Ερωτική ιστορία

0
2606

του Τάσου Γουδέλη(*).

 

Με ανοιχτά χρώματα σαν βόρεια, γύρω στα τριανταπέντε, ίσως και περισσότερο. Είχε μετακομίσει δίπλα μας καλοκαίρι. Ο άντρας της έλειπε συνήθως από το σπίτι. Από την εσωτερική μας σκάλα φαινόταν το υπνοδωμάτιό της. Μισοφωτισμένο σχεδόν πάντα. Κατέβαινα αργά ή στεκόμουν στο σκαλοπάτι και την κοίταζα ξαπλωμένη με κάτι ελάχιστο πάνω της. Αν και με έβλεπε, δεν έκανε καμία κίνηση να σκεπαστεί ή να κλείσει το παράθυρο.

Στην αρχή έμενα λίγο στις σκάλες σαν να με απασχολούσε κάτι δικό μου. Μετά, όμως, άρχισα να καθυστερώ επιδεικτικά με το βλέμμα πάνω της.

Για να δικαιολογηθώ εύρισκα καταφύγιο σε εικόνες από κάποιον υγρό Νότο με αμερικάνους έφηβους που ενηλικιώνονται με τρυφερή κατάθλιψη πολύ κοντά και τόσο μακριά από την αληθινή τους επιθυμία,

Ήθελα να φύγω αλλά με κρατούσαν ακίνητο τα πόδια μου, που με ανάγκαζαν να κατηγορώ τη γυναίκα για τις αδικίες όλων εναντίον μου.

Σε εκείνα τα μετέωρα λεπτά με το διαλυμένο χρόνο που τον έβλεπα σαν καπνό στη δέσμη που φώτιζε περίεργα το σκοτάδι, ήξερα ότι άρχιζε μια άλλη βιογραφία μου. Με κοίταζαν από απέναντι εμένα γυμνό και όχι εγώ αυτούς όπως σε άλλες φαύλες οθόνες. Αφού μάλιστα περίμενα και δεν εγκατέλειπα, παραδέχτηκα με τη σοφία δευτερολέπτου ότι έπρεπε να δεχθώ τις συνέπειες: που σε τελευταία ανάλυση δεν μου κόστιζαν τόσο, έλεγα μέσα στον μικρό μου πανικό, αν σκεφτεί κανείς ότι στεκόμουν στη θέση μου επιδιώκοντας ακριβώς τα ανομολόγητα.

Ήταν η πρώτη φορά που δεν μπορούσα ή δεν ήθελα να παρακολουθώ κρυμμένος. Και να ήμουν αθέατος, με τον τηλεφακό του συνηθισμένου ηδονοβλεψία, δεν θα ένιωθα την ίδια απόλαυση.

Είχα αποκαλυφθεί αλλά αδιαφορούσα.  Αντίθετα εκείνη καλυμμένη από το γυμνό της είχε όλα τα επιχειρήματα: την άνεση εκείνου που μπορεί να κάνει όλα τα αίσχη πίσω από τις πόρτες- αν και τότε ακόμα, που δεν είμαστε μετρημένοι, σε κάποιον δίνουμε λογαριασμό.

Πάντως, θαύμαζε τον εαυτό της, πότε κρατώντας και πότε διώχνοντας τον καθρέφτη μου από μπροστά της. Ικανοποιημένη από το είδωλό της μετά από ώρα, σηκωνόταν νωχελικά και έκλεινε τις κουρτίνες.

Όταν λογομαχούσε με τον άντρα της, έξαλλη τώρα έκανε το ίδιο για να μην βλέπω. Θύμωνε και μαζί μου γιατί τώρα ήμουν ξαφνικά απρόσκλητος. Ένιωθα ντροπή γιατί  καταλάβαινα τι ζητούσε από μένα και εγώ δεν το σεβόμουν.

Τις περισσότερες φορές, πάντως, έπαιζε το ρόλο της ευσυνείδητα, για να μην αισθάνομαι άβολα με την αμήχανη διέγερσή μου, σαν να ζητούσε συγγνώμη για την προηγούμενη συμπεριφορά της. Συνέχιζε, λοιπόν, το ρεπερτόριό της μετά τη διακοπή με τόση φυσικότητα που με έκανε να νομίζω ότι η απόστασή μας είχε εκμηδενισθεί.. Όμως ταυτόχρονα ήταν φανερό ότι επέβαλε και όρους που έπρεπε να δεχθώ σαν υπάκουος θεατής. Ούτε να διανοηθώ να πλησιάσω την οθόνη, έμοιαζε να μου λέει, γιατί εκεί θα άγγιζα μόνο σκιές.

Πάντως όσο και να την ευγνωμονούσα, πίστευα ότι με εκμεταλλευόταν και όχι μόνο από φιλαρέσκειά. Βέβαια θα ήταν γελοίο να πω ότι η περίπτωσή μας θύμιζε Στρίνμπεργκ, έστω επαρχίας, αλλά  ήταν φανερό το σχέδιό της να με ταπεινώσει.

Και να την ρωτούσα, ίσως με τη σιωπή της να το παραδεχόταν. Γιατί μάλλον θα πίστευε, λέω, ότι δεν είχα απαντήσεις. Ήξερε, ασφαλώς, ότι έπαιρνα κι εγώ το μερίδιό μου αλλά έκανε πως το αγνοούσε.

Στην έξαψή μου προλάβαινα, παρά την ταχύτητά τους, όσα διέφευγαν σε στιγμές ηρεμίας. Ήμουν καθηλωμένος αλλά ταυτόχρονα βρισκόμουν και σε χιλιάδες άλλα σημεία, διαλυμένος και θριαμβευτής μαζί, αγγίζοντας και χάνοντας το σώμα μου.  Αυτό που έμενε σταθερό ήταν η παρουσία της που έμοιαζε να διεκδικεί κάτι στο βάθος πίσω από μένα, υπονοώντας άλλα πιο διεκδικητικά βλέμματα.

Με ξεπερνούσε, λοιπόν, γιατί συστρεφόταν σαν να απευθυνόταν με θαυμασμό στον εαυτό της, που δεν τον ανακάλυπτε για χάρη μου αλλά μόνο για ένα ιδανικό κοινό.

Παρά τον πόθο μου θα την είχα εγκαταλείψει, εάν αυτό που είχα διαπιστώσει από την αρχή μελαγχολικά, τελικά διαπίστωνα ότι με ικανοποιούσε: επιζητούσα την επιδεικτική της φιλαρέσκεια, αυτόν τον μονόλογό της που με απομόνωνε περισσότερο…Γιατί στην πραγματικότητα δεν ζητούσα να την πλησιάσω αλλά αντίθετα να εξασφαλίσω το προνόμιό μου να την κοιτάζω και μόνο.

Κάποιος λογικός θα μου έλεγε ότι το κάνω από φόβο μήπως μια επαφή μας θα ήταν πανωλεθρία. Δεν ήξερα εάν αυτό ήταν αλήθεια.  Εάν είχα δει τότε σινεμά θα του έλεγα ότι μόνο στα ποιητικά σενάρια συμβαίνει η ώριμη θεώμενη με τον δραματικό της κόσμο να υποκύπτει στον νεαρό ηδονοβλεψία της.

Και να με έπειθαν ότι θα ήμουν ο ήρωας που εκπορθεί, δεν ήμουν καθόλου βέβαιος ότι με γοήτευε η σκέψη. Ένιωθα ασφάλεια εκεί που βρισκόμουν, παρά την έκθεσή μου. Αφού και η άλλη, το ήξερα, ένιωθε το ίδιο.

Είχαμε πια τη σχέση μας, ήταν φανερό. Εκείνη φυσικά έπαιρνε τις πρωτοβουλίες και εγώ ακολουθούσα ευσυνείδητα, σαν κάποιος που μια συγκεκριμένη ώρα της ημέρας πηγαίνει στη δουλειά του ή βγαίνει για περίπατο. Αν αργούσα κάποιες φορές στο απογευματινό σχολείο, έτρεχα να την προλάβω σαν ευσυνείδητος σύζυγος.

Για να ξεφύγουμε μάλιστα από την ανία των επαναλήψεων, εκείνη συνέχεια εφεύρισκε νέες επιδείξεις με ένα μικρό άγχος, όπως καταλάβαινα, μήπως δεν φανεί πρωτότυπη.

Στο δρόμο απέφευγα να διασταυρωθώ μαζί της, μήπως χαθεί η απόσταση από το διπλανό σπίτι της που ήταν για μένα το πιο μακρινό. Δεν έτυχε να έλθει σε μας για επίσκεψη, μπορεί και η ίδια να το έκανε επίτηδες για να διατηρηθεί το μυστήριο.

Εάν τελικά παραβιάζαμε τα όρια η μαγεία θα χανόταν, το ήξερε και εκείνη, έλεγα, αφού μου είχε δώσει το δικαίωμα βουβά να σκέπτομαι και για λογαριασμό της.

Ταυτόχρονα δεν είχαμε ψευδαισθήσεις ότι πολύ σύντομα θα αγγίζαμε το σημείο μηδέν, και γι’ αυτό δεν άργησε να εμφανιστεί το άγχος. Παρότι μου είχε γίνει απαραίτητη, ευχόμουν αόριστα να μετακομίσει το συντομότερο, παρά να συναντηθούμε. Έβλεπα στον ύπνο μου με αγωνία ότι διασκέλιζα το μεσοδιάστημα ή ότι εκείνη βρισκόταν ξαφνικά στο δωμάτιό μου.

Ήταν μια γυναίκα με αυτά τα πρόσωπα που μου συστήθηκε και όχι με άλλα. Μου αρκούσαν αυτά, τα υπόλοιπα θα με απογοήτευαν.

Πιθανόν, όμως, να επιζητούσαμε το επόμενο βήμα ασυνείδητα. Επειδή, μάλλον, είχαμε δοκιμάσει τα πάντα τόσον καιρό, παραιτηθήκαμε. Αφήσαμε πρωτοβουλίες στην τύχη, με το πρόσχημα ότι πιθανόν κάτι ανεξέλεγκτο θα μας βοηθούσε.

Νόμιζα ότι ήμουν έτοιμος, αλλά όταν την είδα μια μέρα να προβάλλει από τη γωνία και να  έρχεται προς το μέρος της μητέρας, που στεκόταν δίπλα μου, κατέρρευσα. Όσο η μητέρα μου φλυαρούσε, μεταξύ άλλων, για τις επιδόσεις μου στο Λύκειο και για άσχετες αταξίες μου, εκείνη με αδιόρατο χαμόγελο μου χάιδευε τα μπράτσο. Εγώ κοίταζα όλη την ώρα κάτω.

Όταν γύρισα στο σπίτι ξάπλωσα στο σκοτάδι για να μην βλέπω τίποτα. Μετά έψαξα να διαβάσω το πιο μαύρο ρομάντζο. Κατεβαίνοντας το απόγευμα τη σκάλα δεν χρειάστηκε να κοιτάξω προς το δωμάτιό της, ήξερα ότι το παράθυρό της θα ήταν κλειστό.  

* Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων Απόσταση αναπνοής.

Προηγούμενο άρθροΕπέτειος
Επόμενο άρθροΑριστοτέλους Βιβλιοθήκη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here