Μπότοξ για την κατάθλιψη;

3
111

Του Δημήτρη Σωκιαλίδη.

Ενέσεις μπότοξ1 σε σημεία του προσώπου όπου οι μυς διαμορφώνουν την έκφραση συναισθημάτων, όπως η θλίψη (συνοφρύωση π.χ. που εκφράζει δυσαρέσκεια) επηρεάζουν και αλλάζουν τον τρόπο που καταγράφει και αντιλαμβάνεται αυτά τα συναισθήματα ο εγκέφαλος. Αποτέλεσμα; Το μπότοξ θεωρείται σοβαρά πλέον από τις πιθανές μεθόδους θεραπείας ασθενών με κατάθλιψη σε περιπτώσεις που άλλες μέθοδοι όπως τα αντικαταθλιπτικά χάπια δεν έχουν αποδώσει.

Βάζοντας απλά ένα μολύβι ανάμεσα στα δόντια σας ώστε να κρατά το στόμα σας ανοιχτό, όπως όταν γελάτε, ωθείτε  τον εγκέφαλό σας σε μια ευχάριστη διάθεση. Πολύ περισσότερο δε, επειδή ο εγκέφαλός σας αναγνωρίζει ότι δεν προσποιήστε.

Τα φαινόμενα αυτά, αντίθετα με την επικρατούσα άποψη ότι η γνώση πηγάζει από τον εγκέφαλο, μας φέρνουν κοντά στην αντιδιαισθητική (counterintuitive) αντίληψη που εξετάζει το πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο της Sian Bellock, που αφορά την σχέση σώματος-εγκεφάλου. Μας φέρνουν στον χώρο της ενσωματωμένης νόησης2 (embodied cognition).

Υπάρχουν πολλά εύλογα ερωτήματα τα οποία δε θέτουμε επειδή θεωρούμε τις απαντήσεις αυτονόητες. Πώς αναγνωρίζουμε το χέρι μας ως δικό μας;  Ή και το ίδιο το σώμα μας; Πως γνωρίζουμε που αρχίζουν και πού τελειώνουν; Πως αντιλαμβανόμαστε και ελέγχουμε την θέση τους στο χώρο; Τέτοια ερωτήματα αποτελούν αντικείμενο έρευνας της νευροεπιστήμης και η μελέτη τους έχει οδηγήσει σε εντυπωσιακά συμπεράσματα για το πώς διαμορφώνεται ο άνθρωπος.

Αντιλαμβανόμαστε το χέρι μας ως δικό μας επειδή υπάρχει στον εγκέφαλό μας ένας χάρτης ο οποίος αντιστοιχίζει σημείο προς σημείο το χέρι μας στον εγκέφαλο.  Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλοί τέτοιοι χάρτες που αντιστοιχίζουν το χέρι μας στον εγκέφαλο. Υπάρχει ο χάρτης των αισθητήρων της αφής του χεριού μας, της θέρμανσης, του πόνου, της πίεσης, της ιδιοδεκτικότητας (ενσωματωμένοι στους μυς, δίνουν πληροφορία στον εγκέφαλο ώστε και με κλειστά μάτια να ξέρει ανά πάσα στιγμή που βρίσκεται το χέρι μας). Υπάρχει και ο κινητικός χάρτης του χεριού που στέλνει σήματα στους μυς του χεριού για να το κινήσει κατά τον επιθυμητό τρόπο. Τέτοιοι χάρτες δεν υπάρχουν μόνο για το χέρι αλλά για όλο το σώμα. Ο εγκέφαλος είναι γεμάτος από χάρτες του σώματος οι οποίοι δεν είναι σταθεροί και απόλυτοι, αλλά επηρεάζονται διαρκώς από την συνεργασία σώματος -εγκεφάλου. Το ότι κάποιος μπορεί να νοιώθει πόνο στο ακρωτηριασμένο χέρι του που δεν υπάρχει πιά, οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα στο ότι συνεχίζει να υπάρχει ο αντίστοιχος χάρτης στον εγκέφαλό του3.

Φυσικά υπάρχουν και άλλων ειδών χάρτες στον εγκέφαλο όπως οπτικοί, ακουστικοί και άλλοι. Αποδεικνύεται όμως ότι όλοι αυτοί οι χάρτες βασίζονται για την  διαμόρφωση και λειτουργία τους στην σωματική κίνηση. Εάν παραδείγματος χάριν, κρατούσατε διαρκώς στην αγκαλιά σας ένα γατάκι κατά την κρίσιμη περίοδο ανάπτυξης του εγκεφάλου του, επιτρέποντας του να βλέπει τα πάντα γύρω του, αλλά χωρίς να το αφήνετε ποτέ να κινηθεί μόνο του, το άτυχο ζωάκι θα κατέληγε ουσιαστικά τυφλό για όλη του την ζωή.

Εάν αφαιρέσετε όλους αυτούς τους χάρτες από τον εγκέφαλο ουσιαστικά δεν μένει εγκέφαλος. Δεν υπάρχει ασώματος εγκέφαλος. Δηλαδή ασώματη νόηση (Disembodied cognition).

Το κινούμενο σώμα αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία κτίζεται όλη η νόηση. Ο βασικός στόχος ύπαρξης του εγκεφάλου είναι η παραγωγή «προσαρμοστικών πολύπλοκων κινήσεων»4 για την εξασφάλιση της επιβίωσης. Όταν δεν υπάρχει κίνηση, δεν χρειάζεται εγκέφαλος. Πάρτε για παράδειγμα το ασκίδιο (sea squirt), μία στοιχειώδη μορφή ζωής που έχει νευρικό σύστημα και κολυμπά ως προνύμφη στον ωκεανό. Κάποια στιγμή φυτεύεται σε ένα βράχο από τον οποίο ποτέ δεν ξαναφεύγει και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να χωνέψει τον εγκέφαλό του και το νευρικό του σύστημα ως τροφή. Δεν κινείται άρα δεν χρειάζεται και την πολυτέλεια ενός ενεργοβόρου εγκεφάλου5.

Η κίνηση αποτελεί βάση της μάθησης. Η σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη των κατοπτρικών νευρώνων, οι οποίοι πυροδοτούνται όταν εμείς κάνουμε μία κίνηση, αλλά και όταν βλέπουμε κάποιον άλλο να κάνει την κίνηση αυτή ενώ εμείς μένουμε ακίνητοι, έριξε περαιτέρω φως σε αυτή την πραγματικότητα. Καταλαβαίνουμε τους άλλους ξαναπαίζοντας την συμπεριφορά τους στο κινητικό μας σύστημα σαν να εκτελούμε εμείς αυτή την συμπεριφορά. Εάν δεν μπορούμε να εκτελέσουμε αυτή την συμπεριφορά, έχουμε πρόβλημα και να την καταλάβουμε. Για αυτό και κινητικές δυσκολίες κατά την ανάπτυξη προκαλούν και αντίστοιχα μαθησιακά προβλήματα.

Ήδη από το 1960 ο Piaget ισχυριζόταν ότι οι κινήσεις του σώματος αποτελούν τη βάση της γνώσης. Πίστευε ότι τα μωρά είχαν «αισθητικοκινητική νοημοσύνη» (sensorimotor intelligence), οι κινήσεις τους τα βοηθούν να σχηματίσουν ιδέες για τον κόσμο.  Πράγματι υπολογίζεται ότι ένα μέσο νήπιο καλύπτει περίπου 47 γήπεδα ποδοσφαίρου την ημέρα και σωρεύει κατά μέσο όρο 17 πεσίματα  την ώρα που του δίνουν μεγάλη εμπειρία πλοήγησης στον κόσμο.

Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι οι κινήσεις που μπορούν να εκτελέσουν τα παιδιά στην ηλικία των 5 μηνών προβλέπουν όχι μόνο το IQ που θα έχουν στην ηλικία των τεσσάρων και δέκα ετών αλλά και την ακαδημαϊκή τους επιτυχία (αντίληψη διαβάσματος και λύση μαθηματικών προβλημάτων) στην ηλικία των 14 χρόνων.

Αυτές οι ανακαλύψεις έχουν σημαντικές συνέπειες για την εκπαίδευση. Το να γράφω τα γράμματα και τις λέξεις ενός κειμένου με το χέρι μου με κάνει πολύ καλλίτερο στην ανάγνωση και αντίληψη αυτού του κειμένου από ότι το να το πληκτρολογώ ή να το διαβάζω ξανά και ξανά. Παιδιά που αναπαριστούν με το σώμα τους τις φράσεις που διαβάσανε, αποκτούν σαφώς καλλίτερη γνώση του κειμένου από παιδιά που απλώς τις ξαναδιαβάζουν  Η μουσική βελτιώνει την απόδοση στα μαθηματικά.  Τα δάχτυλα και οι αριθμοί μοιράζονται κοινό νευρωνικό χώρο στον εγκέφαλο. Η μουσική εξάσκηση που βελτιώνει την δεξιότητα των δακτύλων βελτιώνει και την απόδοση στα μαθηματικά. Βλάβη σε αυτή την περιοχή του εγκεφάλου βλάπτει και τα δύο. Έχουν αναπτυχθεί πολλές εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες με σημαντικά αποτελέσματα που αξιοποιούν αυτή τη γνώση και χρησιμοποιούν το σώμα σαν όχημα μάθησης6.

Όταν κινούμε τα πόδια μας, τα δάκτυλά μας ή την γλώσσα μας, ενεργοποιούνται οι  περιοχές στους αντίστοιχους χάρτες του εγκεφάλου μας. Το ίδιο όμως συμβαίνει και όταν σκεφτόμαστε ή διαβάζουμε λέξεις που αφορούν κίνηση του ποδιού, του χεριού ή της γλώσσας (όπως κλωτσώ, γλύφω, διαλέγω). Δύσκολο, τελικά,  να ξεχωρίσεις το μυαλό που σκέπτεται από το μυαλό που δρα. Η δυσλειτουργία του κινητικού συστήματος του εγκεφάλου δημιουργεί πρόβλημα όχι μόνο στις κινήσεις που μπορώ να κάνω αλλά και στην αντίληψη και χρήση των λεκτικών τους αντιστοίχων – τα ρήματα.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα συναισθήματά μας. Η ικανότητα μας για ενσυναίσθηση (empathy), η ικανότητά μας δηλαδή να καταλαβαίνουμε πώς νοιώθουν οι άλλοι και να ταυτιζόμαστε μαζί τους, ακόμα και η ικανότητά μας να κλάψουμε στο σινεμά, οφείλεται στην ταυτόχρονη ενεργοποίηση των αντίστοιχων σωματικών χαρτών. Αν με κάποιο τρόπο εμποδίσουμε το σώμα να πάρει την αντίστοιχη έκφραση περιορίζουμε και την αντίστοιχη αίσθηση του συναισθήματος.

Ο φυσικός πόνος και ο κοινωνικός πόνος (απόρριψη) ελέγχονται από τα ίδια κυκλώματα στον εγκέφαλο. Το ίδιο και τα συναισθήματα κοινωνικής θαλπωρής και εγγύτητας με την φυσική θερμοκρασία.

Τελικά η γλώσσα μας, όλη η αφηρημένη σκέψη μας δηλαδή, δεν είναι τίποτα άλλο από μια μεταφορά κτισμένη πάνω στην σωματική πραγματικότητα.

Όπως δίνω σε κάποιον ένα πράγμα δίνω και μια (αφηρημένη) ιδέα. Και στις δυο περιπτώσεις ενεργοποιούνται οι αντίστοιχοι κινητικοί εγκεφαλικοί χάρτες.  Η θέση μας στο χώρο προσδιορίζει το μπρος –πίσω, πάνω-κάτω, μέσα-έξω, μακριά-κοντά. Ο χρόνος γίνεται αντιληπτός με τους όρους μιας χωρικής μεταφοράς. Το μέλλον είναι μπροστά, το παρελθόν πίσω. Το ίδιο και όλες οι ηθικές μας αξίες είναι είτε υψηλές είτε χαμηλές. Το ίδιο και τα συναισθήματά μας, η χαρά είναι ψηλά η λύπη χαμηλά. Αντίστοιχα και οι ικανότητές μας, η εξυπνάδα μας, το ηθικό μας είναι ψηλά είτε χαμηλά. Ένα τζάκι ή μια ζεστή σούπα υποκαθιστούν την ζεστή αγκαλιά. Ένα ντεπόν καταπραΰνει τον πόνο αλλά και τον ψυχολογικό πόνο της μοναξιάς και της κοινωνικής απόρριψης και ένα καλό πλύσιμο μειώνει και τις τύψεις μας για τις ανάρμοστες συμπεριφορές μας.

Φαίνεται περαιτέρω ότι το σώμα αποτελεί το βασικό όχημα μέσα από το οποίο δια της μεταφοράς συντελείται το περίφημο Βιγκοτσκικό «διαλεκτικό άλμα»7 από την αίσθηση στην σκέψη.

Κατονομάζοντας κάτι το ανασύρω από τον κόσμο της αίσθησης και της αντίληψης και το μεταφέρω στον κόσμο των εννοιών και της σκέψης και μπορώ να το χειριστώ. Η εικόνα μιας μηλιάς παραδείγματος  χάριν, απεικονίζει ένα συγκεκριμένο δέντρο, αλλά η λέξη μηλιά δηλώνει όλη την τάξη αυτών των οπωροφόρων . Είναι μια γενίκευση που αναφέρεται σε όλες τις μηλιές.

Μήπως λοιπόν στην αέναη αναζήτηση μιας ανώτερης σοφίας επιβάλλεται να  ξαναεπισκεφτούμε το ταπεινό μας σώμα;

 

 

σημείωση: 

Η Sian Bellock είναι βραβευμένη καθηγήτρια στην σχολή Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Σικάγου.

1. Η μποτουλινική τοξίνη παραλύει τους μυς στους οποίους εγχύεται απενεργοποιώντας τη δράση τους, βελτιώνοντας τις ρυτίδες.

2. Ελεύθερη μετάφραση του Embodied cognition.

3. V.S.Ramachandran στο πολύ ωραίο βιβλίο “Φαντάσματα στον Εγκέφαλο».

4. Ο εγκέφαλος αποτελεί το πιο ενεργοβόρο σύστημα του ανθρώπου. Ενώ αποτελεί περίπου μόνο το 2% του βάρους του σώματος καταναλώνει περίπου το 20% της ενέργειάς του.

5. Δείτε την πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του νευρολόγου Daniel Wolpert στο http://www.ted.com/playlists/1/how_does_my_brain_work#  The real reason for brains.

6. Δείτε π.χ. το διασκεδαστικό και εμπνευστικό Math Dance:  http://www.youtube.com/watch?v=Ws2y-cGoWqQ

7. Βιγκότσκι «Σκέψη και Γλώσσα».

 

 

how-the-body-knows-its-mind-9781451626681_hrSian Bellock

HOW THE BODY KNOWS ITS MIND

The surprising power of the environment to influence how you feel and think.

Atria Books (Simon & Schuster) 2015.

 

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Μπότοξ για την κατάθλιψη; Προφανώς ΟΧΙ! Επαρκώς όμως προκλητικός ο τίτλος που επέλεξες, αγαπητέ φίλε Δημήτρη, για να τονίσεις την κατακλείδα της εξαιρετικής παρουσίασης που κάνεις του πρόσφατου βιβλίου της Silan Bellock. Εννοώ το τελικό ερώτημά σου: «μήπως λοιπόν στην αέναη αναζήτηση μιας ανώτερης σοφίας επιβάλλεται να ξαναεπισκεφτούμε το ταπεινό μας σώμα;» Η απάντηση εδώ είναι οπωσδήποτε ΝΑΙ. Διπλά επομένως χρήσιμη η παρουσίασή σου με τα δύο ερωτηματικά. Κάτι παραπάνω, τριπλά χρήσιμη αν προσθέσω πως το βιβλίο που παρουσιάζεις μου δίνει την αφορμή να προσθέσω κι εγώ κάτι, σε όσα εναργώς και συστηματικά παραθέτεις από το βιβλίο της Bellock. Την ανάγκη, δηλαδή, να σταθούμε στη δυϊστική σκόπελο της σύγχρονης ψυχοσωματικής που κρατάει από τον ψυχοφυσικό παραλληλισμό του 19ου αιώνα και μοιράζει «ποσοστά», τόσο «ψυχικό», τόσο «σωματικό», “ακρωτηριάζοντας” τις έννοιες στο όνομα ενός «μηχανιστικού υλισμού»· αυτό το ρήμα χρησιμοποιεί ο Renée Angelergues για να πει πως διάδοχοι του δυϊσμού είναι τόσο ο «ιδεαλιστικός» μονισμός όσο και ο «υλιστικός» μονισμός που κυρίως ενδιαφέρει την επιστήμη: με τον πρώτο να απορρίπτει το «σώμα» και τον δεύτερο να απορρίπτει τον «ψυχισμό». Για να κρατιούνται έτσι χωρισμένα και αντίθετα, αδυνατώντας επομένως να δει τον άνθρωπο στην ενότητά του, δηλαδή να σκεφτεί πάνω στον «ψυχικό άνθρωπο», δηλαδή πάνω στη «ζωή». Να προσθέσω πως το «ψυχικό» δεν είναι ισοδύναμο του «άυλου, του μη σωματικού», εφ’ όσον βέβαια μιλήσουμε για το σώμα με διαφορετικό από ό,τι συνηθίζεται τρόπο, δηλαδή όταν αναζητούμε και τις ψυχικές ρίζες του σώματος που προϋποθέτει την αναγνώριση ότι το σώμα δεν είναι εξ αρχής δεδομένο, αλλά κατασκευάζεται και μέσω της ψυχικής εργασίας που συνδέει αντιλήψεις και εντυπώσεις συναισθημάτων και πράξης – οι σύγχρονοι δυϊστές αναζητούν συνήθως μόνο τις σωματικές ρίζες του ψυχισμού.
    Ανάγκη δηλαδή να καταφύγουμε στο «βίωμα του σώματος» στο οποίο αναφέρεται ο Paul Ricoeur, που βρίσκει ότι, παρά τον απόλυτο δυϊσμό του 2ου Στοχασμού, ο Καρτέσιος θεμελιώνει λίγο παρακάτω (στον 6ο Στοχασμό) το αίσθημα της ιδιοκτησίας του δικού του σώματος σε κάποια «εκτός λογικής» αιτία –σε ό,τι τον «διδάσκει η φύση», στα συναισθήματα– που τον ωθεί να δηλώσει: «δεν παρίσταμαι στο σώμα μου όπως παρίσταται ένας πλοηγός στο πλοίο, αλλά είμαι στενότατα συνδεδεμένος, και οιονεί συγχωνευμένος με αυτό, έτσι ώστε να συνθέτω ένα ενιαίο όλο μαζί του». Και ο Ricoeur συμπυκνώνει: «ένας πληγωμένος άνθρωπος μπορεί να φωνάξει “το πόδι μου!” ενώ ο καπετάνιος θα συνεχίσει να παρακολουθεί το ρήγμα στο σκάφος του σαν κάτι που συμβαίνει έξω από τον ίδιο», κι ύστερα προσθέτει: «ο Ντεκάρτ με τη θεωρία του για την αμφισημία του σώματος μετατοπίστηκε στο πεδίο της φαινομενολογίας της υποκειμενικής ύπαρξης».
    Το βιολογικό σώμα εγγράφεται σε όλα τα συστήματα που οικοδομούν τη ζωή και την ενότητα του ανθρώπινου οργανισμού. Γι’ αυτό και είναι έγκυρα όλα τα δυνατά μοντέλα [νευροβιολογικά ή ψυχοδυναμικά] που συνεισφέρουν στους γενικότερους ερμηνευτικούς προβληματισμούς μας. Όταν, όμως, αναφερόμαστε στον ψυχισμό, η παρουσία του σώματος δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μέσα στη ψυχική πραγματικότητα που είναι διακριτή από την εξωτερική πραγματικότητα. Διότι το σώμα μας βρίσκεται στην «προνομιούχο» θέση να είναι, ταυτόχρονα, μέρος της εξωτερικής πραγματικότητας αλλά και πηγή της ψυχικής [του καθενός] πραγματικότητας. Άλλωστε, γι’ αυτό το λόγο το σώμα εμπλέκεται στη κλινική κάθε ψυχοπαθολογίας, από την υστερία μέχρι το παραλήρημα. Ο ανθρώπινος ψυχισμός δεν είναι ούτε ανεγκέφαλος, ούτε άψυχος, ούτε ακοινώνητος.

  2. Πολύ χάρηκα που σου άρεσε. Βέβαια με το σχόλιο σου το πας πολύ μακρύτερα, γιατί αναδεικνύεις μία αφαίρεση που βολικά υποκρύπτεται πίσω από την λέξη “εγκέφαλος” και δεν αποσαφηνίζεται στο κείμενο, ούτε και στο βιβλίο. Το ότι δηλαδή ο εγκέφαλος δεν είναι απλώς μόνο ένα μέρος του σώματος αλλά ταυτόχρονα και εκφραστής; “της ψυχικής [του καθενός] πραγματικότητας” που δεν μπορεί να συντελεστεί χωρίς την παρουσία του σώματος. Εξ’ ου και η πολύ ωραία τελευταία φράση σου.

    Παρεμπιπτόντως επισυνάπτω απόσπασμα από το διήγημα “Το κλεμμένο γράμμα” του 1844,του Έντγκαρ Άλλαν Πόε που έγινε θέμα πολλών συζητήσεων στους κύκλους της ψυχανάλυσης. Το συγκεκριμένο απόσπασμα αναφέρεται στο πως ένας έξυπνος 8χρονος πιτσιρικάς κερδίζει πάντα στο παιχνίδι “μονά-ζυγά
    τους συμμαθητές του. Για άλλη μια φορά προηγείται ο ποιητής του επιστήμονα. Περίπου κάπου 170 χρόνια στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ουσία είναι στην προτελευταία παράγραφο που δυστυχώς δεν έχω την δυνατότητα να υπογραμμίσω ή με άλλο τρόπο να αναδείξω στα πλαίσια αυτού του σχολίου.

    “Γνώρισα κάποτε ένα παιδάκι οχτώ χρονών που δε λάθευε ποτέ στο παιχνίδι ‘μονά-ζυγά’. Όλοι το θαύμαζαν. Αυτό το παιχνίδι είναι απλό και το παίζουν με μπίλιες. Ο ένας παίκτης κρατάει στη χούφτα του μερικές μπίλιες και ρωτάει τον άλλο: ‘Μονά ή ζυγά;’ Αν ο άλλος μαντέψει σωστά, κερδίζει μια μπίλια· αν όχι, χάνει μια. Το αγόρι που σας λέω κέρδισε όλες τις μπίλιες του σχολείου του. Φυσικά, είχε κάποιο σύστημα κι αυτό το σύστημα ήταν η απλή παρατήρηση και η αναμέτρηση της πονηριάς του αντιπάλου του. Αν ο αντίπαλός του ήταν ένας κουτοπόνηρος πιτσιρίκος και τον ρωτούσε κρατώντας ψηλά τη σφιγμένη γροθιά του: ‘ζυγά ή μονά;’ ο μαθητής μας θ’ απαντούσε μονά και θα έχανε. Στη δεύτερη παρτίδα όμως θα κερδίσει, γιατί θα συλλογιστεί: ‘τούτος ο κουτός είχε μπίλιες ζυγές την πρώτη φορά, μα τη δεύτερη θα σκεφτεί πονηρά και σίγουρα θα πάρει μονές, πρέπει λοιπόν να πως μονά!’ Λέει μονά και κερδίζει. Μ’ έναν άλλο αντίπαλο, ένα βαθμό εξυπνότερο, να πως θα είχε σκεφτεί: ‘Τούτος ο φίλος πρόσεξε πως την πρώτη φορά μάντεψα μονά και τη δεύτερη θα σκεφτεί όπως ο πρώτος ν’ αλλάξει, μα μια άλλη σκέψη θα του δείξει πως αυτή η αλλαγή είναι πολύ απλή και στο τέλος θ’ αποφασίσει να ξαναπάρει μονά. Πρέπει λοιπόν κι εγώ να μαντέψω πάλι μονά.’ Μαντεύει μονά και κερδίζει. Τι είναι σε τελευταία ανάλυση αυτός ο τρόπος συλλογισμού του μικρού μαθητή, που οι συμμαθητές του τον νομίζουν τυχερό;”
    “Είναι απλούστατα μια ταύτιση της σκέψης του με τη σκέψη του αντιπάλου”, είπα.
    “Ακριβώς”, είπε ο Ντυπέν. “Και, όταν ρώτησα αυτό το αγόρι με ποιον τρόπο κατάφερνε να πετυχαίνει αυτή την ταύτιση με τους συλλογισμούς των αντιπάλων του, να τι μου αποκρίθηκε:
    “Οταν θέλω ν’ ανακαλύψω πόσο γνωστικός ή πόσο ανόητος, πόσο καλός ή πόσο κακός είναι ο καθένας τους, ή ποιες είναι οι σκέψεις του μια ορισμένη στιγμή, προσπαθώ να δώσω στο πρόσωπό μου μια έκφραση όσο γίνεται πιο ανάλογη με την έκφραση που έχει το δικό του πρόσωπο και ύστερα περιμένω να δω τι είδους σκέψεις και αισθήματα γεννιώνται στο νου και στην καρδιά μου, για να ταιριάζουν ή να ανταποκρίνονται σ’ αυτήν την έκφραση.”
    Η απάντηση του μικρού μαθητή ξεπερνάει πολύ το σοφιστικό βάθος των στοχασμών που αποδίδουν στον Ροσφουκώ, στον Λα Μπρυγιέρ, στον Μακκιαβέλι και στον Καμπανέλλα.”

  3. Πολύ εμπεριστατωμένη η κριτική παρουσίαση του βιβλίου. Με απλή, αλλά επιστημονική διατύπωση ο κος Δ. Σωκιαλίδης με εντυπωσίασε ακόμη μια φορά.
    Όλες οι Κοινωνικές επιστήμες πρέπει να προσαρμόζονται στα καινούργια συμπεράσματα της Βιολογίας.Η χρησιμότητα τέτοιων κειμένων για αναγνώστες που ενδιαφέρονται για πιο στέρεες γνώσεις είναι αναμφισβήτητη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here