Η απαξίωση των αξιώσεων (του Γιάννη Στρούμπα)

0
256

 

του Γιάννη Στρούμπα

 

«Πεθαίνω/ Γνωρίζοντας λιγότερα/ Απ’ όσα ήξερα/ Όταν γεννήθηκα», σημειώνει ο Χρίστος Παπαγεωργίου στο προλογικό ποίημα «Πεθαίνω» της συλλογής του Περιττά κιλά. Άραγε, βιωματική διαπίστωση ή κραυγή αγωνίας; Ο Παπαγεωργίου εκκινεί τη συλλογή του μ’ ένα ποίημα διάθεσης κρυπτικής, που θα μπορούσε να αποτυπώνει νηφάλιο στοχασμό στο πνεύμα της σωκρατικής αντίληψης τού «Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», με την κατακτημένη μετριοφροσύνη και ταπεινότητα της συνειδητοποίησης πως ο όγκος των γνώσεων είναι απροσπέλαστος, καθώς και με τη σοφία της επερχόμενης με το πέρασμα του χρόνου ωριμότητας· θα μπορούσε όμως το ποίημα να μη συνιστά απλώς μια νηφάλια διαπίστωση, αλλά να κραυγάζει απελπισμένα, διαπιστώνοντας αδιέξοδα και θρηνώντας για τη στέρεα πακτωμένη ματαιότητα των πραγμάτων. Η αμηχανία ενισχύεται από τα εξίσου κρυπτικά μότο της συλλογής και τη διερώτηση που προκαλούν αναφορικά με την όποια υφέρπουσα μεταξύ τους σχέση.

Η μετάβαση του Παπαγεωργίου, διά των επόμενων ποιημάτων της συλλογής, στο προβληματικό πολιτικό περιβάλλον επιτρέπει την αραίωση της ομίχλης. Μέσα από μία σειρά ρητών ιστορικών αναφορών («Τον είδα/ Τον αρχιτρομοκράτη της Κατοχής/ Τον αρχιαποστάτη των Ιουλιανών/ Τον αρχιβασανιστή της Χούντας/ Τον κάθε υποψήφιο/ Δήμαρχο, βουλευτή, υπουργό») ο ποιητής, διά των μορφών που τον επισκέπτονται στο όνειρο, διαγράφει τον αέναο κύκλο της πολιτικής ανωμαλίας, της ανελευθερίας, της επιβολής κάθε αντιδραστικής τυραννίας. Η ατέλειωτη τραγωδία ζωντανεύει μέσα από τις εικόνες της Κατοχής και του Εμφυλίου, με την πυρπόληση του χωριού και τη γυναίκα που βγάζει το παιδί μέσα από τις φλόγες, «Την ώρα/ Που» ο άντρας «Σαρώνει με τις σφαίρες του» τους δωσίλογους μαυραγορίτες. Η επανάληψη της φράσης «Την ώρα που» στον επιλογικό στίχο του ποιήματος, μιας φράσης που δεν ολοκληρώνεται και στέκει σκόπιμα μετέωρη και πάντα ανοιχτή, υποδηλώνει την εκκρεμότητα, την επανάληψη της κατάστασης, τη διαρκή τραγωδία.

Η ίδια τραγωδία εξελίσσεται σε επίπεδο θεσμικό και ατομικό. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, σε έναν απολογισμό-απολογία, υποβάλλει την αρρωστημένη λειτουργία μιας εξουσιαστικής αρχής που παραμένει έρμαιο των καταστάσεων. Το συγκλονιστικό δίστιχο με τη φράση του προέδρου «Αφήνω τα υπόλοιπα στους αρμοδίους/ Και αποσύρομαι» για προσευχή όχι στα θεία αλλά στη «θεία αυτή αίθουσα» του δικαστηρίου, συνιστά την παραδοχή για την υποταγή της «ανεξάρτητης» αρχής στην πολιτική εξουσία. Οι δε δικαστικοί φορείς, στο πρόσωπο του προέδρου, δεν τηρούν καν τα προσχήματα, αποσυρόμενοι πλήρως και μεταβιβάζοντας τα δικά τους καθήκοντα στους «αρμοδίους». Η ίδια η ακύρωση του θεσμού της δικαιοσύνης επιβεβαιώνει τη διαρκή πορεία του συμβολικού λεωφορείου της Ελλάδας προς το νεκροταφείο («Το λεωφορείο είχε στάση στο νεκροταφείο»). Εκεί είναι «θαμμένοι όλοι οι δικοί της», η δε ηρωίδα είναι κι εκείνη ανάπηρη, «Με δυο ξύλινα πόδια», παραιτημένη θρηνητικά στο παρελθόν. Σε ατομικό επίπεδο, ούτε ο έρωτας επιφέρει ανάταση. Παραμένει ανεκπλήρωτος, αίτιο και αιτιατό μιας ανισορροπίας, μιας ψυχασθένειας, όπως αυτή ορίζεται από τα χάπια και το πολύσημο «κατρακύλισμα» ασφαλώς όχι μόνο «στη σκάλα». Το ίδιο κατρακύλισμα, άλλωστε, είναι απόρροια της αδυναμίας μιας καρδιάς να πετάξει σαν «χαρταετός», η οποία αντίστροφα διολισθαίνει σε «χαρτοσακούλα».

Η τραγωδία βρίσκει την πολιτική, την κοινωνική μα και την ποιητική πραγματικότητα σε απόλυτη σύμπτωση. Ο Παπαγεωργίου επιχειρεί να αντιπαραβάλει τα βιβλία, τον κόσμο της γνώσης και της υποψίας, σε οτιδήποτε κακόβουλο ή υστερόβουλο, καλυμμένο από προσωπεία αγγελικά. Ο λύκος ενδύεται την ομορφιά της φύσης («Στο όμορφο περιβάλλον/ Χωρίς βιβλία»), όμως «στο πίσω μέρος του κεφαλιού του» κρύβονται σκέψεις διαφορετικές. Το περπάτημα στο εξωτερικό περιβάλλον επίσης δεν είναι αρκετό ώστε ο ποιητικός ήρωας να υπερβεί όσα τον καταδιώκουν («Κάποια στιγμή/ Πετάχτηκε μπροστά μας ένα φάντασμα/ Από το παρελθόν/ Ένα ζόμπι που τυραννούσε τις ζωές μας/ […] Μην περιμένεις να πω τη συνέχεια/ Καθώς έχασα το φως μου/ Όταν είδα αυτόν τον αγριάνθρωπο να σε κατασπαράζει»). Το παρελθόν είναι πάντα παρόν και υπογραμμίζει τη θηριωδία των σχέσεων. Γι’ αυτό και όταν ο ποιητής μεταβαίνει σε σχόλιο ποιητικής, τιτλοφορώντας την ενότητα εννέα ερωτικών ποιημάτων του ως «Εννέα ερωτικά (και γι’ αυτό πιο εύπεπτα) ποιήματα», δηλώνει στην ουσία τόσο ότι και τα παρόντα ποιήματα δεν είναι και τόσο «εύπεπτα», όπως με ευκολία αλλά παραπλανητικά δηλώνεται ευθέως, όσο και ότι όσα προηγήθηκαν επίσης δεν είναι «εύπεπτα». Διόλου τυχαία ο Παπαγεωργίου τιτλοφορεί επίσης άλλα δύο του αφηγηματικά ποιήματα, που θα μπορούσαν να θυμίζουν «ποιητικό μυθιστόρημα», ως «Δύο βρόμικα ποιήματα σαν είσοδος σε ένα ποιητικό μυθιστόρημα»· «βρόμικα» γιατί πραγματεύονται επίσης προβληματικές στάσεις, οδηγώντας σ’ ένα επερχόμενο μέλλον μουντό. Την υπέρβαση κάθε προβληματικής σχέσης με τη συνδρομή της ποιητικής γραφής τη δηλώνει εξάλλου σαφέστερα ο ποιητής στο ποίημα «Σαν», όταν μιλά για την ανθρώπινη πορεία με όρους λογοτεχνικούς: «Σαν απόσταγμα ήδη ξεχασμένο/ Που λίγοι αξιώθηκαν/ Στην ακατέργαστη γραφή/ Στην άξαφνη παραστατικότητα/ Στην έλλειψη υποκρισίας/ Στην έναρξη και στο τέλος./ Μια πορεία εξίσου/ Στα όρια της υπέρβασης». Κι ούτε είναι τυχαίο πως στην αναζήτηση της ανθρωπιάς ο Παπαγεωργίου φωτογραφίζει τον Τάσο Λειβαδίτη και τον Άρη Αλεξάνδρου (ποίημα «Ο πρώτος λόγος»), αποδεχόμενος τα κληροδοτήματά τους.

Η «υπέρβαση», ωστόσο, που θα μπορούσε να επιχειρηθεί τουλάχιστον λογοτεχνικά, βρίσκει πάντα μπροστά της τον πολιτικό, τον κοινωνικό «λύκο», και, στο παράδειγμα του Λειβαδίτη και του Αλεξάνδρου, την ποίηση «της ήττας». Ο Παπαγεωργίου δηλώνει αφενός (ποίημα «Άκουσα») «γιορτάζω την απελευθέρωση, όχι την ήττα», αφετέρου όμως σημειώνει, αναφερόμενος στους αγωνιστές αλλά και τους ποιητές της Ελληνικής Επανάστασης (1821), «Προδίδω τις ιδέες τους». Έτσι η ήττα επανέρχεται. Η ανασφάλεια και η τρικυμία της σκέψης εκφράζονται με τις ανολοκλήρωτες φράσεις που διακόπτονται στο «και» ή επιβεβαιώνουν, με τα επαναλαμβανόμενα «ίσως», την ακαθόριστη ιδεολογία, την ανερμάτιστη, την αμφιταλαντευόμενη μεταξύ αναγνώρισης και κυνικής προσπέρασης. Η αμφιταλάντευση αποτυπώνεται πολύ χαρακτηριστικά στο έκτο ποίημα από τα «Εννέα ερωτικά (και γι’ αυτό πιο εύπεπτα) ποιήματα», όπου η συγκεχυμένη κατάσταση με το βιβλίο που απέστειλαν στον ποιητικό ήρωα ή, μάλλον, που δεν του το απέστειλαν αλλά το απέστειλε ο ίδιος ή, μάλλον, που δεν υπάρχει εντέλει καν, αντικατοπτρίζει έναν ψυχισμό απορρέοντα από ματαιώσεις, ανεκπλήρωτα όνειρα και σχέσεις ευκαιριακές. Το ίδιο αίσθημα ματαιότητας εκπέμπεται από τοποθετήσεις όπως «Έτσι δεν συγκρατώ/ Τον αριθμό της φανέλας/ Του σκόρερ», καθώς το γκολ είναι άλλη μία «ψευδαίσθηση», άλλη μία «βασανιστική αυταπάτη»· ή «Εγώ δεν έχω κάνει τίποτε απολύτως», σαν απάντηση του ποιητικού αφηγητή στο αυτοσχόλιο των γονιών του «Ε, κάτι κάναμε και εμείς» αναφορικά με την οικοδόμηση του πατρικού σπιτιού, όπου ο απολογισμός του ποιητικού ήρωα δεν εμπεριέχει μόνο την αδυναμία αλλά οπωσδήποτε και τη ματαιότητα. Δεδομένης της ματαιότητας, η άρνηση συνοδεύεται συχνά από διάθεση θυμοσοφική, κάποτε και ειρωνική: «Πόσο κόπο ακόμα για να πεις/ Πως το νεκροταφείο είναι μια καλή γειτονιά/ Όπου όλοι πίνουν τον καφέ τους/ Ανάσκελα».

Το αίσθημα της παρακμής οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο σε σκέψεις όπως «Νοσταλγώ/ Μέρες και μέρες σαν/ Πριν για πάντα πάρω στον ώμο/ Ό,τι μπορώ/ Ό,τι μπορώ/ Και φύγω». Το καταφύγιο αναζητείται στη φυγή ή, εναλλακτικά, στην προσπάθεια να διασωθεί ό,τι τείνει προς αφανισμό: «Αξιώνεις επαρκώς ό,τι πεθαίνει σε αυτή τη χώρα/ Να γίνει κτήμα μας». Η τάση της διάσωσης αυτής, ωστόσο, συνοδεύεται από την παράλληλη επίγνωση για τη δυσκολία, αν όχι το ακατόρθωτο, του εγχειρήματος. Η γνώση του τριμμένου με τη ζωή ανθρώπου για το σχεδόν ανέφικτο των ανατροπών εντός ενός βαθιά ριζωμένου συστημικού κατεστημένου οδηγεί παράλληλα τον Παπαγεωργίου σε ένα ύφος απόμακρο, κυνικό, που καταλήγει στην αποστασιοποίηση απέναντι στο αίτημα των όποιων επιδιώξεων και αξιώσεων (ποίημα «Αξιώνεις»), οι οποίες εντέλει απαξιώνονται.

Η ακύρωση των διεκδικήσεων οδηγεί στην πικρή παραδοχή παραίτησης του ποιητικού ήρωα, που αποσύρεται «Σαν συνταξιούχος», σαρκάζοντας κι αυτοσαρκαζόμενος: «Γι’ αυτό σου λέω δεν έχω σωτηρία εγώ/ Είμαι άνθρωπος της πόλης/ […] Να σέρνω τις παντόφλες μου από δωμάτιο σε δωμάτιο/ Σαν συνταξιούχος». Η ολοκλήρωση της διαδρομής επιτρέπει ίσως και την προσπέλαση των μότο που προτάσσονται στη συλλογή, τα οποία, υπό το συνολικό της πρίσμα, φαίνεται να υποδεικνύουν την κοινωνική, την ατομική, κι ακόμη πιο τραυματικά την πνευματική παρακμή. Τα «περιττά κιλά» του τίτλου της συλλογής δεν εμφανίζονται πουθενά αλλού μέσα στους στίχους των ποιημάτων. Θα μπορούσαν να είναι τα πλεονασματικά κιλά του αδρανοποιημένου προαναφερθέντος «συνταξιούχου». Είτε πρόκειται, ωστόσο, για κιλά σωματικά, είτε για «κιλά» ενοχών, διαψευσμένων οραμάτων ή καταδικασμένων προσδοκιών, οδηγούν στην ίδια στάση με το λεωφορείο της καθημαγμένης πατρίδας: σ’ εκείνη του νεκροταφείου.

 

 

 

Χρίστος Παπαγεωργίου, Περιττά κιλά, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2022, σελ. 42.

Προηγούμενο άρθροO συγγραφέας ως κριτικός (Άρης Μαραγκόπουλος)
Επόμενο άρθρο“Μας καταβροχθίζει η φωτιά” (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ