Ελένη Κεφάλα: Στην αμαξοστοιχία με τον Γκιλγκαμές και άλλες εξομολογήσεις (συνέντευξη στον Peter Constantine).

0
1626
Spread the love

 

συνέντευξη στον Peter Constantine

 

Δύο βιβλία της Ελένης Κεφάλα εκδόθηκαν πρόσφατα στην Ελλάδα. Το ένα είναι η τελευταία ποιητική συλλογή της, Direct Orient, η οποία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Περισπωμένη τον Ιούλιο του 2024. Το δεύτερο είναι η βραβευμένη ακαδημαϊκή μελέτη Οι κατακτημένοι: Το Βυζάντιο και η Αμερική στο μεταίχμιο της νεωτερικότητας, η οποία πρωτοεκδόθηκε στα αγγλικά από το Harvard University Press και τον Δεκέμβριο του 2024 κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σε μετάφραση του Παναγιώτη Σουλτάνη.

Η Ελένη Κεφάλα έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης της Κύπρου για την ποιητική συλλογή της Χρονορραφία, η οποία κυκλοφόρησε στα αγγλικά από τις εκδόσεις Deep Vellum. Η εν λόγω συλλογή παρουσιάστηκε στη στήλη “Globetrotting” των New York Times και συμπεριλήφθηκε σε λίστα του διαδικτυακού λογοτεχνικού περιοδικού Words Without Borders με τίτλο «Οχτώ ποιητικές συλλογές σε μετάφραση που αξίζει να διαβάσετε το 2022».

Ως μεταφραστής των ποιητικών συλλογών της Ελένης Κεφάλα στα γερμανικά και τα αγγλικά –η πρώτη ήταν η γλώσσα της μητέρας μου, η δεύτερη του πατέρα μου– θέλησα να της θέσω κάποιες ερωτήσεις για τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της ποίησής της, αλλά και για το πρωτοποριακό ακαδημαϊκό της έργο. Διεθνώς διακεκριμένη λατινοαμερικανίστρια, η Κεφάλα διετέλεσε πρόεδρος του Τμήματος Ισπανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σαιντ Άντριους της Σκωτίας, όπου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια. Το διδακτικό της έργο επικεντρώνεται στη λογοτεχνική παραγωγή της Αργεντινής, του Μεξικού, της Κολομβίας, της Κούβας, της Ουρουγουάης και της Χιλής.

 

 H συνέντευξη

Peter Constantine: Ως μεταφραστής της ποίησής σου, με συναρπάζει το ακαδημαϊκό σου έργο για τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία και κουλτούρα. Φαίνεται σαν να υπάρχουν δύο πολύ διαφορετικές και διακριτές πλευρές της Ελένης Κεφάλα.

Ελένη Κεφάλα: Ναι, για χρόνια ένιωθα κάτι σαν Τζέκιλ και Χάιντ, απ’ τη μια ποιήτρια, απ’ την άλλη πανεπιστημιακός, μέχρι που κατάλαβα πως οι δυο αυτές όψεις είναι στο βάθος μία.

PC: Ελπίζω ο δικός σου κύριος Χάιντ να μην είναι τόσο σκοτεινός και αινιγματικός όσο εκείνος του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον.

EK: (Γελά) «Ποιος δεν έχει χαμογελάσει κρατώντας καταμεσήμερα / μια χούφτα σκοτάδι κάτω απ’ τον ήλιο»; Αυτό είναι ένα δίστιχο απ’ το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο, Μνήμη και παραλλαγές, που νομίζω πως απαντά στην ερώτησή σου. Πάντως να ξέρεις ότι αντίθετα με το μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Δόκτωρ Τζέκιλ και κύριος Χάιντ, στην περίπτωσή μου ο κύριος Χάιντ ήταν αυτός που δημιούργησε τον δρ Τζέκιλ. Μικρή πίστευα με αφέλεια πως επειδή μου άρεσε να γράφω, έπρεπε να ασχοληθώ επαγγελματικά με τη σύγχρονη λογοτεχνία. Έτσι στα δεκαοχτώ μου βρέθηκα να σπουδάζω νεοελληνική φιλολογία. Πλέον οι Τζέκιλ και Χάιντ είναι δυο καλοί φίλοι, γιατί αγαπούν τη λογοτεχνία, ο καθένας με τον τρόπο του. Κάποιες φορές συναντιούνται στην ίδια γλώσσα, όπως έγινε φέτος με τα δυο βιβλία. Έμαθαν να συνεργάζονται, αλλά να μην επιβάλλονται. Και το πιο σημαντικό, κανείς τους δεν προσπαθεί να σκοτώσει τον άλλο.

PC: Τι υπέροχο που οι δικοί σου δρ Τζέκιλ και κύριος Χάιντ είναι ευγενικά πλάσματα που συνεργάζονται αρμονικά! Ο ένας γράφει αποκλειστικά στα αγγλικά, ενώ ο άλλος αποκλειστικά στα ελληνικά. Πιστεύεις ότι αυτό θα άρεσε στον Στίβενσον;

EK: Λες; Νομίζω πως προτιμούσε περισσότερο τη σύγκρουση παρά τη συνεργασία. Όπως και να ’χει, του χρωστώ ένα ποίημα. Το ξέρεις πως ο παππούς του, o Ρόμπερτ Στίβενσον, ήταν μηχανολόγος απ’ τη Γλασκώβη και πως έφτιαξε, μαζί με τα παιδιά και τα εγγόνια του, τους περισσότερους φάρους της Σκωτίας; Μόνο ο εγγονός Ρόμπερτ Λούις, το μαύρο πρόβατο, τελικά δεν ακολούθησε την οικογενειακή παράδοση. Ένας τέτοιος φάρος βρίσκεται στο Isle of May, ένα ακατοίκητο νησάκι στη Βόρεια Θάλασσα, στην ανατολική ακτή της Σκωτίας, όπου ζω τα τελευταία είκοσι χρόνια. Μέχρι πρόσφατα έμενα σ’ ένα χωριό απέναντι απ’ το Isle of May κι έβλεπα τον φάρο να αναβοσβήνει κάθε βράδυ που πήγαινα για ύπνο. Έχει καιρό που θέλω να γράψω ένα ποίημα για τον φάρο, τον εγγονό και τον παππού Στίβενσον. Βλέπεις, σ’ εκείνο το σπίτι πέρασα τα χρόνια της πανδημίας κι ο φάρος στο μυαλό μου φαντάζει σαν φως στο σκοτάδι των καιρών. Εκεί, απέναντι απ’ τον φάρο των Στίβενσον, πολύ κοντά στο σπίτι που ο ίδιος ο Ρόμπερτ Λούις είχε περάσει τον Ιούλιο του 1868, ο Χάιντ έγραψε το Direct Orient, ενώ ο Τζέκιλ έκανε υπομονετικά τις τελευταίες διορθώσεις στο αγγλικό κείμενο των Κατακτημένων κι έγραψε επίσης ένα μικρό βιβλίο για την οικολογική κρίση.

PC: Τελικά, μήπως δεν έχεις μόνο δύο όψεις, αλλά πολλές; Πρόσφατα διετέλεσες πρόεδρος του Τμήματος Ισπανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σαιντ Άντριους, του τρίτου σε αρχαιότητα πανεπιστημίου του Ηνωμένου Βασιλείου, και πλέον είσαι αντικοσμήτορας της Σχολής Σύγχρονων Γλωσσών. Είσαι αναπληρώτρια καθηγήτρια λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, συγκριτολόγος και νεοελληνίστρια, και έχεις ασχοληθεί με πολύ διαφορετικά είδη, όπως τα νάουατλ άσματα, τη μεταβυζαντινή ποίηση και τη μοντέρνα ποίηση, το διήγημα και το μυθιστόρημα.

ΕΚ: (Γελά) Ναι, αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά διαφορετικές εκφάνσεις των Τζέκιλ και Χάιντ. Απ’ την άλλη, φυσικά, ίσως να είχε δίκιο ο Μπόρχες που έλεγε πως δεν είμαστε ένας, αλλά πολλοί και κανένας. Με τα χρόνια σίγουρα πληθαίνουν οι εαυτοί μας και η αλήθεια είναι πως δεν θα μπορούσα να ασχολούμαι μόνο με ένα πράγμα, το βρίσκω βαρετό, όσο ενδιαφέρον κι αν είναι. Υποψιάζομαι πως και γι’ αυτό ευθύνεται το δίδυμο Τζέκιλ-Χάιντ, που μου έχει μάθει πως η λογοτεχνία, αν και έχει πολλές όψεις, στην ουσία είναι μία και πως στον κόσμο της τέχνης και των ιδεών μπαίνεις πάντα όπως η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, με φαντασία και αυθορμητισμό, άσχετα αν τελικά μπορεί να βρεθείς σε επικίνδυνες ατραπούς. Αλλά και πώς αλλιώς θα μάθεις;

PC: Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μπήκες στον κόσμο των Βυζαντινών και των Αζτέκων όπως η Αλίκη;

ΕΚ: Περίπου, γιατί με τους θρήνους για την άλωση της Κωνσταντινούπολης ήμουν πιο εξοικειωμένη λόγω πτυχίου. Στον κόσμο όμως των Αζτέκων μπήκα με αυθορμητισμό και μια γερή δόση περιέργειας, ίσως και αφέλειας, θα έλεγα. Δεν μου ήταν εύκολο, ειδικά στην αρχή ήταν σαν να έκανα bungee jumping, κάτι που στην πραγματικότητα δεν έχω κάνει ποτέ. Σιγά σιγά όμως μέσα απ’ την έρευνα άρχισα να βρίσκω τα πατήματά μου, να καταλαβαίνω πώς σκέφτονταν εκείνοι οι άνθρωποι που βρέθηκαν να ζουν στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία και που έπρεπε ξαφνικά να μάθουν να συνυπάρχουν με τους Ισπανούς κατακτητές, τι τους έφερνε κοντά στους Βυζαντινούς και τι τους ξεχώριζε. Ο Τζέκιλ, ως ερευνητής, είναι μεθοδικός, ο Χάιντ, ως ποιητής, ονειροπόλος. Ο πρώτος μου έλεγε πως καμιά κοινωνία, εποχή ή κουλτούρα δεν είναι ίδια με μια άλλη, γιατί το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο είναι πάντα διαφορετικό. Ο Χάιντ, πάλι, πιστεύει πως η ανθρώπινη φύση παραμένει κατά βάση ίδια και γι’ αυτό τείνει να βλέπει ομοιότητες παρά διαφορές. Προσπάθησα να ακολουθήσω μια μέση οδό. Το ότι είχα να κάνω με ποίηση, ή μάλλον με τραγούδια στην περίπτωση των Αζτέκων, έκανε το ταξίδι ακόμη πιο συναρπαστικό.

PC: Είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι και θα ήθελα να σου κάνω μερικές πιο συγκεκριμένες ερωτήσεις γι’ αυτό. Όμως επίτρεψέ μου πρώτα να σου θέσω ένα φλέγον ερώτημα για εμένα, ως μεταφραστή δύο ποιητικών σου βιβλίων, της Χρονορραφίας και του Direct Orient. Το υπόβαθρο και των δύο βιβλίων είναι η συνύφανση πολιτισμών, εποχών και γεγονότων –συνήθως μικρών, φαινομενικά ασήμαντων γεγονότων, που λαμβάνουν χώρα σε ταραχώδεις στιγμές της ιστορίας. Υπάρχει ένας στίχος στη Χρονορραφία για τη στιγμή της πτώσης του Μοκτεσούμα, του αυτοκράτορα των Αζτέκων: «Στην πόρτα ένα πουλί με γυάλινο κεφάλι τον κοιτάει». Μια λεπτομέρεια μικρή, όμως βαθιά συγκινητική. Μου θύμισε το ποίημα του Καβάφη «Αλεξανδρινοί βασιλείς», στο οποίο βλέπουμε τον μικρό Καισαρίωνα να παρακολουθεί μια παρέλαση, ενώ ξέρουμε πως πλησιάζει το τέλος του: «δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες κορδέλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια».

ΕΚ: Χαίρομαι που αναφέρεις τον Καβάφη. «Πολύ με συγκινεί μια λεπτομέρεια», είχε γράψει σ’ ένα άλλο του ποίημα με τίτλο «Από υαλί χρωματιστό», κι ο στίχος αυτός μου καρφώθηκε στο μυαλό από τότε που το διάβασα. Το πουλί με το γυάλινο κεφάλι είναι ένας από τους οχτώ οιωνούς για την άλωση της Τενοτστίτλαν από τους Ισπανούς και τους ιθαγενείς συμμάχους τους. Τον αναφέρει ο Φλωρεντινός Κώδικας, αυτό το πολύτιμο χειρόγραφο του 16ου αιώνα.

PC: Απ’ ό,τι θυμάμαι, μια εντυπωσιακή εικόνα από τον Φλωρεντινό Κώδικα κοσμεί το εξώφυλλο της επερχόμενης γαλλικής έκδοσης της Χρονορραφίας σε μετάφραση του Michel Volkovitch.

EK: Ακριβώς, διαλέξαμε την εικόνα μιας ιθαγενούς υφάντρας απ’ τον Φλωρεντινό Κώδικα, ένα μνημειώδες εθνογραφικό έργο, παιδί Αζτέκων λογίων που δούλεψαν υπό την εποπτεία του φραγκισκανού μοναχού Μπερναρδίνο δε Σααγούν. Είναι συγκλονιστικό να αντικρίζεις τις γλώσσες δυο άγνωστων μεταξύ τους κόσμων να ατενίζουν για πρώτη φορά η μια την άλλη σε παράλληλες στήλες, στα αριστερά τα ισπανικά και στα δεξιά τα νάουατλ με λατινικό αλφάβητο. Πραγματικά χαίρεται το μάτι σου να βλέπει αυτό το χειρόγραφο, που περιέχει σχεδόν δυόμισι χιλιάδες εικόνες, όλες σχεδιασμένες από ιθαγενείς καλλιτέχνες. Σε μια απ’ αυτές είναι και το πουλί με το γυάλινο κεφάλι, ή μάλλον μ’ έναν καθρέφτη στο κεφάλι.

PC: Πες μας λοιπόν δυο λόγια γι’ αυτό το παράξενο πουλί!

ΕΚ: Στο ποίημά μου, το πουλί-οιωνός καρφώνει με το βλέμμα του τον Μοκτεσούμα εκείνη τη μεταιχμιακή στιγμή που ο Αζτέκος αυτοκράτορας καλείται να πάρει μια απόφαση, η οποία εκ των υστέρων ξέρουμε πως θα άλλαζε την πορεία της ιστορίας. Στο Μεξικό τον θεωρούν λίγο-πολύ προδότη, ότι δηλαδή άφησε μια χούφτα Ευρωπαίους τυχοδιώκτες να καταλάβουν την πανίσχυρη αυτοκρατορία του. Ξέρουμε, φυσικά, πως τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι, αλλά στο ποίημα μ’ ενδιέφερε η στιγμή που ο Μοκτεσούμα, αιχμάλωτος πια του Κορτές στα ίδια του τα ανάκτορα, αναγκάζεται μετά από εντολή του Ισπανού να μιλήσει στους υπηκόους του, που έχουν εξεγερθεί. Η κίνησή του ξεσηκώνει ακόμη περισσότερο το εξοργισμένο πλήθος και ο ίδιος τραυματίζεται στις συγκρούσεις.

PC: Άρα αυτή η στιγμή στο ποίημά σου, αν και εκ πρώτης όψεως δείχνει μια ασήμαντη λεπτομέρεια, είναι στην πραγματικότητα μια καθοριστική στιγμή στην ιστορία.

EK: Απόλυτα, γιατί τρεις μέρες μετά ο αυτοκράτορας θα υποκύψει στα τραύματά του κι έτσι δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα μπορούσε να είχε κάνει που να άλλαζε την τροπή των γεγονότων ο άνθρωπος ο οποίος είχε στα χέρια του μια αχανή αυτοκρατορία που εκτεινόταν από τον Κόλπο του Μεξικού μέχρι τον Ειρηνικό. Το ποίημα εστιάζει στη δεδομένη στιγμή που θεωρητικά τουλάχιστον όλα είναι πιθανά, γιατί η ποίηση είναι ο οικοδεσπότης του απραγματοποίητου. Εξάλλου, οι ζωές μας συχνά δεν κρίνονται από μεγάλες στιγμές, αλλά από μικρές λεπτομέρειες, ίσως από μια σειρά από πολλές λεπτομέρειες που στην τελική μπορεί και να περνούν απαρατήρητες. Με ελκύουν τα διάκενα, το μεταίχμιο, η αμφισημία, οι λεπτομέρειες και το μικρό που τελικά μπορεί να είναι πιο μεγάλο απ’ το μεγάλο. Αυτά που μας κάνουν ανθρώπους και όχι ήρωες και που συνήθως χάνονται στις «μεγάλες αφηγήσεις» της κάθε εποχής.

PC: Όπως υποδηλώνει ο τίτλος του δεύτερου ποιητικού βιβλίου σου, Χρονορραφία, στην ποίησή σου συνυφαίνεις διαφορετικές ιστορίες και εποχές.

ΕΚ: Ναι, όπως λες η Χρονορραφία είναι ένα βιβλίο που υφαίνει τον χρόνο. Ξέρεις, ποτέ μου δεν το είχα με το κέντημα, όπως και με το πλέξιμο. Μπορείς να πεις πως είμαι η ντροπή της οικογένειας, γιατί η γιαγιά μου, η Ελένη, που ήταν απ’ τον Κάτω Δρυ, ένα ημιορεινό χωριό δίπλα στα Λεύκαρα, έφτιαχνε περίφημα λευκαρίτικα κεντήματα. Και η μάνα μου θυμάμαι κεντούσε, αλλά όχι τόσο όσο η γιαγιά. Εμένα πάλι δεν έπιαναν τα χέρια μου, άσε που το απεχθανόμουν. Λες υποσυνείδητα να έγινα υφάντρα του χρόνου για να εξιλεωθώ στα μάτια τους;

PC: (Γελά) Κι όμως, είναι μοναδικό το πώς υφαίνεις τα ποιήματά σου και φτιάχνεις σύνθετα ποιητικά εργόχειρα!

EK: Εύχομαι τότε η γιαγιά και η μάνα να ντρέπονται λιγότερο για την κόρη! Η Χρονορραφία σίγουρα είναι ένα πειραματικό βιβλίο, γιατί υφαίνει την ποίηση με τη μαρτυρία, ενσωματώνει δηλαδή αυτούσια αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα ενός ανώνυμου και σχεδόν αγράμματου νέου, του πατέρα της μάνας μου, που μεγαλώνει σ’ ένα αγγλοκρατούμενο νησί το πρώτο μισό του 20ού αιώνα και που ανήμερα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου βρίσκεται σε ατμόπλοιο ανοιχτά της Ιταλίας με προορισμό την Αγγλία ως οικονομικός μετανάστης. Τη μαρτυρία του τη χρησιμοποίησα ως τον ιστό πάνω στον οποίο ύφανα τις υπόλοιπες ιστορίες, ανάμεσά τους το πρώτο ταξίδι του Κολόμβου στις Δυτικές Ινδίες και η κατάκτηση του Μεξικού από τον Κορτές και τους συμμάχους του.

 PC: Στη Χρονορραφία όλα αυτά τα σπαράγματα χρόνου συναντιούνται με διάφορους τρόπους!

EK: Σωστά, κι αυτό γιατί οι δεσμοί που αναπτύσσουν μεταξύ τους τα ποιήματα διακλαδώνονται και δημιουργούν παράλληλα και δαιδαλώδη νοήματα, που ο αναγνώστης ανακαλύπτει, αλλά και επινοεί, όσο προχωρά η ανάγνωση. Πώς να το πω, είναι σαν να μπαίνεις στον κήπο των διχαλωτών μονοπατιών του Μπόρχες. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, αλλά έτσι είναι, γιατί όλες οι ιστορίες και οι χρόνοι υπάρχουν, δυνητικά, σε ένα αέναο παρόν που μοιάζει με λαβύρινθο ή σπείρα. Ο χρόνος της Χρονορραφίας είναι επίσης κυκλικός, έτσι όπως τον θέλουν οι αρχαίοι πολιτισμοί της Αμερικής, ανάμεσά τους και οι Αζτέκοι. Μέσα σ’ αυτόν τον κήπο, ο Μοκτεσούμα συναντιέται με τους Βυζαντινούς, ο Καβάφης με τον Φλωρεντινό Κώδικα και τον Κορτές και η Τενοτστίτλαν με την Κωνσταντινούπολη.

PC: Στο πρόσφατο ακαδημαϊκό σου βιβλίο Οι κατακτημένοι: Το Βυζάντιο και η Αμερική στο μεταίχμιο της νεωτερικότητας ενώνεις επίσης, με τρόπο απρόσμενο, νήματα ιστορίας που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν υπερβολικά ετερόκλητα για να συνυφανθούν.

ΕΚ: Κι όμως, όπως ξέρεις το Βυζάντιο και η Αμερική δεν συναντιούνται για πρώτη φορά στους Κατακτημένους. Τη μελέτη άρχισα να τη δουλεύω όταν ήμουν υπότροφος στο Νταμπάρτον Όουκς στην Ουάσινγκτον την περίοδο 2016-2017, δηλαδή τρία χρόνια αφού είχε βγει η Χρονορραφία, η οποία ούτως ή άλλως είχε γραφτεί πολύ πιο πριν. Μπορεί λοιπόν να θεωρήθηκε πρωτοποριακή η συγκριτική ανάλυση θρήνων στα ελληνικά και στα νάουατλ για την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και της Τενοτστίτλαν το 1521, αλλά Οι κατακτημένοι έρχονται δεύτεροι και καταϊδρωμένοι μετά τη Χρονορραφία!

PC: Ενδιαφέρον! Νιώθεις πως η Χρονορραφία άνοιξε, κατά κάποιον τρόπο, τον δρόμο γι’ αυτή την τολμηρή ακαδημαϊκή μελέτη;

EK: Ειλικρινά δεν ξέρω αν στο μυαλό μου η ποίηση είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο γι’ αυτή την ομολογουμένως αλλόκοτη σύγκριση δυο άγνωστων μεταξύ τους πολιτισμών, συνειδητά πάντως δεν έγινε κάτι τέτοιο. Πιθανόν όμως να έγινε υποσυνείδητα κι έτσι η απόσταση ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και την Τενοτστίτλαν, τους Παλαιολόγους και τον Μοκτεσούμα ή την Αγία Σοφία και τον Ναό του Ουιτσιλοπότστλι να διανύθηκε πριν καν ταξιδέψω στην Ουάσινγκτον με την αρχική ιδέα του πρότζεκτ στις αποσκευές. Βλέπεις, αν η ποίηση σερφάρει με σανίδα μέσα στη μανιασμένη θάλασσα, η ακαδημαϊκή έρευνα σχεδόν πάντα ψάχνει στεριά για να πάει με τα πόδια, άντε καμιά φορά και με ποδήλατο. (Γελά)

PC: Ποιος θα σκεφτόταν πως η Αγία Σοφία θα μπορούσε να συναντηθεί με έναν αζτέκικο ναό στο πλαίσιο μιας ακαδημαϊκής μελέτης! Απ’ την άλλη, στο τελευταίο σου ποιητικό βιβλίο, Direct Orient, ένα μυστήριο που μας κρατά συνεχώς σε εγρήγορση συνομιλεί με το παλαιότερο έπος της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το Έπος του Γκιλγκαμές, αλλά και με την Ενχεντουάννα, την αρχαιότερη συγγραφέα στον κόσμο. Έχεις την ικανότητα να κάνεις το ανοίκειο οικείο και, το σημαντικότερο, να το κάνεις τελείως αβίαστα.

ΕΚ: Πολύ θα ήθελα να ισχύει αυτό που λες. Έχει τύχει να δεις τις φωτογραφίες που τράβηξε το 1916 ο Πολ Στραντ στο εξοχικό του στο Τουίν Λέικς, το οποίο βρίσκεται στην πολιτεία όπου δουλεύεις, στο Κονέκτικατ; Τη συγκεκριμένη σειρά ο Στραντ την ονόμασε «Αφαιρέσεις» και ουσιαστικά με αυτή εγκαινίασε την αφαίρεση στην ιστορία της φωτογραφίας. Μια απ’ τις φωτογραφίες δείχνει ένα στρογγυλό τραπέζι την ώρα που το φως πέφτει επάνω του μέσα από τα κάγκελα της βεράντας, αλλά την πρώτη φορά που βλέπεις τη φωτογραφία δεν είσαι σίγουρος τι ακριβώς είναι αυτό που βλέπεις. Με υλικό την καθημερινότητα και όπλο την οπτική γωνία και το κοντινό πλάνο, ο Στραντ μας δείχνει μια άλλη όψη της πραγματικότητας, ή μάλλον μας κάνει να δούμε την καθημερινότητα αλλιώς. Έτσι και η ποίηση, μας δίνει κοντινά πλάνα της πραγματικότητας, μας βοηθά να δούμε πτυχές της που κανονικά θα έμεναν εκτός του οπτικού μας πεδίου. Με άλλα λόγια, η ποίηση μας επιτρέπει να δούμε την πραγματικότητα και την ιστορία σ’ όλο το πλάτος και βάθος τους, και μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία, όπως λες, το ανοίκειο γίνεται οικείο, αλλά και το αντίθετο, το οικείο γίνεται ανοίκειο, αυτό δηλαδή που κάνει ο Στραντ.

PC: Πολύ ενδιαφέρον αυτό που λες για την οπτική γωνία. Είναι αλήθεια πως τα νήματα του πιο πρόσφατου ποιητικού βιβλίου σου, Direct Orient, μοιάζουν να σχηματίζουν διαφορετικές συνθέσεις κάθε φορά που το διαβάζουμε. Όπως και στη Χρονορραφία, έτσι και στο Direct Orient τόσο οι αφηγηματικές γραμμές όσο και τα νοήματα φαίνεται να βρίσκονται σε διαρκή κίνηση.

ΕΚ:  Έχεις δίκιο. Αν και τα δυο βιβλία είναι πολύ διαφορετικά, τα δένει η αρχιτεκτονική τους. Σου το έχω πει, νομίζω, πως στα δεκαπέντε μου είχα γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα, δημιούργημα εφηβικό που παραμένει ανέκδοτο και αποκηρυγμένο. Έχει όμως ρίξει τη σκιά του και στα τρία βιβλία ποίησης που έχω γράψει, αφού συνειδητοποιώ πως με ελκύει ένα είδος «μυθιστορηματικής ποίησης». Και χρησιμοποιώ τον όρο αυτό για την ώρα γιατί δεν έχω κάτι καλύτερο. Δεν ξέρω αν το γνωρίζεις, αλλά ο αρχικός τίτλος του Direct Orient ήταν Ποίηση νουάρ.

PC: Δεν το ήξερα αυτό! Eνδιαφέρον! Δεν θυμάμαι αν σου το έχω αναφέρει, αλλά ο τίτλος του βιβλίου άρχισε να μου αποκαλύπτεται μόνο αφού μετέφρασα τα πρώτα επτά ή οχτώ ποιήματα. Ήθελα να μεταφράσω τα πρώτα ποιήματα και μετά να το διαβάσω ολόκληρο. Δεν ξέρω πόσοι μεταφραστές δουλεύουν με αυτόν τον τρόπο, όμως εμένα μου αρέσει αυτή η αίσθηση της ανακάλυψης, καθώς έρχομαι αντιμέτωπος με τα ποιήματα ένα προς ένα.

ΕΚ: Όχι, δεν μου το ’χεις πει! Μου φέρνεις στο μυαλό τους κολυμβητές που στην εκκίνηση κάνουν ένα γρήγορο άλμα στο νερό για να πάρουν φόρα. Ίσως η ανάγνωση του μεταφραστή να μη διαφέρει πολύ απ’ την κολύμβηση.

PC: (Γελά) Ωραία μεταφορά! Ταιριάζει με τη δική μου περίπτωση. Πώς προέκυψε ο τίτλος Direct Orient;

EK: Ο τίτλος του βιβλίου προφανώς κάνει αναφορά στο «Orient», την «ανατολή» ως το λίκνο της λογοτεχνίας, αφού τόσο η Ενχεντουάννα όσο και το Έπος του Γκιλγκαμές που ανέφερες προέρχονται από την αρχαία Μεσοποταμία, το σημερινό Ιράκ και την ανατολική Συρία. Αλλά ο τίτλος έχει τη δική του ιστορία. Είπα πριν για τη γιαγιά Ελένη που κεντούσε. Αυτή τη γυναίκα εγώ δεν τη γνώρισα, πέθανε νέα και κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτή στο σπίτι. Κι η μάνα μου πέθανε νέα, κι έτσι δεν είχα την ευκαιρία μεγαλώνοντας να τη ρωτήσω για τη γιαγιά. Για εμένα η γιαγιά, η γυναίκα που έχω το όνομά της, ήταν και παραμένει ένα αίνιγμα. Ήξερα ότι ήταν μετανάστρια στο Μπέρμιγχαμ για πολλά χρόνια. Κάποια στιγμή μέσα στην πανδημία έψαξα να βρω περισσότερα για τη ζωή της κι έπεσα πάνω στο διαβατήριό της. Ανακάλυψα πως το 1972 είχε φύγει πάλι στην Αγγλία για να δουλέψει, όσο οι κόρες της σπούδαζαν στην Αρσάκειο Ακαδημία στην Αθήνα. Ένα χρόνο μετά πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Αρχικά νόμιζα πως είχε γυρίσει με πλοίο, γιατί οι σφραγίδες στο διαβατήριο έδειχναν πως είχε διασχίσει τη Μάγχη, απ’ το Φόλκστοουν στο Καλαί. Τελικά όμως κατάλαβα ότι απ’ τη Γαλλία πήρε τρένο, μια φτηνή εκδοχή του θρυλικού Orient Express με την ονομασία Direct Orient, που τη δεκαετία του εβδομήντα έκανε τη διαδρομή Παρίσι-Αθήνα ή Κωνσταντινούπολη. Έτσι, με βάση το δρομολόγιο που βρήκα, έφτιαξα μια ιστορία γι’ αυτή τη γυναίκα-αίνιγμα που επιστρέφει απ’ τη δύση στην ανατολή σ’ ένα τρένο με χίπηδες και μετανάστες. Μαζί της ταξιδεύουν η Ενχεντουάννα και ο Γκιλγκαμές σε μια ατμόσφαιρα με αρκετά στοιχεία νουάρ.

PC: Η αλήθεια είναι πως στο Direct Orient διακρίνουμε στοιχεία νουάρ μυστηρίου, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά στην ποίηση.

ΕΚ: Θεωρώ πως ο Γκιλγκαμές είναι ο πρώτος νουάρ τύπος στην ιστορία της λογοτεχνίας, ένας αμφίσημος χαρακτήρας που κάνει λάθη και εκνευρίζει τους θεούς, μέχρι που αυτοί τον εκδικούνται. Θρηνεί για τον χαμό του αγαπημένου του φίλου Ενκίντου και ξεκινά ένα ταξίδι στον κόσμο των νεκρών για να μάθει για τον θάνατο, να κατανοήσει τον εαυτό του και να βρει την αθανασία. Στο Direct Orient o Γκιλγκαμές ταξιδεύει από την αρχαία Μεσοποταμία στο παρόν με μια στάση στην ποίηση της αναγεννησιακής Κύπρου και της Κρήτης για να φέρει ένα μήνυμα στην αφηγήτρια, μήνυμα που στέλνουν η νεκρή μάνα και η γιαγιά.

PC: Μόλις ολοκλήρωσα τη μετάφραση του Direct Orient στα γερμανικά και αυτή την περίοδο δουλεύουμε με τον εκδότη σου στη Γερμανία, τον Hannes Schumacher, πάνω στην επιμέλεια των μεταφράσεων. Λέγαμε με τον Hannes πως είναι πραγματικά μοναδικός ο τρόπος με τον οποίο συνυφαίνεις την ιστορία του Γκιλγκαμές με το προσωπικό βίωμα και την οικογενειακή ιστορία, συνδέοντάς τα με την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία.

ΕΚ: Ίσως τελικά το Direct Orient να είναι μια αμαξοστοιχία με επιβάτες τα προσωπικά και λογοτεχνικά μου απωθημένα, μια βουτιά στον υπαρξιακό βυθό της ζωής και της τέχνης. Πάντως είναι σίγουρα το πιο προσωπικό μου βιβλίο και γι’ αυτό είμαι πολύ χαρούμενη που του δίνεις μια δεύτερη ζωή στα γερμανικά. Ο Hannes Schumacher αποτελεί μια απίστευτη περίπτωση Γερμανού εκδότη. Έχει άριστη γνώση της ελληνικής και, ως φιλόσοφος που είναι, έχει μελετήσει σε βάθος το Έπος του Γκιλγκαμές. Μυθιστορηματική φιγούρα!

 

 

info:

Η Ελένη Κεφάλα είναι ποιήτρια και πανεπιστημιακός. Το Direct Orient είναι το τρίτο της βιβλίο ποίησης. Προηγήθηκαν τα βιβλία Μνήμη και παραλλαγές (Πλανόδιον, 2007) και Χρονορραφία (Νεφέλη, 2013). Για την ποίησή της έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης της Κύπρου και το βραβείο Elizabeth Constantinides της αμερικανικής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών. Η Χρονορραφία κυκλοφορεί στα αγγλικά και τα γερμανικά σε μετάφραση Peter Constantine από τους Deep Vellum και Freigeist Verlag αντίστοιχα. Το 2022 ήταν κριτής για το διεθνές βραβείο λογοτεχνίας Neustadt Prize. Σπούδασε στη Λευκωσία και το Καίμπριτζ και εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια ως μεταδιδακτόρισσα και ως fellow στο Νταμπάρτον Όουκς, Χάρβαρντ. Είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Σαιντ Άντριους στη Σκωτία και η έρευνά της έχει βραβευθεί από το Ερευνητικό Συμβούλιο Τεχνών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Ηνωμένου Βασιλείου (Arts and Humanities Research Council). Έχει δημοσιεύσει πέντε βιβλία. Ανάμεσα στις πιο πρόσφατες ακαδημαϊκές μελέτες της περιλαμβάνονται το The Conquered: Byzantium and America on the Cusp of Modernity (Harvard University Press), το οποίο τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο Edmund Keeley, και το The Open Veins of Modernity: Ecological Crisis and the Legacy of Byzantium and PreColumbian America (Cambridge University Press).

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΣτα σπλάχνα της Σερίφου: Πολύτιμες «παλιές ιστορίες» (της Μαριάννας Τζιατζή)
Επόμενο άρθρο25 χρόνια ελληνική λογοτεχνία- ένας απολογισμός (γράφουν: Μαρία Ακριτίδου και Παναγιώτης Λύγουρης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ