίου»). Και υπήρχαν και οι κινηματογράφοι με τις ιστορικές αναδρομές, με έργα… χύμα. Δυο δολάρια, δυο έργα. Bleecker Street Cinema, Saint Marks Cinema, Thalia Theater.
Εκείνη τη μέρα ο Χρήστος, σαν να είχε προαίσθηση, τηλεφώνησε απ’ το πανεπιστήμιο στο διαμέρισμα. Απάντησε ο μονήρης συγκάτοικος. Αυτός που χανόταν με μια φωτογραφική μηχανή στους δρόμους της πόλης ή κλεινόταν στο μπάνιο, τον «σκοτεινό θάλαμο», για να εμφανίσει τα φιλμ. ‘Μήπως είχα κανένα γράμμα;’, ρώτησε ο Χρήστος. ‘Ναι’, του απαντάει εκείνος. ‘Από έναν Αμερικάνο. Κάποιον Γκίμπελ, ή Γκίζνερ, ή κάτι τέτοιο.’ ‘Ρε συ, πήγαινε βρες το γράμμα και διάβασε μου το πραγματικό του όνομα…’ Είχε μια υποψία. ‘Αλλεν Γκίνσμπεργκ’ ακούγεται από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Κλείνει το τηλέφωνο και τραβάει ευθύς για τον υπόγειο. Τι χτυποκάρδι χαράς είναι αυτό! Παίζει στο νου του διάφορες εκδοχές του γράμματος. Το γράφει και το διαγράφει, και πάλι απ’ την αρχή. Στο σπίτι, σαν σκύλος στο ντορό, ψάχνει για τον φάκελο. Κοιτάει στο τραπέζι της κουζίνας, όπου συνήθως αφήνουν την αλληλογραφία, στο τραπεζάκι στον κοινό χώρο. Στο δωμάτιο του, βρίσκει στο γραφείο επάνω μια στενόμακρη λευκή ταχυδρομική κάρτα. Τη διαβάζει και την ξαναδιαβάζει μέχρι να «αποκρυπτογραφήσει» τον γραφικό χαρακτήρα. Ευχαρίστως να σε βοηθήσω με τις μεταφράσεις σου, του γράφει ο ποιητής. Αυτά είναι μερικά ποιήματα που θα σου πρότεινα… Αν θέλεις να δεις τι έχει ήδη μεταφραστεί στα Ελληνικά θα άξιζε να έλθεις σε επαφή με τον Νάνο Βαλαωρίτη που ζει στο Σαν Φραντσίσκο. Φεύγω για τη Μόσχα για μια περιοδεία με τον Αντρέϊ Βοζνεζένσκι. Όταν θα γυρίσω, θα μπορούσαμε να συναντηθούμε και να συνεχίσουμε τη συζήτηση αυτή.
Ο ενθουσιασμός του Χρήστου για το γράμμα που είχε λάβει από τον Αμερικανό ποιητή ήταν απερίγραπτος. Αλλά τότε ήταν η εποχή των μεγάλων ερεθισμών. Και όλο ανέκυπτε κάτι άλλο που έκανε τον χρόνο ευέλικτο. Η γραμμική συνέχεια του χρόνου ίσχυε μόνο για το πρόγραμμα των πανεπιστημιακών σπουδών τους. Όπως είχε διαβάσει, χρόνια μετά, στους στίχους του Μεξικάνου ποιητή Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο: «Μη με ρωτάς πώς περνάει ο χρόνος». Έτσι ακριβώς αισθανόταν. Η πόλη είχε τόσα πολλά και καινούργια που σου αποσπούσαν την προσοχή καθημερινά! Έτσι, την επόμενη φορά που θυμήθηκε τον ποιητή Γκίνσμπεργκ ήταν όταν έπεσε, κυριολεκτικά, επάνω του!

Ήταν ακόμα τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, και μια ποιητική βραδιά με το επίκεντρο της έναν Ρώσο ποιητή ήταν μεγάλο ζήτημα, για τη λογοτεχνία και για την πολιτική. Εκείνη την παγωμένη βραδιά την τιμητική του είχε ο εκρηκτικός στις απαγγελίες του Ρώσος Γιεβγένι Γιεφτουσένκο, στο Φελτ Φόρουμ, το θέατρο του Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν. Μαζί του στο πρόγραμμα ήταν να διαβάσει και η ποιητική αφρόκρεμα της Αμερικής. Ο Χρήστος δεν θα έχανε με τίποτα μια εκδήλωση σαν και αυτή. Εκεί που έστριψε με βήμα ταχύ τη γωνία για να μπει στην ουρά που είχε σχηματιστεί, πέφτει επάνω στον βιαστικό Άλλεν Γκίνσμπεργκ, που τον ακολουθούσε ο νεαρός σύντροφός του με την αλογοουρά, ο Πήτερ Ορλόβσκι. Ήταν και αυτοί στο πρόγραμμα να διαβάσουν. Ο Χρήστος του είπε ότι οι μεταφράσεις του προχωρούσαν και τον ρώτησε αν ήταν δυνατόν να τον φέρει σε επαφή με τον Γκρέγκορυ Κόρσο, γιατί το σχέδιο ήταν να έβγαινε αρχικά στην Ελλάδα μια ανθολογία ποιημάτων των ποιητών Μπητ (ο Αρθούρος θα έκανε επαφές με έναν Κερκυραίο συμπατριώτη του που είχε ανοίξει έναν καινούργιο εκδοτικό οίκο στην Αθήνα). Ο Γκίνσμπεργκ με μια απότομη κίνηση τράβηξε από την τσέπη στο παλτό του Χρήστου μια προκήρυξη που προεξείχε. Με έναν κόκκινο στυλό, που του έδωσε ο φίλος του, έγραψε: “Gregory / Corso – / Chelsea Hotel / 222 West 23rd St / Room 1000 “, το στίγμα του άλλου… «μπιτ για μπιτ ποιητή», όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Χρήστος εξ αιτίας τω γραφτών του και από τα όσα ήξερε για τη ζωή του.

«Πώς δεν γνώρισα τον Γκρέγκορυ Κόρσο»
Από την άλλη μεριά του τηλεφώνου η φωνή έμοιαζε σαν να έβγαινε από τα βάθη μιας σκοτεινής σπηλιάς με υπόκωφο αντίλαλο. Τουλάχιστον έτσι φαντάστηκε τότε ο Χρήστος. Και του έκανε εντύπωση αυτή η σπηλαιώδης ησυχία δεδομένου ότι το ξενοδοχείο βρισκόταν σε έναν πολύβουο δρόμο και περίμενε να ακούσει τους ήχους της κυκλοφορίας και εδώ κι εκεί καμία σειρήνα περιπολικών της αστυνομίας. Ο Κόρσο στην αρχή ήταν επιφυλακτικός αλλά όταν ο Χρήστος ανέφερε την Ελλάδα λύθηκε η γλώσσα του. Άρχισε να μιλάει για το πόσο ωραία περνούσε εκεί όπου καλοπληρωνόταν για να διδάσκει «τα παιδιά των πλουσίων σε μια σχολή στις Σπέτσες». Κανόνισαν να συναντηθούν στο τέλος της εβδομάδας στο μπαρ Dr. Generosity’s, 73rd Street and Second Avenue, στην περιοχή Upper East Side, όπου θα διάβαζε ποιήματα του. Πρότεινε να πιούν μια μπύρα μετά την εκδήλωση και να τα πουν.
Όταν ο Χρήστος έφτασε στο μπαρ, η αίθουσα ήταν γεμάτη και στο βάθος, επάνω σε μια σκηνή, διάβαζε τα ποιήματα της μια νεαρή, ορθή με το χέρι στην τσέπη του μπλουτζίν της. Στο μισοσκόταδο είδε ότι υπήρχε χώρος μόνο για όρθιους δίπλα από τα σκαμπό στον πάγκο του μπαρ στα δεξιά λίγο μετά την είσοδο. Προχώρησε όσο μπροστά μπορούσε και παράγγειλε μια μπύρα. Την παράλαβε από τον μπάρμαν, και καθώς περίμενε τα ρέστα είδε απέναντι του έναν μικρό μαύρο πίνακα όπου, με άσπρη κιμωλία, ήταν γραμμένο το πρόγραμμα της ποιητικής βραδιάς. Από εκεί έμαθε ότι η ποιήτρια που διάβαζε τώρα ήταν η Diane Wakoski.
Η ακουστική της αίθουσας δεν ήταν και τόσο καλή και ο Χρήστος έκανε προσπάθεια για να παρακολουθήσει την απαγγελία. Μπροστά του όμως στεκόταν ένας που όλο κουνιόταν πέρα δώθε με ένα τεράστιο ποτήρι μπύρας στο χέρι και τα ατημέλητα, άπλετα μακριά μαλλιά του έκλειναν την οπτική γωνία του Χρήστου προς τη σκηνή. Άσε που μουρμούριζε, όχι και τόσο σιγανά, συνεχώς σχόλια για στίχους στα ποιήματα, και μετά από κάθε σχόλιο εξέφραζε και την επιθυμία του να κάνει έρωτα στην ποιήτρια (όχι όπως το λέμε εδώ αλλά με πιο τραχιά γλώσσα της πιάτσας…). Ώσπου κάποτε ο Χρήστος δεν άντεξε και του απεύθυνε ένα ‘Come on, man!’ διαμαρτυρίας, και ύστερα στράφηκε προς το μπαρ για να παραγγείλει άλλη μια μπύρα. Εκεί που περίμενε να τον σερβίρουν άκουσε το χειροκρότημα που σήμανε το τέλος της απαγγελίας της ποιήτριας και όταν, αφού πήρε τη μπύρα, στράφηκε πάλι προς τη σκηνή διαπίστωσε πως ο ενοχλητικός τύπος είχε φύγει. Κάποιος μικρός σαματάς στα πλαϊνά σκαλοπάτια που ανέβαιναν στη σκηνή τράβηξε την προσοχή του, και τότε ανέβηκε κάποιος να αναγγείλει τον «Γκρέγκορυ Κόρσο, τον μέγα Μπητ ποιητή!». Μια αναμαλλιασμένη μορφή όρμησε προς την καρέκλα που ήταν κοντά στο μικρόφωνο, παραπατώντας την γκρέμισε, και μαζί γκρεμίστηκε και αυτός και σκόρπισε παντού τα βιβλία και τα χαρτιά που κρατούσε. Έτρεξαν δυο τρεις να τον βοηθήσουν να στεριωθεί στην καρέκλα, μάζεψαν τα χαρτιά του και του τα έδωσαν, και ησύχασαν τα γέλια και τα χειροκροτήματα του κοινού που τώρα περίμενε άφωνο την αρχή της ανάγνωσης. Άφωνος έμεινε και ο Χρήστος καθώς διαπίστωνε ότι ο ποιητής στη σκηνή, ο Γκρέγκορυ Κόρσο, δεν ήταν άλλος από εκείνον τον ενοχλητικό τύπο που προηγουμένως στεκόταν μπροστά του δίπλα στο μπαρ!

Η ανάγνωση ήταν επεισοδιακή. ‘Θα σας διαβάσω κάτι καινούργια’, είπε, και άρχισε να ξεφυλλίζει άτσαλα τις σκόρπιες σελίδες που είχαν μαζέψει οι άλλοι απ’ το πάτωμα. Σταμάτησε σε μια από τις σελίδες και άρχισε να διαβάζει. Μετά από έναν δυο στίχους άλλαξε γνώμη. ‘Όχι αυτό’, είπε, και έψαξε για ένα άλλο ποίημα. Αλλά και με το άλλο, μετά από δυο τρεις στίχους άλλαξε γνώμη. Όταν τελικά καταστάλαζε σε ένα ποίημα που το διάβαζε καθ’ ολοκληρίαν, σταματούσε στη μέση στο ποίημα και έκανε σχόλια για στίχους που είχαν προηγηθεί: ¨τι όμορφος στίχος!’, ή ‘έχουν δύναμη αυτά τα λόγια’, και άλλα τέτοια. Και ενδιάμεσα ρευόταν, ανάμεσα στις επευφημίες του νεανικού κοινού στα τραπέζια. Ο Χρήστος αποφάσισε ότι μάλλον δεν θα ήταν η καλύτερη μέρα για να συναντηθούν οι δυο τους, σύμφωνα με το ραντεβού που είχαν κλείσει. Με τέτοιο μεθύσι αμφέβαλλε αν ο ποιητής θα θυμόταν καν την τηλεφωνική τους συζήτηση. Κι έτσι έφυγε άπρακτος για το σπίτι του. Και όταν έφτασε, κάθισε και έγραψε τα καθέκαστα και για τίτλο έβαλε «Πώς δεν γνώρισα τον Γκρέγκορυ Κόρσο»…
Δυο γενιές ποίηση Γκίνσμπεργκ, πατέρας και γιός. Έτσι την είχαν διαφημίσει την εκδήλωση. Ο Λούις ήταν ένας ποιητής παραδοσιακής ποίησης γνωστός σε κάποιους κύκλους. Και ο Άλλεν ήταν παγκόσμιο ποιητικό φαινόμενο! Το μεγάλο θέατρο της 92nd Street Y ήταν κατάμεστο, με ένα ηλικιακά μοιρασμένο κοινό. Όταν χαμήλωσαν τα φώτα και άνοιξε η βαριά κουρτίνα της σκηνής, ο Άλλεν καθόταν ήδη σε έναν καναπέ με το ένα πόδι του σε νάρθηκα απλωμένο επάνω. Μπήκε στη σκηνή και ο πατέρας, και αφού καταλάγιασε το χειροκρότημα ο Άλλεν άρχισε να παίζει το μικρό του αρμόνιο και να ψέλνει βουδιστικούς ύμνους (για ζέσταμα, όπως συνήθως έκανε). Τότε ακούστηκαν κάτι φωνές, ‘μαλακίες, Αλλεν, όλα αυτά είναι μαλακίες’. Και στράφηκαν τα κεφάλια του κοινού προς τον σκοτεινιασμένο αριστερό διάδρομο απ’ όπου κατηφόριζε με έξαλλες χειρονομίες ο διαμαρτυρόμενος φωνακλάς.
Μέσα σε δευτερόλεπτα πήδησε επάνω στη σκηνή και ταυτοχρόνως όρμησαν επάνω του δυο τρεις φύλακες, και η κουρτίνα έκλεισε κρύβοντας όλους από πίσω της. Ο Χρήστος πρόφτασε να δει την ταραγμένη έκφραση στο πρόσωπο του πατέρα ποιητή. Πίσω από την κουρτίνα, στη σκηνή, ακουγόταν μεγάλη φασαρία, και σε λιγότερο από ένα λεπτό ξετρύπωσε μπροστά από τις κλειστές κουρτίνες, με ένα ύφος θριαμβευτικό, αυτός που προφανώς είχε ξεφύγει από τους φύλακες. Και ήταν ο Γκρέγκορυ Κόρσο! Διαφωνούσε δημόσια, από καιρό, με την ενασχόληση του Γκίνσμπεργκ με τις θρησκείες της Άπω Ανατολής. ‘Αφήστε τον!’, ακούστηκε δυνατά η προσταγή του Άλλεν Γκίνσμπεργκ. Και τότε άνοιξαν πάλι οι κουρτίνες και ο Άλλεν έγνεψε στον Γκρέγκορυ να έρθει να καθίσει στον καναπέ δίπλα του. Και η ποιητική βραδιά συνέχισε χωρίς άλλα επεισόδια, με τους δυο φίλους ποιητές σχεδόν αγκαλιά. Είχαν, βλέπεις, ένα μακρύ κοινό ιστορικό στα λογοτεχνικά αυτής της χώρας…
Το Τέλος
Τα πράγματα είχαν αρχίσει να ηρεμούν στη χώρα και να εισέρχεται ένας καθωσπρεπισμός στα πολιτιστικά. Μια μετακίνηση που υπήρξε και γεωγραφική στην πόλη μας: από τα στριμωχτά καφέ του Γκρήνουιτς Βίλλετζ, οι εκδηλώσεις είχαν μετακινηθεί στις ευρύχωρες αίθουσες του άπω («uptown») ανατολικού Μανχάτταν, με εισιτήριο και με οργανωμένο από καιρού πρόγραμμα. Έτσι, ο Χρήστος κάποτε είχε πάει να ακούσει στη 92nd Street Y τον Γκάρυ Σνάϊντερ, ένα Ζεν ποιητή της παρέας των Μπητ. Και, λίγο αργότερα, τον Ρώσο Αντρέϊ Βοζνεζένσκυ, που του είχε μεταφράσει και δημοσιεύσει ποιήματα στην Ελλάδα. Τον συνάντησε (με το πολύχρωμο φουλάρι που έδινε έμφαση στο πλατύ του χαμόγελο) στην αίθουσα υποδοχής, μετά την ανάγνωση. Του έδειξε το ελληνικό περιοδικό με τα ποιήματα του και εκείνος ενθουσιάστηκε και του ζήτησε έναν στυλό για να υπογράψει τη σελίδα. Αφού υπέγραψε, καθώς σήκωσε το κεφάλι του, είδε πάνω από τον ώμο του Χρήστου (είχαν περίπου το ίδιο ύψος) κάτι που έκανε το πρόσωπό του να λάμψει και να φωνάξει «Ah! Allen Ginsberg’s groupies!». Ήταν ένα τσούρμο από κορίτσια. Και εκεί τέλειωσε η συζήτηση η δική τους. Και εκεί ο Χρήστος είχε την αίσθηση ότι έκλεινε ένας κύκλος. Το επισφράγισε η ατμόσφαιρα μιας κατοπινής ανάγνωσης σε μια γκαλερί της περιοχής Σόχο – που ήταν τότε «έρημη χώρα». Το μικρό ακροατήριο καθόταν στο πάτωμα, ένα γύρο, και στη μέση στεκόταν ο πελώριος Κερτ Βόνεγκατ που, σαν ένας παππούς, τους διάβάζε από τα μυθιστορήματα του, το Breakfast of Champions, το Slaughter House Five, και κείμενα πιο πρόσφατα.
Αν ο κινηματογράφος ήταν τότε ο ναός για τις πνευματικές αναζητήσεις της μικρής μας παρέας, ο Αρθούρος ήταν ο μεγάλος του πιστός. Είχε εντρυφήσει στη μελέτη αυτής της θρησκείας και η γνώση του έφτανε μέχρι όλα της τα «απόκρυφα». Και όλο μετάδιδε κάτι σε εμάς από τις βαθιές γνώσεις του. Ώσπου σκόρπισε η παρέα με τις διαφορετικές κατευθύνσεις μας σε διάφορα πανεπιστήμια. Από εκεί και πέρα, για την κινηματογραφική ευλάβεια, όσων μείναμε στην πόλη, αρκούσαν τα καθιερωμένα της τέχνης αυτής «ευαγγέλια». Και είμαστε τυχεροί που οι δωρητές του μεγάλου ιδιωτικού πανεπιστημίου μας (και οι εύποροι φοιτητές του που πλήρωναν δίδακτρα) μας πρόσφεραν βδομάδες και βδομάδες κατάνυξης με το σύνολο των έργων των μεγάλων σκηνοθετών, όπως του Τσάρλυ Τσάπλιν, του Όρσον Γουέλς και του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.

Θυμόταν τον ενθουσιασμό του Αρθούρου, ο Χρήστος, όταν εκείνος του είχε προτείνει να δουν την ταινία του νεαρού Μπερνάρντο Μπερτολούτσι (στα εικοσιδύο του χρόνια την είχε γυρίσει!) «Πριν την Επανάσταση». Ο Χρήστος είχε εντυπωσιαστεί με όλα. Με τον τίτλο, με τον διάλογο, και με όσα…δεν είχε εντελώς κατανοήσει. Του ήρθαν στο νου όλα αυτά, λίγα χρόνια αργότερα, όταν θέλησε να εντυπωσιάσει την όμορφη, ξανθιά, «γλαυκώπιδα» ζωγράφο που τον είχε ελκύσει. Την κάλεσε στην προβολή τού έργου στη Σχολή Καλών Τεχνών του πανεπιστημίου. Και όταν έφτασαν εκεί έμαθαν ότι η προβολή είχε αναβληθεί για μια ώρα λόγω βλάβης του προβολέα. Της πρότεινε να πάνε για ένα ποτό στο «West End», το μπαρ που ήταν λίγο παρακάτω στη λεωφόρο Μπρόντγουεϊ. Για να φτιάξει ατμόσφαιρα, της είπε ότι τρεις δεκαετίες πριν σε αυτό το μπαρ συναντιόντουσαν και τα έπιναν ο Γκίνσμπεργκ, ο Κέρουακ και άλλοι της γενιάς των μπητ. Οι δυο τους τώρα είχαν αρχίσει μια μεγάλη, βαθιά συζήτηση. Χωρίς να το καταλάβουν πέρασε η ώρα, και παρά λίγο να χάσουν το φιλμ. Μια συζήτηση που κρατάει μέχρι σήμερα…
Ήταν η αρχή του σημαδιακού, για την πόλη, χρόνου 2001 όταν ο Χρήστος διάβασε τα νέα για τον θάνατο του Γκρέγκορυ Κόρσο. Με θλίψη θυμήθηκε ότι είχαν περάσει κοντά τριάντα χρόνια και δεν είχε κάνει καμία άλλη προσπάθεια για να τον συναντήσει. Κάτι οι καινούργιες καταστάσεις της ζωής του (η δουλειά και η αρχή οικογένειας), κάτι οι μεταβαλλόμενες λογοτεχνικές προτιμήσεις του… Και ο ποιητής είχε και αυτός κατά κάποιο τρόπο εξαφανιστεί από το «προσκήνιο». Στο άρθρο της αναγγελίας του θανάτου, διάβασε για την ταραχώδη παιδική ζωή τού ποιητή που είχε αρχίσει σε ένα διαμέρισμα στη συμβολή των οδών Μπλήκερ και ΜακΝτούγκαλ. Δυο τετράγωνα, δηλαδή, από εκεί όπου ο Χρήστος είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, και ένα τετράγωνο βόρεια από το σπίτι της τραγουδίστριας του ροκ Πάττι Σμιθ. Διάβασε επίσης ένα υπέροχο άρθρο της Σμιθ, στην εφημερίδα Βίλλετζ Βόϊς, για τις τελευταίες μέρες του ποιητή, με τους φίλους του να τον περιτριγυρίζουν, άρρωστο στο κρεβάτι, σε ένα διαμέρισμα της οδού Horatio. Ήθελε να της ζητήσει να το μεταφράσει και να το δημοσιεύσει στην Ελλάδα. Θα ήταν ένας τρόπος να διορθώσει κάπως τη μεγάλη του παράλειψη να ξανατηλεφωνήσει στον Κόρσο για ένα νέο ραντεβού. Την Πάττι Σμιθ ο Χρήστος την έβλεπε, κάπου κάπου, εκεί στη γειτονιά τους. Είτε στο Κορεάτικο μπακάλικο της μικρής πλατείας, εκεί που η οδός ΜακΝτούγκαλ συναντάει την οδό Πρινς, είτε να κάθεται, μόνη ή με φίλους της, στα σκαλιά του παλιού, τύπου brownstone, σπιτιού της. Όλο σκεφτόταν να της μιλήσει για εκείνο το άρθρο και όλο άλλαζε γνώμη. Και έλεγε από μέσα του: “Δεν χρειάζεται. Ας τα αφήσω τα πράγματα ζωντανά στην αρχή τους”. Γιατί πραγματικά εκεί είναι η ζωή τους. Και εμείς μεταφερόμαστε αυτούσιοι, όποτε πραγματικά το θελήσουμε, στο μακρινό εκείνο πεδίο της ύπαρξης τους.
Νέα Υόρκη, Φεβρουάριος 2025
(*) Ο Αρθούρος Ζερβός ήταν πρόεδρος του Ευρωπαΐκού Συμβουλίου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (EREC), της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αιολικής Ενέργειας (EWEA) και του Παγκόσμιου Συμβουλίου Αιολικής Ενέργειας (GWEC). Επίσης ήταν Αντιπρόεδρος του Παγκοσμίου Δικτύου Πολιτικής για τις Ανανεώσιμές Πηγές Ενέργειας (REN21) και μέλος του συμβουλευτικού οργάνου (Forum) της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας και Μεταφορών (DG TREN) της Ευρωπαΐκής Επιτροπής. Τέλος, ήταν αρχισυντάκτης του “International Journal of Sustainable Energy” και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του διεθνούς περιοδικού “International Journal of Wind Energy”.



























