Deja vu: η μεγάλη γρίπη του 1918 (του Κώστα Πόταγα)

0
760

του Κώστα Πόταγα (*)

 

Είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί τώρα, όχι κάποια άλλη στιγμή αλλά στις μέρες που περνάμε. Στα Γαλλικά είχε εκδοθεί το 2018, επετειακά απλώς για τα εκατοντάχρονα της Μεγάλης Γρίπης. Ο Freddy Vinet το είχε γράψει σε μιαν ανύποπτη, προ COVID-19 εποχή, για να θέσει ένα ιστοριογραφικό κατά βάση ερώτημα: γιατί αυτή η πανδημία, η Μεγάλη Γρίπη του ‘18, η «ισπανική γρίπη», δεν έχει ουσιαστικά αφήσει ίχνη στη συλλογική μνήμη; Είναι παράδοξο καθώς κόστισε 60.000.000 νεκρούς στην ανθρωπότητα και, επιπλέον, ήταν μια παγκόσμια πρώτη λόγω της πρωτόγνωρης, σχεδόν ταυτόχρονης παγκόσμιας διάδοσης, μια από τις πρώιμες ενδείξεις αυτού που αργότερα θα ονομαστεί παγκοσμιοποίηση. Διότι ήδη το 1918 η παγκοσμιοποίηση είχε ξεκινήσει, αργή ίσως, αλλά με ταξίδια και επικοινωνία όλων των χωρών μεταξύ τους, κάτι που επέτειναν και επιτάχυναν τότε οι πολεμικές συγκυρίες με τις υπερπόντιες μετακινήσεις στρατευμάτων, παγκόσμιος πόλεμος γαρ. Όπως λέιε στον πρόλογό του για την ελληνική έκδοση ο Φρέντυ Βινέ, «ο κορωνοϊός, όπως και ο ιός της γρίπης, εξαπλώθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε λίγους μήνες (από τον Απρίλιο του 1918 έως το καλοκαίρι του 1919). Η παγκοσμιοποίηση δεν γεννήθηκε τον 21ο αιώνα».

Και ωστόσο, ένα τέτοιας ολέθριας έκτασης γεγονός, με τεράστιες επιπτώσεις σε ανθρώπινες ζωές, στην οικονομία και στην κοινωνία, δεν απέκτησε ποτέ το ιστορικό και συναισθηματικό βάρος μιας χολέρας (του 1871!) ή μιας πανούκλας (του 1343!) με τις εικόνες φρίκης και απόγνωσης που κουβαλάνε, ακόμη σήμερα. (Για την τελευταία δείτε το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του Κώστα Κωστή «Στον καιρό της πανώλης. Εικόνες από τις κοινωνίες της ελληνικής χερσονήσου. 14ος – 19ος αιώνας». Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2020).

Διότι, εν τέλει, δεν ήταν παρά μια «γρίπη». Πόσο σοβαρό μπορεί να είναι; Πόσοι πεθαίνουν κάθε χρόνο από την εποχική γρίπη; Πόσο να πάρει κανείς στα σοβαρά μια τόσο συνηθισμένη κατάσταση; Χρειάζεται όντως να πας στον γιατρό για ένα τόσο καθημερινό πράγμα; Αλλά μήπως αυτή δεν είναι απλή γρίπη; Τι διαφορά όντως έχει; Και ύστερα, τι να γίνει με τα κρεβάτια των νοσοκομείων; Πώς να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ταυτόχρονης προσβολής χιλιάδων ανθρώπων (χιλιάδων, όχι τίποτε τραγικό, χιλιάδων, όπως κάθε χρόνο στο κάτω-κάτω); Και τι να κάνει το όποιο σύστημα υγείας γι’ αυτό, αφενός για να προστατεύσει τους πολίτες, αφετέρου για να μη δυσαρεστήσει τους πολίτες; Σε τι πρέπει να βασιστούν οι πολιτικοί για να μην κατηγορηθούν για κοντόφθαλμες πολιτικές ή μακροπρόθεσμες βλέψεις; Πώς να ρωτήσουν τους ειδικούς και ποιους από αυτούς να ακούσουν; Και αυτοί με τη σειρά τους, οι ειδικοί, σε τι είναι ειδικοί; Πώς και τι να πουν και να προτείνουν, όταν πρέπει να πάρουν υπόψη και τους άλλους, πιεστικούς, παράγοντες, της μη ειδικής πλευράς τους, τις πολιτικές για παράδειγμα και την ψυχολογική και οικονομική κατάσταση των συμπολιτών τους;

Σε όλα αυτά δεν υπάρχουν ακριβώς απαντήσεις αλλά υπάρχουν, μέσα σε αυτό το μικρό βιβλίο άπειρες πληροφορίες, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες λόγω των ομοιοτήτων με τα ερωτήματα που τίθενται σε όλο τον κόσμο, με πολύ ανάλογους τρόπους, το 2020. Βρίσκει πράγματι κανείς, μέσα σε αυτό το μικρό βιβλίο, πράγματα που δείχνουν πόσο ενδιαφέρον πράγμα είναι η γνώση του παρελθόντος: ομοιότητες με το παρόν. Σαν η ιστορία να βοηθά να ξεπεραστεί το γνωστό «ύστερή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα», αυτό που κάνει η γνώση της ιστορίας. Υπάρχουν σημεία, αυτές οι αναπάντεχες ομοιότητες, που προκαλούν déjà vu, αυτό το απόκοσμο αίσθημα της οικειότητας.

Ο Freddy Vinet, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ, όχι γιατρός αλλά ειδικός των κρίσεων, των φυσικών καταστροφών και της επιδημιολογίας τους, έχει συγκεντρώσει σε αυτό το βιβλίο πληροφορίες πλουσιότατες και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες για πολλούς λόγους, και για όλους μας, σχετικούς και άσχετους.

Τι ήταν αυτή η «ισπανική» γρίπη; Για αρχή, δεν μοιάζει να ήταν και τόσο ισπανική. Για τους γάλλους, είχε σίγουρα γεννηθεί στην εχθρική Γερμανία. Αλλού, ανάλογα με τη χώρα και την περίοδο, βαφτίστηκε «γρίπη της Φλάνδρας», «βραζιλιάνικη», «αργεντίνικη» ή «αμερικανική» και, οπωσδήποτε, «κινεζική». Ο χαρακτηρισμός «ισπανική» επικράτησε για ακαθόριστους λόγους, από τους οποίους ίσως ο σημαντικότερος ήταν ότι ο ισπανικός Τύπος (ο Τύπος, οι εφημερίδες, ήταν οι απόλυτοι κυρίαρχοι της ενημέρωσης τότε, μην το ξεχνάμε), καθώς δεν βρισκόταν σε καθεστώς πολεμικής λογοκρισίας, ασχολήθηκε πολύ πριν από τις άλλες χώρες με τη γρίπη και γρήγορα την έκανε πρωτοσέλιδο καθώς, επιπλέον, ο ισπανός βασιλιάς Αλφόνσος ΙΓ΄ ήταν ένας από τους επώνυμους ασθενείς. Έτσι βέβαια είχε χαρακτηριστεί και η προηγούμενη μεγάλη επιδημία γρίπης, του 1889-1890. Επίσης, πολλοί Ισπανοί μετανάστες στη Γαλλία – μια χώρα χωρίς άνδρες, καθώς όλοι βρίσκονταν στο μέτωπο – είχαν έρθει για να δουλέψουν στα αμπέλια και τις βιομηχανίες, τόσο πολλοί που έφταναν για να αποκτήσει εχθρική συνήχηση η εθνικότητά τους. Η πραγματική καταγωγή του ιού παραμένει πάντοτε αδιευκρίνιστη, ίσως και να μεταφέρθηκε από τα αμερικανικά στρατεύματα που κατέφθασαν στην Ευρώπη το 1918, ίσως και όχι.

Ύστερα, ήταν όντως «γρίπη»; Στην εποχή της έγινε λόγος για «εξανθηματικό τύφο», για «πνευμονική πανώλη», για «χολέρα» ή «δυσεντερία», λόγω της ύπαρξης και γαστρεντερικών συμπτωμάτων. Γνωρίζουμε σήμερα – από μελέτες DNA εξαιρετικά ευφυούς και ευφάνταστου σχεδιασμού – ότι όντως επρόκειτο για γρίπη τύπου Α (ο γνωστός ιός Η1Ν1). Και μια ετυμολογική λεπτομέρεια σχετικά με τη «γρίπη», την «ινφλουέντζα» ή «φλου» στα Αγγλοσαξωνικά, σχετική με τις υποθετικές αιτίες των ξεσπασμάτων της: ο όρος «influenza», που στα αγγλικά και στα ιταλικά δηλώνει τη γρίπη, παραπέμπει σε μια ερμηνεία με βάση το κλίμα που ήταν διαδεδομένη μέχρι τον 19ο αιώνα. Η μετάδοση, ελλείψει γνωστού λοιμογόνου παράγοντα, αποδιδόταν στην influenza di freddo («επίδραση του κρύου») που στα Ιταλικά της Αναγέννησης δήλωνε τις ελαφρές παθολογικές καταστάσεις που συνδέονται (και στα Ελληνικά άλλωστε) με το «κρυολόγημα» (συνάχι, γρίπη…).

Ο απολογισμός της γρίπης του ’18 ήταν τραγικός: γύρω στους 200.000 νεκροί στη Γαλλία ενώ σε ολόκληρο τον κόσμο ο αριθμός κυμαίνεται, ανάλογα με τους μεταγενέστερους υπολογισμούς, από τα 50 έως τα 100 εκατομμύρια. Ο συγγραφέας, στον πρόλογο της ελληνικής μετάφρασης, επισημαίνει αισιόδοξα την ανάγκη να διατηρούμε στη μνήμη τέτοια γεγονότα που «μας δείχνουν πόσο πολύτιμη είναι η πρόοδος που έκανε η ιατρική εδώ και έναν αιώνα», καθώς «η πρόοδος των προφυλακτικών και θεραπευτικών μέσων καθιστά απίθανο έναν απολογισμό τόσο βαρύ όσο εκείνον της ισπανικής γρίπης». Ναι μεν αλλά: «η ισπανική γρίπη και ο Covid-19 μας έφεραν αντιμέτωπους με τα ίδια ερωτήματα ως προς τις επιλογές διαχείρισης της κρίσης, και συγκεκριμένα με την επιλογή μεταξύ της ανάγκης διατήρησης της κοινωνικο-οικονομικής ζωής και των υγειονομικών επιταγών».

Η χρήση μάσκας κατ’ αρχάς, συστήνεται και εφαρμόζεται ευρέως στις Ηνωμένες Πολιτείες, λιγότερο στην Ευρώπη, ενώ σε άλλες χώρες όπως στην Ιαπωνία, γενικεύεται με αφορμή την επιδημία της ισπανικής γρίπης και διατηρείται έκτοτε. Φαίνεται πως οι γιατροί, για διάφορους λόγους, υπήρξαν επιφυλακτικοί κάποια στιγμή απέναντι σε αυτή την πρακτική.

Ύστερα, είναι οι επίμονες υπενθυμίσεις τήρησης των βασικών κανόνων υγιεινής, καθώς οι δυσκολίες της μάχης ενάντια στη συγκεκριμένη επιδημία οφείλονται στο ότι δεν είναι δυνατή η έγκαιρη διάγνωση και η θεραπεία των κρουσμάτων ενώ «οι έννοιες της μόλυνσης, της υγιεινής και της μετάδοσης μικροβίων από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι ακόμη πρόσφατες» (τότε, προφανώς): «Γιατροί και υγιεινιστές επικρίνουν την αμέλεια των ανθρώπων για την υγεία τους. Στον κόσσμο των αγροτών, των στρατιωτών και των εργατών, η αντίσταση στην ασθένεια θεωρείται ένδειξη δύναμης και αρρενωπότητας, ένας τρόπος σκέψης που αποτελεί εμπόδιο στην υγιεινή» (όχι όπως τώρα, προφανώς).

Τότε είναι που ο αμερικανικός στρατός υπολόγισε ότι η μετάδοση της γρίπης μειώνεται σε απόσταση μεγαλύτερη του 1,5 μέτρου από τον ασθενή (!) και πρότεινε τις αποστάσεις ασφαλείας ως μια λύση περιορισμού της. Έλα όμως που – όπως επισημαίνει απογοητευμένος ένας στρατιωτικός γιατρός της εποχής – η σχετική εντολή του Ανώτατου Επιτελείου είχε ήδη ευνουχιστεί στην εγκύκλιο που όριζε ελάχιστη απόσταση 40 ποδιών μεταξύ των κρεβατιών στα νοσοκομεία αφού υπήρχε η προσθήκη «όπου αυτό είναι δυνατό». Διότι, πολύ γρήγορα, τα νοσοκομεία κομπλάρουν μπροστά σε «αναρίθμητα προβλήματα. Πού να βάλουν τους ασθενείς; Πώς να αποφύγουν τον πολλαπλασιασμό της μετάδοσης αν αυξήσουν την πυκνότητα;». Τα πάντα είναι θέμα ημερών. Όταν το δεύτερο κύμα της επιδημίας εμφανίζεται στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1918 στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ, η πρώτη διάγνωση γίνεται στις 12 Σεπτεμβρίου και, στις 14, οι εισαγωγές στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Ντέβενς κοντά στη Βοστώνη φτάνουν σε πάνω από 500, από 30 έως 90 την ημέρα. «Τα περίπου 2.000 κρεβάτια του νοσοκομείου γρήγορα γεμίζουν. Τοποθετούν τους 6.000 ασθενείς παντού όπου υπάρχει χώρος. Τα περίπου πέντε χιλιόμετρα των διαδρόμων έχουν ράντσα και από  τις δύο πλευρές. Στην κορύφωση της επιδημίας, 374 ασθενείς πεθαίνουν σε μια νύχτα».

Και από την άλλη πλευρά, την πλευρά των κρατικών αρχών, συναντάμε όλο το φάσμα των δυνατών αντιδράσεων: από παντελή έλλειψη δράσης μέχρι την ισχυρότατη θέληση για έλεγχο. Καθυστερήσεις και αυτοσχεδιασμοί που μαρτυρούν ξεκάθαρα την έλλειψη προετοιμασίας. Στη Γαλλία, τα αποτελεσματικότερα ίσως μέτρα, «αφορούν τον έλεγχο των μετακινήσεων και των συναθροίσεων: περιορισμοί στη διέλευση των συνόρων, έλεγχος ή περιορισμός της μετακίνησης πληθυσμών, ιδίως με το τρένο, κλείσιμο δημόσιων χώρων (κινηματογράφοι, θέατρα), απαγόρευση συναθροίσεων… Η εφαρμογή τέτοιων περιορισμών έγινε πολύ άνισα στον κόσμο: από την απολύτως ελεύθερη μετακίνηση μέχρι τις πιο αυστηρές καραντίνες. … τα πιο περιοριστικά μέτρα, όπως για παράδειγμα εκείνα του περιορισμού της ατομικής ελευθερίας στη μετακίνηση και της συνάθροισης, δεν εφαρμόστηκαν – για διάφορους λόγους – με τρόπο συστηματικό. Πρώτον, αποτελούν εμπόδιο στην κοινωνική και οικονομική ζωή, που είχε ήδη πληγεί από την αρρώστια την ίδια και από τον παγκόσμιο πόλεμο (…) Στη Γερμανία, στο κρατίδιο της Βαϊμάρης, στο Μάνχαϊμ, η συζήτηση του τοπικού υγειονομικού συμβουλίου της 17ης Οκτωβρίου 1918 αφορά το κλείσιμο των δημοσίων χώρων διασκέδασης. Οι σύμβουλοι διστάζουν, αλλά το γενικό αίσθημα είναι ότι – δεδομένου του χαμηλού ηθικού του πληθυσμού – κάτι τέτοιο δεν θα βοηθούσε. Το δημοτικό συμβούλιο ζητά τη γνώμη του υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος διατάζει να ανακαλέσουν την απόφαση κλεισίματος που είχαν λάβει την προηγούμενη ημέρα, γεγονός που προκαλεί την οργή της ιατρικής εταιρείας του Μάνχαϊμ, η οποία τονίζει με ένα δελτίο Τύπου πως η επιδημία εξαπλώνεται, πως οι γιατροί και τα νοσοκομεία είναι στα όριά τους και πως οι αφίσες που καλούν εκ νέου τον κόσμο να επισκέπτεται δημόσιους χώρους είναι ο καλύτερος τρόπος για να μεταδίδεται η ασθένεια». Όπως παραδέχτηκε εκ των υστέρων ο επικεφαλής του υγειονομικού γραφείου της Πολιτείας της Μινεσότα, το θέμα ήταν κυρίως να φανεί ότι γινόταν κάποια προσπάθεια. «Σκεφτόμασταν πως έπρεπε να θεσπίσουμε μέτρα… Το σημαντικότερο πράγμα ήταν ότι αν το κοινό μας ρωτούσε τι είχαμε κάνει, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε πως είχαμε λάβει ορισμένα μέτρα».

Ορισμένα παραδείγματα όμως, «όπως της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας, δείχνουν πως μια αποτελεσματική αντιμετώπιση στάθηκε δυνατή, η οποία σίγουρα μείωσε τον απολογισμό της γρίπης». Ακούγοντας αυτές τις μέρες ότι η Αυστραλία, μετά από μια τρίμηνη καραντίνα, συμπλήρωσε μια βδομάδα χωρίς κανένα καινούργιο κρούσμα, δεν μπόρεσα να μη φέρω στο μυαλό μου αυτά τα παραδείγματα και να μην αναρωτηθώ εάν μια ανάμνηση καραντίνας δεν διασώθηκε στην ευρύτερη περιοχή.

«Η επιδημία του Covid-19 έχει και ένα καλό: μας θύμισε πως ο μολυσματικός κίνδυνος δεν έχει εκλείψει ακόμη και ότι πρέπει να μένουμε σε εγρήγορση απέναντι στην απειλή αυτή. Ξανάφερε στο προσκήνιο τα ξεχασμένα αλλά βασικά μέτρα προφύλαξης, τα οποία συστήνονταν ήδη από το 1918 ως όπλα κατά της γρίπης. Μπορεί η ιστορία να μην επαναλαμβάνεται ποτέ ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, όμως το βλέμμα μας πάνω στα γεγονότα του παρελθόντος είναι πάντα χρήσιμο και μας βοηθά να ερμηνεύσουμε τις δοκιμασίες που βιώνουμε». Αυτά στον πρόλογο της ελληνικής μετάφρασης, το 2020. Δυο χρόνια όμως πριν, το βιβλίο έκλεινε με την εξής πρόταση, ανησυχητικά σύγχρονη στα αυτιά των ανθρώπων του 2020: «Η διατήρηση μιας επιδημιολογικής κουλτούρας παραμένει σημαντική μπροστά στην απώλεια εμπιστοσύνης σε ορισμένα μέτρα πρόληψης, όπως είναι τα εμβόλια, και μπροστά στην αναπόφευκτη εμφάνιση καινούργιων παθογόνων παραγόντων».

«Το μεγαλύτερο δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι οι άνθρωποι δεν αντλούν κανένα δίδαγμα από την ιστορία» έχει πει ο Άλντους Χάξλευ στον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Είναι η προμετωπίδα που φρόντισε να βάλει στο κεφάλαιο «Κακιά ανάμνηση ή καταστροφικός ορίζοντας;». Διότι, όπως είπαμε παραπάνω, «εκείνο που μας διδάσκει η γρίπη του 1918 είναι ότι οι περιοχές και οι συλλογικότητες που βρήκαν τον τρόπο να διαχειριστούν την καταστροφή είχαν προηγούμενη εμπειρία στη διαχείριση επιδημιών. Στην Ινδία … η επιδημία πανώλης του 1896 είχε σημάνει συναγερμό και η ανάμνησή της ήταν ζωντανή. Επίσης, ο κυβερνήτης Πόιερ, που έσωσε τις Αμερικανικές Σαμόα από την καταστροφή, και ο Ράσελ, που διεξήγαγε μια μάχη σχετικά αποτελεσματική στη Νέα Ζηλανδία, γνώριζαν ήδη την πρακτική της καραντίνας. Η αναπαράσταση του κινδύνου κατασκευάζεται όταν η πληροφορία που σας δίνεται συντονίζεται με περασμένες εμπειρίες, με εικόνες που έχετε εσωτερικεύσει (δική μου υπογράμμιση, γενικότερη αλήθεια). Η καλλιέργεια της μνήμης των μολυσματικών ασθενειών έχει ενδιαφέρον μόνο και μόνο γιατί δίνει νόημα σε αυτή την πληροφορία. Το 1954, οι Αμερικανοί έσπευσαν μαζικά να συμμετάσχουν στις δοκιμές ενός εμβολίου κατά της πολιομυελίτιδας. Πόση αντίθεση υπάρχει με τις επιφυλάξεις στον εμβολιασμό κατά της γρίπης το 2009! Η απουσία σοβαρής επιδημίας στη Δύση από την εποχή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου εξασθένισε την πίστη στον εμβολιασμό. Οι σημερινοί γονείς, που γεννήθηκαν μετά την επιδημιολογική μετάβαση, δεν διαθέτουν πια τη μνήμη των επιδημιών».

Να επισημάνω τη σωστή και υπεύθυνη μετάφραση της Αριστέας Κομνηνέλλη, ακριβή και μετρημένη, έτσι που διορθώνει το περίτεχνα λογοτεχνίζον ακαδημαϊκό ύφος του συγγραφέα, το τόσο συνηθισμένο στους Γάλλους. Να πω επίσης για την πολύ προσεγμένη έκδοση των εκδόσεων Μεταίχμιο και για την όμορφη επιλογή της φωτογραφίας του εξωφύλλου . Η φωτογραφία της γαλλικής έκδοσης  παραπέμπει περισσότερο στην καθημερινότητά μας και, εντούτοις, προέρχεται από μια αφίσα από την εκστρατεία πρόληψης κατά της ισπανικής γρίπης, τυπωμένη τον Οκτώβρη του 1918 (Paul Thompson, Illustrated Current News, New Haven, Κοννέκτικατ).

 

(*) Ο Κώστας Πόταγας είναι αν. καθηγητής Νευρολογίας και Νευροψυχολογίας στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίο

 

 

info: Freddy Vinet, Η Μεγάλη Γρίπη του 1918. Η χειρότερη επιδημία του 20ού αιώνα. Ιστορία της ισπανικής γρίπης, μτφρ. Αριστέα Κομνηνέλλη, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2020

Βρες το εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here