Αιχμηροί έρωτες κάτω απ’ τον Βεζούβιο (γράφει ο Θανάσης Μήνας)

0
298
Spread the love

 

γράφει ο Θανάσης Μήνας

 

Βρισκόμαστε γύρω στο 1790, την επαύριο της Γαλλικής Επανάστασης, στην έναρξη των Ναπολεόντειων Πολέμων. Ο Λόρδος Ουίλιαμ Χάμιλτον, γνωστός ως Καβαλιέρε, είναι ο Βρετανός Πρέσβης στη Νάπολη στο Βασίλειο των Δύο Σικελιών. Εκλεπτυσμένος και ευγενικός, είναι λάτρης του ωραίου. Συλλέγει ό,τι μπορεί –αντίκες, πίνακες, αγάλματα, αγγεία, αρχαιότητες που αποκτήθηκαν νόμιμα και παράνομα από τις τοποθεσίες που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα στην Πομπηία και το Ερκολάνο– και ενδιαφέρεται για ό,τι είναι μεθοδικό, επιστημονικό και εκπαιδευτικό. Τίποτα όμως δεν τον συναρπάζει τόσο όσο το ηφαίστειο, ο Βεζούβιος, που δεσπόζει πάνω από την πολύχρωμη πόλη που έχει γίνει το σπίτι του.

Θέλει να καταλάβει το ηφαίστειο σε όλες τις διαθέσεις και τις εποχές του. Το ανεβαίνει σε διαφορετικά στάδια των συχνών εκρήξεων του και προσπαθεί να κατανοήσει τη χημική σύνθεση των αλάτων που παράγονται στο έδαφος από τη λάβα. Για αυτόν, αντιπροσωπεύει μια ενστικτώδη δύναμη που δεν μπορεί ποτέ να καταλάβει πραγματικά και, ως κάτι που δεν μπορεί να κατακτηθεί, είναι πιο ενδιαφέρον από οτιδήποτε άλλο. Η ζωή του Καβαλιέρε είναι μια ζωή απλών απολαύσεων και επιστημονικής εμμονής: σε όλα τα πράγματα είναι μετριοπαθής και σωστός, ακόμη και στη σχέση του με την ευγενική, συγκρατημένη σύζυγό του. Κέρδισε την εύνοια του ανήλικου βασιλιά της πόλης, καθιερώθηκε ως ο οικοδεσπότης και ο οδηγός όλων των διακεκριμένων Άγγλων επισκεπτών στο Grand Tour, είναι μέλος της Βασιλικής Εταιρείας Επιστημών και κέρδισε περαιτέρω φήμη ως ευεργέτης του Βρετανικού Μουσείου.

Και τότε η Κάθριν, γυναίκα του Καβαλιέρε, πεθαίνει, αφήνοντάς τον απροσδόκητα λυπημένο. Ο ανιψιός και κληρονόμος του, Τσαρλς, το βλέπει αυτό ως μια ευκαιρία να βοηθήσει, να αποσπάσει την προσοχή του θείου του, ενώ λύνει ένα από τα δικά του προβλήματα. Ο Τσαρλς προτείνει στην ερωμένη του,την Έμμα, ένα κορίτσι εκθαμβωτικής ομορφιάς, να έρθει να μείνει με τον Καβαλιέρε στη Νάπολη – απελευθερώνοντας έτσι τον ίδιο τον Τσαρλς να κυνηγήσει ένα πιο κατάλληλο κορίτσι για να γίνει γυναίκα του. Αυτό που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει είναι ότι o μονόχνωτος, ηλικιωμένος πρέσβης θα ερωτευτεί αυτή την νεαρή γυναίκα και, μεθυσμένος από την ευφυΐα, τη γενναιοδωρία και την αίγλη της, θα την κάνει δεύτερη σύζυγό του. Παρά τις διαφορές τους, ο γάμος τους είναι άλλη μια επιτυχία: αλληλοσυμπληρώνονται, προσπαθώντας ο καθένας να κάνει τον άλλον ευτυχισμένο. Ο Καβαλιέρε σαν άλλος Πυγμαλίωνας εκπαιδεύει τη σύζυγό του, η οποία σύντομα ξεπερνάει το δάσκαλό της  ενώ γίνεται έμπιστη της βασίλισσας της Νάπολης, αδελφής της Μαρίας-Αντουανέτας.

Από τα σαλόνια του ζεύγους παρελαύνουν μεγάλες προσωπικότητες, όπως ο μαρκήσιος Ντε Σαντ και ο Γκαίτε. Και τότε ένα τρίτο στοιχείο μπαίνει στην εξίσωση: ένας Βρετανός αξιωματικός του ναυτικού, στολισμένος με δάφνες και φρέσκος από τον θρίαμβό του στη Μάχη του Νείλου έρχεται στη Νάπολη για να συνέλθει από τις πληγές του∙ είναι ο τότε πλοίαρχος Νέλσον. Υπό την απειλή του ηφαιστείου και της επερχόμενης επανάστασης και με την ανοχή του συζύγου της, η Έμμα ερωτεύεται παράφορα τον μετέπειτα ναύαρχο. Το παιχνίδι των σχέσεων που προκύπτει, διακριτικό και εξαιρετικά χαρτογραφημένο, γίνεται ένα από τα πιο διάσημα ερωτικά τρίγωνα στην ιστορία. Το παράδοξο: δεν είναι οι ερωτικές, αλλά οι πολιτικές επιλογές που θα δυναμιτίσουν την ανορθόδοξη ισορροπία αυτού του τριγώνου.

Η αφήγηση φωτίζει ευρύτερα θέματα: τη μοχθηρία και την υποκρισία πολλών από τους πυλώνες της κοινωνίας του 18ου αιώνα∙ τη θέση των γυναικών ως υποδυέστερες στην κοινωνία, αλλά και τη χρήση της σεξουαλικής τους δύναμης για να αναβαθμίσουν την επιρροή τους στην εξουσία· την υποταγή της ηθικής στην πολιτική σκοπιμότητα· τη μονομανία και την απληστία που συχνά υποδαυλίζει τη ματαιοδοξία ενός συλλέκτη και προστάτη των τεχνών. Αυτά και άλλα θέματα εξετάζονται με ψύχραιμη, ειρωνική ματιά, που δεν συγκαλύπτει την αγανάκτηση της συγγραφέα.

Η αντισυμβατική ματιά της Sontag συνθέτει αναθεωρητικά πορτρέτα των τριών πρωταγωνιστών της – που είναι όλοι ιστορικά πρόσωπα. Ο λόρδος Χάμιλτον, γνωστός ως Καβαλιέρε στη θέση του ως Βρετανός απεσταλμένος στο Βασίλειο των Δύο Σικελιών, ανατρέπει τα συναισθήματά του με μια εμμονική επιθυμία να συλλέξει αρχαιότητες -μέχρις ότου να ερωτευτεί την Έμμα. Ο Νέλσον είναι ένοχος για απίστευτα σκληρή και αντιεπαγγελματική συμπεριφορά ως αποτέλεσμα του ερωτισμού του με τη Λαίδη Χάμιλτον. Μόνο που επιμένει να αθωώνει τον εαυτό του σχετικά καλά. Αν και προκλητικά επιδεικτική, η Έμμα έχει ανθρωπιστικά ένστικτα που λείπουν από τους άλλους. Προφανώς δεν με παίρνει να κάνω αναχρονικά λόγο για ταξική συνείδηση, ωστόσο η Έμμα, που προέρχεται από τα πιο χαμηλά κοινωνικά στρώματα και έχει γνωρίσει στερήσεις και δυστυχία στα παιδικά της χρόνια, διαθέτει οπωσδήποτε μεγαλύτερη ενσυναίσθηση από τους υπόλοιπους βασικούς χαρακτήρες που είναι αριστοκράτες per se – έστω κι αν και η ίδια πασχίζει για την κοινωνική άνοδο,  να γίνει και η ίδια αριστοκράτισσα.

Πέρα από τον Γκαίτε, που δίνει και ο ίδιος το παρόν ως δευτερεύων χαρακτήρας στο μυθιστόρημα, δίνοντας στην Sontag να κριτικάρει από νεωτερική/φεμινιστική σκοπιά Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, το κείμενο της Αμερικανίδας συγγραφέα στήνει επίσης διάλογο με κείμενα του φιλοσόφου Πλίνιου του Πρεσβύτερου (ο οποίος βρήκε τον θάνατο στην Πομπηία κατά την έκρηξη του Βεζούβιου τον Αύγουστο του 79 μ.Χ.), με την Αινειάδα του Βιργιλίου, τη Ζυστίν του Μαρκησίου Ντε Σαντ, τον Καντίντ του Βολταίρου. Διεισδύει επίσης βαθιά στον τρόπο σκέψης και στην ψυχο(παθο)λογία του μανιώδους συλλέκτη, του Καβαλιέρε εν προκειμένω, όταν γράφει:

«Οι συλλογές απομονώνουν. Ενώνουν αυτούς που αγαπούν το ίδιο πράγμα. Απομονώνουν από αυτούς που δεν μοιράζονται το ίδιο πάθος […] Μια πλήρης συλλογή είναι μια νεκρή συλλογή. Δεν έχει συνέχεια στον χρόνο. Οι σπουδαίες συλλογές είναι τεράστιες αλλά όχι πλήρεις. Ελλιπείς: παρακινούνται από την επιθυμία να ολοκληρωθούν. Υπάρχει πάντα κάτι ακόμη […] Μια συλλογή είναι πάντα κάτι περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται κανείς».

Ιστορικά, το μυθιστόρημα της Sontag είναι μια ολοζώντανη τοιχογραφία μιας πολυτάραχης εποχής, της αιματηρής εποχής κατά την οποία οι Βουρβόνοι μονάρχες του Βασιλείου της Νάπολης -βοηθούμενοι από τον διαβόητο βαρόνο Σκάρπια της Τοσκάνης – πήραν βίαιη εκδίκηση από τους επαναστάτες και τους διανοούμενους που υποστήριξαν τη λαϊκή εξέγερση του 1799. Συγχρόνως, η Sontag δίνει μια ζωηρή, περιγραφή της έκρηξης του Βεζούβιου τον ίδιο χρόνο, αντιπαραβάλλοντας τις πύρινες λαίλαπες που ξεχύνονται σαν θανατηφόρες καταιγίδες στη θάλασσα με τις λεηλασίες και τις πράξεις βίας του εξεγερμένου λαού.

Στο φινάλε του βιβλίου καθένας από τους βασικούς χαρακτήρες συνοψίζει και σχολιάζει από τη σκοπιά του τα γεγονότα που προηγήθηκαν, όμως η αποτίμησή τους αποβαίνει μάλλον άσκοπη και κοινότοπη – σκόπιμα εκ μέρους της συγγραφέα. Είναι η σειρά της να σχολιάσει το modus vivendi και την ποιότητα της σκέψης των ματαιόδοξων αριστοκρατών της:

«Δεν μπορώ να συγχωρήσω αυτούς που δεν νοιάστηκαν για κάτι πέρα από τη δική τους δόξα ή την ευημερία τους. Θεωρούσαν πώς ήταν πολιτισμένοι. Ήταν αξιοθρήνητοι. Ανάθεμά τους όλους».

info:

Η Suzan Sontag (1933-2004) γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη αλλά μεγάλωσε στο Tuscon της Αριζόνα και πήγε γυμνάσιο στο Λος Άντζελες. Μετά την αποφοίτησή της από το πανεπιστήμιο του Σικάγο έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τη θεολογία στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και στο κολέγιο Saint Anne’s του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Εκτός από τον Εραστή του ηφαιστείου, έγραψε άλλα τρία μυθιστορήματα (The Benefactor, Death Kit, In America-το τελευταο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οδυσσέας), μια συλλογή διηγημάτων (I, etcetera), αρκετά θεατρικά έργα (Alice in Bed, Lady From the Sea, κ.ά.) και οκτώ δοκίμια.  Από τα τελευταία γνωστότερα είναι τα Ενάντια στην ερμηνεία ( εκδ. Καφρέφτης), Περί φωτογραφίας (εκδ. περιοδικού “Φωτογράφος”), Η ασθένεια ως μεταφορά (εκδ. Ύψιλον), Παρατηρώντας τον πόνο των άλλων (εκδ. Scripta). Άρθρα και πεζά της εμφανίστηκαν τακτικά στα περιοδικά New Yorker, The New York Review of Books, The Times Literary Supplement, Art in America, The Nation, Granta κ.ά. Γύρισε, επίσης, τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους και σκηνοθέτησε πολλά θεατρικά έργα, ανάμεσα στα οποία το Περιμένοντας τον Γκοντό του Σάμιουελ Μπέκετ, το οποίο ανέβηκε το καλοκαίρι του 1993 στο πολιορκημένο Σεράγεβο. Πολυβραβευμένη για το έργο της, πολιτική ακτιβίστρια στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα για πάνω από δύο δεκαετίες, υπήρξε πρόεδρος του Αμερικανικού PEN Club μεταξύ 1987-1989 και έλαβε μέρος σε εκστρατείες για την ελευθερία της έκφρασης και την απελευθέρωση πνευματικών δημιουργών που διώχθηκαν για τις απόψεις τους.

Susan Sontag, Ο εραστής του ηφαιστείου, μτφρ. Μαρία Σ. Μπλάνα, Εκδόσεις Gutenberg, 2025

 

Προηγούμενο άρθροΟ σιωπηλός κόσμος του Αργύρη Χιόνη (γράφει η Βαρβάρα Ρούσσου)
Επόμενο άρθροJanko Nilovic ετών 84: Από το ελληνικό τρίο Les Doussis στην αφρόκρεμα της ευρωπαϊκής μουσικής (του Γιάννη Μουγγολιά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ