Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – τελευταίο (διήγημα του Μιχάλη...

Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – τελευταίο (διήγημα του Μιχάλη Μακρόπουλου)

0
91

 

διήγημα του Μιχάλη Μακρόπουλου

 

Φίλη,-ε αναγνώστρια,-η, η μεταφυσική του καλού κηπουρού φτάνει εδώ στο τέλος της. Ήταν μια μικρή μεταφυσική, για τον καλό κηπουρό της διπλανής πόρτας. Σ’ ευχαριστώ.

 

λ΄

Σε μια άκρη της Παλαιάς Φώκαιας ήταν ένα παλιό σπίτι, που ’δειχνε μισορημαγμένο όπως είχε ξεφλουδίσει ο σοβάς, και η αρμύρα κι η υγρασία είχανε φάει το ξύλο στα παντζούρια και τις κάσες· αλλά με τη στέγη να ’ναι άθιχτη. Αν δε χωνέψει η σκεπή, το σπίτι βαστάει. Το ’χαν ζητήσει πολλοί, για να το γκρεμίσουν και να χτίσουν στη θέση του κάτι πιο σύγχρονο κι άνετο, όμως ο ιδιοκτήτης, ο γιος του ψαρά που κατοικούσε εδώ κάποτε, δεν το πουλούσε. Πλάι, κολλητά στον έναν τοίχο, ήταν αφημένη η βάρκα, κι αυτηνής το ξύλινο σκαρί είχε σαπίσει.

Ένα μεσημέρι Κυριακής, ένα μικρό καμιόνι στάθηκε μπροστά στο σπίτι, φορτωμένο με γλάστρες και με λιγοστά χαρτοκιβώτια. Στην πόρτα, ένας γέρος περίμενε, κι έδειξε στους δυο άντρες πού ν’ αφήσουν τις γλάστρες κι ό,τι άλλο. Τα παράθυρα του σπιτιού ήταν ανοιχτά όλα, ν’ αεριστούν τα δωμάτια, που ’χανε πιάσει μούχλα και η μυρουδιά της πλανιόταν στον αέρα. Τα έπιπλα που υπήρχαν ήδη μέσα ήταν ξεσκονισμένα, τα πατώματα, το τζάμι στα κάδρα με τις φωτογραφίες περασμένο με καθαριστικό, τα παράθυρα καθαρά κι αυτά, χωρίς σκόνη και πιτσιλιές. Μυρωδιά μαγειρέματος είχε αντικαταστήσει αυτήν της μούχλας. Οι τοίχοι ήταν σοβατισμένοι κι ασβεστωμένοι και, παρά την παλαιότητα και την κακοπάθειά του πλάι στη θάλασσα, το σπίτι έδειχνε παστρικό.

Ένα δεύτερο φορτηγάκι, την ίδια κιόλας ημέρα, ήρθε με την καρότσα γεμάτη αφράτο χώμα. Μ’ ένα φτυάρι ο οδηγός, το φτυάρισε λίγο λίγο ώσπου γέμισε τη βάρκα, όπως του το ’χε ζητήσει ο γέρος.

Εκεί μέσα, στο αλλοτινό πλεούμενο, που το Αγ. Ειρήνη στην πρώρα του είχε σχεδόν χαθεί, φύτεψε το κλαδεμένο γιασεμί και μια μικρή μπουκαμβίλια.

«Για να δούμε», είπε. «Θ’ αγαπήσετε τη θαλασσινή αρμύρα στον αέρα;»

Ταχτοποίησε τις υπόλοιπες γλάστρες τριγύρω στο σπίτι, στο ασβεστωμένο τσιμεντένιο περίζωμα.

Το γιασεμί ξανάδωσε γρήγορα, θρεμμένο τώρα κι από την αρμύρα κι απ’ το σάπιο ξύλο, κι απλώθηκε στον τοίχο· η μπουκαμβίλια σκαρφάλωσε κι αυτή προς τα κεραμίδια, γλείφοντας τον ασβέστη ꟷ τα γεράνια πιτσίλισαν με κόκκινο την ασπράδα του τοίχου, ο ιβίσκος…

Τάιζε ό,τι γάτες μαζεύονταν, και τον αντάμειβαν με τη νωχελική τους καλλιγραφία στα περβάζια, στο πεζούλι.

Πλην του κατακαλόκαιρου, και των σαββατοκύριακων με καλοκαιρία, που γέμιζε το μέρος επισκέπτες, τουρίστες, κάθε βράδυ σχεδόν κατέβαινε στον μόλο, με το σούρουπο, και στεκόταν για ώρα εκεί, άκρη άκρη, ασάλευτος. Κάποτε, όταν θα χειμώνιαζε για τα καλά, θα πήγαινε στην αμμουδιά πού και πού.

Αν ήταν μόνος, χειμώνα, στην παραλία, με την άμμο ν’ απλώνεται έρημη, τα αρμυρίκια παραπίσω, τον μόλο πέρα, μπορεί να ’βλεπε μια κοπέλα να κάνει ψαράκια ρίχνοντας επίπεδες πέτρες στο νερό, με το κορμί πλαγιαστό, το χέρι μισολυγισμένο κι όσο γινόταν πιο παράλληλο με τη θάλασσα ꟷ και, τι παράξενο, φόραγε ανοιξιάτικα ρούχα, ενώ ο ίδιος ήταν τυλιγμένος σ’ ένα βαρύ μπουφάν, γιατί το αγιάζι περόνιαζε.

Όλο και πιο πολύ τώρα ένιωθε τον πατέρα του να κατοικεί μέσα του· λες και το δικό του περίγραμμα και σουλούπι, και του πατέρα του, ταυτίζονταν· δύο παρουσίες, θαρρείς, αλλά εντέλει μία, στο ίδιο σώμα.

Στα όνειρά του, άλλοτε έβλεπε τον κήπο του ν’ απλώνεται απέραντος, κι άλλοτε τη θάλασσα.

Και στο τελευταίο που είδε, προτού δεν ξανανοίξει πια τα μάτια, κήπος και θάλασσα ήταν ένα.

εδώ τα προηγούμενα :

 

Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – α΄ β΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – γ΄δ΄ε΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – στ΄ ζ’ η΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

«Η Μεταφυσική του καλού κηπουρού» θ΄ ι΄ κ΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου

)

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟὐκ εἰμί (της Κατερίνας Ευαγγελάκου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ