γράφει ο Θανάσης Αγάθος (*)
Η ποιητική συλλογή της Αλίκης Τσοτσορού-Μύστακα Παρακολουθώ εγώ, που κυκλοφορεί σε μια καλαίσθητη έκδοση από τις εκδόσεις Κουκκίδα, με μια πολύ όμορφη εικόνα εξωφύλλου του Ελευθερίου Μύστακα, περιλαμβάνει 55 ποιήματα, από τα οποία 18 υπάρχουν στην πρώτη συλλογή της ποιήτριας (Φωνή αιωρούμενη, Γαβριηλίδης, 2004), 2 στη συλλογή Στο Μεσολόγγι (Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία, 2011) και 3 έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Αιτωλικά και Πόρφυρας.
Έχουμε λοιπόν μια ποιητική συλλογή που, κατά κάποιον τρόπο, ανακεφαλαιώνει όλο το μέχρι σήμερα ποιητικό έργο της Τσοτσορού-Μύστακα, με περισσότερα από 30 νέα ποιήματα και πάνω από 20 ποιήματα από προηγούμενες περιόδους.
Μία τάση που κυριαρχεί στην ποίηση της Τσοτσορού-Μύστακα είναι η απέραντη λογοφιλία της ποιήτριας, η γνήσια αγάπη της για τον λόγο, τις λέξεις, που συνδυάζεται με την ειλικρινή αγωνία για το ουσιαστικό γέμισμα της λευκής σελίδας και τη βάσανο αλλά και την ηδονή της γραφής και, ενίοτε, της ανάγνωσης. Αυτός είναι ο λόγος που στα ποιήματά της επανέρχονται συχνά λέξεις και φράσεις όπως σελίδες (σ. 9, 38), βιβλία (σ. 16), ποιήματος (18), στίχους (σ. 18, 41), χαρτιά (18), φωνηέντων (σ. 19), ποίημα (σ. 23), φυλλάδιο (σ. 23), λέξεις και προτάσεις (σ. 24), φωνήεντα (σ. 24, 39, 41), γραφή (σ. 25), συλλαβή (σ. 25), λέξεις (σ. 26, 45), λέξεων (σ. 27, 44), σημασίες (σ. 27, 46), ποιήματα (σ. 38, 39), τίτλους (σ. 38), προτάσεις (σ. 38), νοήματα (σ. 38), αναγνώστη (σ. 38), χειρόγραφο (σ. 40), γράμματα (σ. 40), κείμενα (σ. 40), σύμφωνα (σ. 41), δυσκολία γραφής (σ. 41), ύφος (σ. 41), κόμματα (σ. 41, 56), ποίηση (σ. 42), ποιητική (σ. 42), στίχοι (σ. 43), φωνήεν (σ. 43), σύμφωνο (σ. 43), παρένθεση (σ. 44), στίξη (σ. 44), τετράδια (σ. 48), περιθώρια των σελίδων (σ. 48), ποιητές (σ. 54), τελεία (σ. 56), πρόταση (σ. 56), λέξη (σ. 56). Ήδη στο παλαιότερο ποίημα «Παραμύθι» το ποιητικό υποκείμενο εύχεται να ανοίξει νέες σελίδες (Ν’ ανοίξω νέες σελίδες/για να ’χω να πορεύομαι, σ. 9). Το «Ναυτικό φυλλάδιο» είναι ένα ποίημα ποιητικής, όπου το ποίημα γράφεται αντίστροφα, έτσι ώστε οι λέξεις ν’ ακυρώνουν την αγάπη (σ. 23), λειτουργώντας ως φυλλάδιο στον οποιονδήποτε ακολουθεί το ταξίδι του Οδυσσέα. Το ποίημα «Δόλος» είναι ένας ύμνος στη δυναμική, στην πολυσημία και την ομορφιά των λέξεων, νέων και παλαιών, ένας ύμνος στην κυματική των λέξεων,/καθώς χαράζονται πάνω στον φλοιό του εγκεφάλου,/σαν ηλεκτρογράφημα να τρέμουν,/καθώς αφήνουν τις σημασίες τους να εγγράφονται/μες στις παλάμες τις ζεστές (σ. 27). Στο ποίημα «Τίτλος» αποτυπώνεται η αγωνία του ποιητικού υποκειμένου να επιλέξει τον τίτλο που θα προσδώσει στίγμα και ταυτότητα σε ένα ποίημα αλλά και η αγωνία για τους τίτλους που πρέπει να δοθούν στα αρνητικά μόρια (τι τίτλος για τα όχι, τα μη, τα δεν;, σ. 38). Στο ποίημα «Σύμφωνα παρατεταμένα» η κρυπτομνησία παρουσιάζεται να καραδοκεί πάντα, να βρίσκει τις καλύτερες θέσεις μες στους στίχους (σ. 41) και να άρει κάθε δυσκολία γραφής (σ. 41). Στο ποίημα «Ποιητική» η ποίηση είναι ο μόνος δρόμος για διάλογο (σ. 42) σε μια ζοφερή ατμόσφαιρα αποκλεισμού και εγκλωβισμού και το ποίημα φτάνει στον προορισμό του, έστω και καθυστερημένα. Στο ποίημα «Τιμωρία» η σιωπή του ποιητικού υποκειμένου, η απροθυμία των στίχων να έρθουν εμφανίζεται ως τιμωρία για το άσκοπο ξόδεμα των λέξεων στο παρελθόν. Το ποίημα «Στίξη» αποτυπώνει τη διττή διάσταση της παρένθεσης στην ποίηση και στη ζωή. Και στο ποίημα «Καφενείο» το ποιητικό υποκείμενο ομολογεί την ομοιότητά του με τους ποιητές των καφενείων (σ. 55), που συνεχώς παρατηρούν και καταγράφουν ανθρώπινες συμπεριφορές, δίνοντας την προσοχή τους/στους ήχους που βγαίνουν απ’ τα χείλη των θαμώνων (σ. 55).
Ως προέκταση του παραπάνω άξονα, ορισμένα ποιήματα διαλέγονται με συγκεκριμένους δημιουργούς. Στο ποίημα «Στο σπίτι της Μελίσσας», το ποιητικό υποκείμενο φυλλομετρά ένα βιβλίο του E.M. Forster (σ. 16), κατά πάσαν πιθανότητα το Πέρασμα στην Ινδία, και, μέσα από τη διαδικασία της ανάγνωσης, ξανανιώνει τα αρώματα των μπαχαρικών και τις δυνατές ινδικές γεύσεις του δείπνου, συνδυάζοντάς τα με τη μυρωδιά του χορταριού του κήπου, βρεγμένου από την πρωινή βροχή. Στο ποίημα «Ανδρέας Κάλβος», ο Επτανήσιος ποιητής τοποθετείται στο επίκεντρο της ποιητικής δημιουργίας, ως προσεκτικός αναγνώστης και αυστηρός ελεγκτής των στίχων πριν αποδοθούν οριστικά/στο φως που καίει τα μέλη και τα χαρτιά (σ. 18). Το ποίημα «Δόλος» συνδέεται με τα «χάη του Σολωμού» (σ. 26).
Οι αναφορές στην τέχνη δεν εξαντλούνται στη λογοτεχνία, αλλά προεκτείνονται και στα πεδία της γλυπτικής και της ζωγραφικής, όπως πιστοποιείται από τα ποιήματα «Πολεμιστές του Riace» (σ. 11) και «Αναγέννηση», στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο εύχεται να εκφράσει λεπτές αποχρώσεις σαν εικόνα αυγοτέμπερας ή σαν φρέσκο/του Μιχαήλ Άγγελου (σ. 12).
Κάποια άλλα ποιήματα αποτελούν φόρους τιμής σε συγκεκριμένους τόπους με τους οποίους η ποιήτρια έχει συνδεθεί. Εκτός από τα ποιήματα «Μεσολόγγι» και «Ηλιοβασίλεμα στο Μεσολόγγι», που προέρχονται από την προηγούμενη ποιητική συλλογή της Στο Μεσολόγγι, εντοπίζονται ποιήματα που αναφέρονται στα Κύθηρα, στην Αίγινα, στην Ικαρία και την Κύπρο. Στο ποίημα «Κύθηρα» ο έρωτας δεσπόζει,/σαν σήμερα,/σαν χτες (σ. 10) στο ιδιαίτερο τοπίο του νησιού, όπου συνυπάρχουν το λευκό, το μπλε και το πράσινο. Στο πολύ ενδιαφέρον κουαρτέτο ποιημάτων με τον γενικό τίτλο «Τετράδια Αίγινας», το καλοκαιρινό τοπίο της Αίγινας διαπλέκεται με το ονειρικό στοιχείο. Το ποίημα «Ικαρία» αποτυπώνει, μέσα στη λακωνικότητά του, τη ράθυμη ατμόσφαιρα του συγκεκριμένου νησιού. Το ποίημα «Κούριο» είναι ένας ύμνος όχι μόνο στην εν λόγω αρχαία πόλη της Κύπρου αλλά και στη διαχρονική ομορφιά της μαρτυρικής μεγαλονήσου. Κοινός τόπος στα εννέα αυτά ποιήματα η κυριαρχία και η σαγήνη του υγρού στοιχείου. Και εκτός ελληνικών συνόρων, τα ποιήματα «Πολεμιστές του Riacce» και «Barnes, London SW13» αναφέρονται στη Νάπολη και στο Λονδίνο, αντιστοίχως.
Άλλα ποιήματα υπογραμμίζουν τη δύναμη και τη φθορά του χρόνου («Τέλος χρόνου», σ. 33), το συμβολικό νόημα των εορτών («Πάσχα, σ. 13, «Χριστούγεννα», σ. 36), τα τεχνολογικά επιτεύγματα («Αστρολάβος», σ. 19), τις μικρές καθημερινές χαρές («Espresso Freddo», σ. 22), την επίσκεψη των φίλων μέσα από τις παλιές φωτογραφίες («Φίλοι», σ. 60). Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στο ποίημα «Καραντίνα 2020-2021», που χαρτογραφεί με σπαραγμό και οξυδέρκεια το δράμα και το τραύμα που βίωσε η ανθρωπότητα πριν από μερικά χρόνια:
Τα σύνορα κλειστά,
εναρμονισμένα με τις οδηγίες.
Τα μάτια ανοιχτά,
στο έλεος των εικόνων,
ή κλειστά,
στο έλεος των ονείρων.
Και τα στόματα να ανοιγοκλείνουν
με ήχο ή άνευ.
Ημιτελείς παρουσίες κι επικλήσεις
από επιλογή ή αναγκαιότητα.
Ζω λες
και ύστερα πάλι ξαναζείς
τα παρελθόντα και τα μελλούμενα.
Χωρίς τέλος αυτή η διαδήλωση. (σ. 62)
Το ποίημα με το οποίο ολοκληρώνεται η συλλογή, το «Παρακολουθώ εγώ», που δίνει και τον τίτλο του στο βιβλίο, δίνει και το στίγμα της ποιήτριας: έχει μια θέση παρατηρήτριας απέναντι στα πράγματα και στους ανθρώπους (θέση που έχει ήδη προαναγγείλει στο ποίημα «Καφενείο»), αλλά παρατηρήτριας της ομορφιάς και του φωτός, όχι της ασχήμιας και του σκότους. Το τελικό μήνυμα είναι τελικά αισιόδοξο και το ποιητικό υποκείμενο ανοίγει ένα παράθυρο στο αύριο, προσκαλώντας το αναγνωστικό κοινό να απολαύσει μαζί της την ομορφιά της φύσης, τη χαρά της ζωής και την παντοδυναμία του ονείρου:
Θα γράψω κι εγώ ποιήματα για αίμα
που λιγοστεύει;
Για δείκτες που κατεβαίνουν,
σημαίνοντας ό,τι πλησιάζει;
Καλύτερα όχι.
Καλύτερα να γράψω
για τις λιακάδες του φθινοπώρου.
Για τις λεμονιές,
όταν μπερδεύοντας φθινόπωρο και άνοιξη ανθίζουν.
Για τους καρπούς τους που δένουνε χυμούς
και αρώματα.
Καλύτερα να γράψω για τα μάτια που κάθε
πρωί ξυπνάνε,
καθώς ανοίγουνε νέες λευκές σελίδες και πιάνουν
το μολύβι.
Νέα σχέδια,
σαν να μην είναι αυτά τα τελευταία.
Τα ποιήματα της Αλίκης Τσοτσορού-Μύστακα, με την πλούσια εικονοποιία τους, την εξαιρετική γλώσσα τους και τον μετεωρισμό τους ανάμεσα στο ονειρικό και το ρεαλιστικό, προσκαλούν σε ένα γοητευτικό παιχνίδι αισθήσεων, σε μιαν ευαίσθητη ενατένιση ανθρώπων και τοπίων αλλά και σε έναν πολύπλευρο διάλογο με την τέχνη και τη ζωή.
(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αλίκη Τσοτσορού-Μύστακα, Παρακολουθώ εγώ, Κουκκίδα, Αθήνα 2024.
![]()



























