της Έφης Κατσουρού
Εντάξει, ημερολογιακά, όσο κι αν όλοι ελπίζουμε στις παρατάσεις κι αν κάποιοι ακόμη περιμένουν να κερδίσουν το παιχνίδι των διακοπών στα πέναλντι, αυτή η προικισμένη με τις πλατιές ημέρες και τα ράθυμα μεσημέρια, με τις λάγνες νύχτες, εποχή έφτασε και για φέτος στο τέλος της. Κι όπου κι αν μας βρήκε κι όπου κι αν μας άφησε κι ότι και αν χώρεσε στο εύρος της, πάντοτε κάτι θα διαφεύγει, ένας διάττων έρωτας, ένας αστέρας, σίγουρα πάντως κάτι θα λείπει που θα μπορούσαμε να ζήσουμε ακόμη, ίσως και απλά αυτό το γενεσιουργό τίποτα των ωρών της ραστώνης. Τα ημερολόγια γυρίσανε σελίδα και βλέποντας τον Σεπτέμβρη να προβάλλει, ακούσια σηκώνουμε από την αρχή το βάρος της σχολικής μας τσάντας, τη μελαγχολία ενός έφηβου θερινού μας έρωτα, το τίμημα μιας αναβληθείσας ελευθερίας. Και είναι τα νεύματα πολλά που γνέφει αυτός ο μήνας, ομοούσια με εκείνα του Αυγούστου, αλλά ιδωμένα από την οπίσθια όψη. Και έχει κι αυτός τα τραγούδια του γιατί κι οι στίχοι κάποτε επιστρέφουνε, μαζί με τους ποιητές, τους εραστές και τα κύματα, λίγο πιο χαρούμενοι – λίγο πιο λυπημένοι, δεν έχει σημασία· γίνονται τραγούδια. Το κέρμα πάλι δικό σας… κι ανάλογο με τις διαθέσεις.
Των παρατάσεων
Για τους θερινούς εραστές και για τους εραστές του θέρους υπάρχουν τα τραγούδια της άρνησης, αυτά που εθελοτυφλούν γιατί μπορούνε, γιατί οι δημιουργοί τους κάποτε πίστεψαν πως το καλοκαίρι πάντα έρχεται. Τραγούδια μιας παρατεταμένης αισιοδοξίας που έχουν τη δύναμη να ανοίγουνε ακόμη τα πανιά μας, να γδύνουν ακόμη τα κορμιά μας κάτω από τις οξείες γωνίες του ελληνικού ήλιου.
- Μικρό [Βαγγέλης Γερμανός, 1981]
Κι άλλο καλοκαίρι πέρασε
Ήλιο και φιλί με κέρασε
Μια μικρή φωλιά θα χτίσω
Χελιδόνι γύρνα πίσω.
- Το καλοκαίρι (Αν θες μείνε λίγο ακόμα) [Παύλος Παυλίδης]
Το καλοκαίρι λίγο πριν φύγει μας κοιτά,
βάζει το χέρι στα μπερδεμένα του μαλλιά.
Λέει πως θα πάει σε κάποιο άγνωστο νησί,
λέει θα `ναι ωραία, ρωτάει αν θες να πας κι εσύ.
Αν θες μείνε λίγο ακόμα, μέχρι το πρωί
ίσως να χορεύουμε αγκαλιά μες την βροχή.
Ξάπλωσε στο χώμα έχουμε καιρό,
Πέφτουν οι σταγόνες σαν φιλιά απ’ τον ουρανό…
Οι οθόνες σβήνουν στα θερινά τα σινεμά,
κάποιος μαζεύει καρδιές σπασμένες και γυαλιά. […]
Υφάλμυρη γεύση, μειδιάματα, νερά που από θάλασσα σημαίνουν τη βροχή και θραύσματα μαζεμένα σε δύο τραγούδια που μοιάζει να γράφτηκαν, για να πλάσουνε τον τόπο που θα αποχαιρετάμε, όχι τα πρόσωπα ή τα φιλιά που δόθηκαν αλλά τη φύση, τη θέση και την ώρα τους, κάτι το απροσδιόριστο – ένα κομμάτι άτρωτου εαυτού, που στο άκουσμα τους στιγμιαία θα επανακατοικούμε ακόμη και τον πιο βαρύ χειμώνα.
Σε πλήρη αντίθεση και με καμία υπεκφυγή έρχονται τα τραγούδια που αποχαιρετούν κάτι απόλυτα συγκεκριμένο, τον έρωτα της ζωής τους. Αυτά στα οποία το καλοκαίρι εκείνο γίνεται σμίκρυνση μιας ζωής, ο χρόνος διαστέλλεται, ο χώρος συρρικνώνεται και χωρά το σμίξιμο και το χωρισμό σε ίδιες συγκεντρώσεις. Και το φθινόπωρο προβάλλει τόσο επιτακτικό όσο φωτεινό υπήρξε το καλοκαίρι.
- Ανάμνησης [Τόνυ Πινέλλι, στ.: Γιώργος Παπαστεφάνου, μουσ.: Βαγγέλης Πιτσιλαδής, 1966]
Το καλοκαίρι
μαζί πηγαίναμε στην αμμουδιά
χέρι με χέρι / και μ’ ένα αστέρι για συντροφιά
Τώρα ποιος ξέρει
αν θα με σκέφτεσαι όπως εγώ
μικρή μου αγάπη
στιγμή δε φεύγεις απ’ το μυαλό. […]
Σπαστά ελληνικά και ένας κόμπος στο λαιμό. Μία γλυκιά νοσταλγία για εκείνους τους βραχύβιους έρωτες των 60s που είχαν διαθέσεις αιωνιότητας. Έρωτες τόσο αρχετυπικοί που πάντοτε θα ενεδρεύουν γυρεύοντας τις ανοχύρωτες ρωγμές της εφηβείας μας για να μας λαβώσουν ανεπανόρθωτα. Γιατί ενώ σήμερα ακόμη και τα τραγούδια μας πολλές φορές φοβούνται το ζω για σένα, τότε στα μακρινά 60s της σεξουαλικής επανάστασης, τολμούσαν άλλοτε να παραχωρούν το μέλλον στη παρελθούσα στιγμή με μία αξιοθαύμαστη γενναιοδωρία:
- Το καλοκαίρι εκείνο [Νίκος Αντωνίου, στ.: Τώνης Στρατής, Νίκος Αντωνίου, μουσ.: Χριστίνα Ντόυβη, Τώνης Στρατής, Μενέλαος Σπάθης, 1968]
Για μια στιγμή μονάχα
και τη ζωή μου δίνω
Να ξαναρχόταν πάλι
το καλοκαίρι εκείνο
Το καλοκαίρι εκείνο
δε θα γυρίσει πίσω
Τις όμορφες στιγμές μας
δε θα τις ξαναζήσω.
Και άλλοτε να ανανεώνουν την επιθυμία για τον επόμενο χρόνο τραγουδώντας με μια ελαφρότητα ασύμβατη με την ώρα του επικείμενου χωρισμού:
- Σε περιμένω τ’ άλλο καλοκαίρι [Έλενα, στ.: Δημήτρης Ιατρόπουλος, μουσ.: Άκης Λυμούρης, 1970]
Σε περιμένω τ’ άλλο Καλοκαίρι
κι έχω κρυμμένο στην αμμουδιά ένα αστέρι.
Σε περιμένω πάνω στ’ ανηφόρι
πάλι σε θέλω, μελαχρινό μου αγόρι
μελαχρινό μου αγόρι, μελαχρινό μου αγόρι…
Στο Χειμώνα που θα ‘ρθεί
δε θ’αφήσω να σβηστεί
δε θ’αφήσω να σβηστεί
η ανάμνησή σου. […]
Της αποδόμησης
Εδώ πια δεν υπάρχει αμφιβολία, κάθε παρελθοντικό ρήμα φέρει στο άκουσμά του κάτι συντελεσμένο, μία μικρή ερήμωση του χώρου, του χρόνου και του σώματος σε ένα τοπίο που ραγίζει από την καθετότητα των υδάτων. Ό,τι ήταν η θάλασσα τώρα είναι η βροχή.
- Με την πρώτη σταγόνα της βροχής [Δημήτρης Ψαριανός, στ.: Οδυσσέας Ελύτης, μουσ.: Μάνος Χατζιδάκις, 1972]
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν εσένα […]
Η βροχή, στη δική της ώρα, έρχεται σαν αντίδραση στη δράση της θάλασσας. Η υγρασία που υπαγορεύει το στίχο του φθινοπώρου. Άλλοτε καθαρίζει και άλλοτε θολώνει τα τοπία μα αν θέλουμε να το δούμε από την αισιόδοξη εκδοχή, κάθε σταγόνα της βροχής πάντοτε θα επιστρέφει θάλασσα..
- Σιωπή [Ξύλινα Σπαθιά, στ.: Παύλος Παυλίδης, μουσ.: Παύλος Παυλίδης, 1993]
Παλιά φωτογραφία
Στην άδεια παραλία
Σιωπή
Κοιτάζω απ’ το μπαλκόνι
Το δρόμο που θολώνει
Η βροχή
Λένε πως στη χώρα που ναυάγησες
Βασιλεύουν οι μάγισσες
Βουλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε
Στον αφρό […]
Θάλασσες της σιωπής και ανίεροι άνεμοι αποδομούν αργά τα τοπία τα θερινά τους. Εικόνες που όσο και αν επικαλούνται τη λήθη τους οι στίχοι αυτοαναιρούνται στα σημεία, στα χρώματα και στις αισθήσεις. Τίποτα δεν παίρνει μαζί του το καλοκαίρι, όλα κοχλάζουν στο υπόστρωμα των λέξεων και είναι ακόμη γύρω μας, πάνω μας, εδώ, και κάποτε ακόμη πιο καυτά γιατί έπαψαν να σβήνουν στην αφή.
- Όλα τα πήρε το καλοκαίρι [Ελευθερία Αρβανιτάκη, στ.: Οδυσσέας Ελύτης, μουσ.: Δημήτρης Παπαδημητρίου, 1996]
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
Τ’ άγρια μαλλιά σου στην τρικυμία
Το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
Τα μαύρα μάτια σου το μαντήλι
Την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
Κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι […]
- Στη Σαντορίνη [Βασίλης Καζούλης, 2009]
Έχασα χρόνο να γυρνώ σ’ άγνωστα μέρη
Πέρασε πάλι γρήγορα το καλοκαίρι
Κι από τα τόσα δειλινά στη Σαντορίνη
Όσα κι αν είδες τίποτα δεν έχει μείνει[…]
Τα αιρετικά
Τα τραγούδια αυτά απλά είναι ο αντίλογος σε ό,τι ειπώθηκε μέχρι τώρα. Αυθαδιάζουν γλυκά γιατί θυμούνται πως όλοι κάποτε αγκαλιάσαμε στην επάνοδο την οικειότητα ενός αγαπημένου σώματος ή περιμέναμε τη θάλασσα της επιστροφής για να μας επιστρέψει τα εύρετρα μιας στιγμής που έμεινε μετέωρη λίγο πριν ξεκινήσει η μεγάλη του θέρους φυγή. Όλοι κάποτε λιώσαμε και σβήσαμε κάτω από τον ήλιο της μεσημβρίας λατρεύοντας απλά το βλέμμα πάνω στο σώμα της επιστροφής μας. Και όλοι κρύψαμε ένα χαμόγελο πίσω από θολωμένα τζάμια γιατί κάποτε ο έρωτας συμβαίνει και Σεπτέμβρη.
- Κάθε Σεπτέμβρη [Φοίβος Δεληβοριάς, 1998]
Κάθε Σεπτέμβρη θα γυρνάς απ’ το χωριό σου
Και μόνο απ’ τα άσπρα μέρη κάτω απ’ το μαγιό
Θα αναγνωρίζω το κορμάκι το δικό σου
Που τους χειμώνες το κοιτάζω μόνο εγώ
Και τι έχει ο ήλιος που δεν έχω να σου δώσω
Αυτός τη νύχτα κλείνει εγώ μένω ανοικτός
Κι αν καταφέρω και τον πάγο σου τον λιώσω
Κάθε Σεπτέμβρη θα γεμίζουν όλα φως. […]
- Θυμήσου το Σεπτέμβρη [Κώστας Καρράς, στ.: Γιώργος Παπαστεφάνου, μουσ.: Γιάννης Σπανός, 1967]
Το χέρι δωσ’ μου, δωσ’ μου την καρδιά σου
και πάμε αν θέλεις ως τον ουρανό
Τραγούδι του Σεπτέμβρη είν’ η ματιά σου
αυτά τα μάτια πόσο τ’ αγαπώ
Και να σκόρπισαν τα φύλλα με τ’ αγέρι
τον δρόμο και αν τον σκέπασ’ η βροχή
για μας είν’ ο Σεπτέμβρης καλοκαίρι
η αγάπη σου φωτίζει όλη τη γη. […]
Στα χέρια μου έλα τώρα και κοιμήσου
και εγώ τις νύχτες θα σου τραγουδώ
και αν κάποτε χωρίσουμε θυμήσου
Σεπτέμβρη σου ‘χα πει το σ’ αγαπώ
***
Πέρα όμως από τα κάποτε και τα πάντα κάθε μικρού, ιδιωτικού μας θέρους και κάθε υγρής επανόδου, τους έρωτες, τις ματαιώσεις και τη ξεφλουδισμένη σάρκα μας, αν κάτι υπάρχει που, για δεκαετίες στην Ελλάδα, μένει τόσο ακλόνητο όσο το φως του καλοκαιριού της, είναι η 11η Σεπτεμβρίου (όχι λόγω της επετείου της πτώσης των Δίδυμων Πύργων…) αλλά γιατί ό,τι ημέρα και αν πέφτει ανοίγουν τα σχολεία όλων των βαθμίδων και γκρεμίζονται οι πύργοι της άμμου και τα προπύργια της ελευθερίας και τα ανέμελα γέλια περιφράσσονται, τα κύματα γίνονται εξισώσεις και η λογοτεχνία μάθημα από ρεμβασμός. Και είναι αυτή η μέρα, ίσως και η επόμενη που…
- Ένας μικρός, γλυκός, παλιός Σεπτέμβρης [Παντελής Θαλασσινός, στ.: Ηλίας Κατσούλης, μουσ.: Παντελής Θαλασσινός, 2006]
Ένας μικρός Σεπτέμβρης βάζει τα κλάματα
που στο σχολειό τον πάνε να μάθει γράμματα
θέλει να παίξει ακόμα με τ’ άστρα τ’ ουρανού
πριν έρθουν πρωτοβρόχια και συννεφιές στο νου
πρωτάκι, σχολιαρούδι, του κλέβουν το τραγούδι. […]
***
Και τώρα αφού τα κέρματα έπεσαν και οι στίχοι βρήκανε σώματα να κατοικήσουν και θέλοντας ή μη ευχηθήκαμε: καλό φθινόπωρο, καλή σχολική χρονιά, καλή σεζόν, ένα τελευταίο κέρμα στους ψιθύρους της εφηβείας μας:
Summer has come and passed
The innocent can never last
Wake me up when September ends …
Wake me up when September ends [Green Day, 2004]










![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










