γράφει ο Βρασίδας Καραλής (*)
Γνώρισα τον Στέλιο Ράμφο στα τέλη του 1993. Του είχα στείλει το πρώτο μου βιβλίο, Ο Νίκος Καζντζάκης και το Παλίμψηστο της Ιστορίας, και σε τρεις μέρες μου τηλεφώνησε. Έτυχε τότε να βρίσκομαι στην Αθήνα και πρότεινε να συναντηθούμε σε ένα καφενεδάκι στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου στο Κολωνάκι. Θερμότατος και ενθαρρυντικός σαν άνθρωπος, μου είπε πως το διάβασε αμέσως και πως ήδη τον απασχολούσε το αίτημα της εξατομίκευσης που έθετε ο κρητικός συγγραφέας, ιδιαίτερα στον ταξίδι του στο Μοριά, που ήταν και το κύριο θέμα του βιβλίου μου. «Τι ποίημα και αυτή του η Οδύσσεια», είπε κάποια στιγμή. «Αδιάβαστο και δυσβάσταχτο ταυτόχρονα». Και πρόσθεσε: «Μα δεν μας λέει ο Καζαντζάκης, ο θεοφονιάς, πως να γίνουμε άτομα, πως να ξεφύγουμε από τον ομαδισμό και τον οπαδισμό».
Ήμουνα πολύ νέος για να του αντιτείνω οτιδήποτε και να υποδείξω πως η αφήγηση καθαυτή της Οδύσσειας αποτύπωνε την πορεία προς την εξατομίκευση. Λίγο αργότερα του έστειλα την μετάφρασή μου του Μιχαήλ Ψελλού και αργότερα του Λέοντα του Διακόνου, όπου στην εισαγωγή μιλούσα για την σιωπή του ατόμου στο Βυζάντιο μέχρι το δέκατο αιώνα και την αιφνιδιαστική σεμνότητα του Ψελλού, να διακόπτει την ιστορική του αφήγηση για να μιλήσει για τον εαυτό του και να διακηρύξει, απροσδόκητα για την εποχή του, μια ατομοκεντρική προοπτική της ιστορικής γνώσης και καταγραφής.
Ζούσα ήδη από χρόνια στο Σύδνεϋ και του τηλεφώνησα, όπου μιλήσαμε για σχεδόν δυο ώρες για το τι έγινε στο Βυζάντιο εκείνη την εποχή και πως η χρονικογραφία μεταμορφώθηκε σε ενσυνείδητη ιστοριογνωσία, όπου ο ιστορικός κατέστη το αξιολογικό κέντρο της αφήγησης ενώ η προσωπική του περιπέτεια, μέσα από τα ιστορικά συμβάντα, έγινε η ερμηνευτική αρχή για την καταγραφή τους. Για έναν άνθρωπο που αγαπούσε την αρχαία Ελλάδα, όπως εκείνος, το Βυζάντιο παρέμεινε ένα μεγάλο αίνιγμα και επομένως μια διαρκής πρόκληση.
Συναντηθήκαμε αρκετές φορές μέχρι το 2004 που ειδωθήκαμε για τελευταία φορά. Ήταν ένας άνθρωπος γενναιόδωρος με τα συναισθήματά του, ανοιχτός στο να δέχεται προκλήσεις και απόλυτα ειλικρινής στις αντιδράσεις του. Όταν δεν του άρεσε κάτι, το έλεγε ευθέως αλλά με αβροθυμία και λεπτότητα. Δεν είχες την εντύπωση ότι διαφωνούσες μαζί του ακόμα και όταν διαφωνούσες. Παρά τους ατελείωτους μονόλογους της τελευταίας δεκαετίας της δημιουργικότητάς του, και τις ατέρμονες και ανοικονόμητες συνεντεύξεις του, ήταν και παρέμεινε ένας πλατωνικός φιλόσοφος: διαλογικός και διαφατικός, διαρκώς επιζητώντας μια αντιλογία για να την ανασκευάσει και εκμαιεύοντας μια αντίρρηση για να την σύρει στις ακρότατες απολήξεις της.
Ο Ηρακλής Παπαλέξης ήταν εκείνος που το 2000, αν θυμάμαι καλά, ζήτησε να κάνουμε ένα αφιέρωμα στο έργο του για το περιοδικό Διαβάζω, και να αποτολμήσουμε μια πρώτη αποτίμηση της διαφαινόμενης μεταστροφής του από μια παραδοσιοκεντρική αντίληψη του πολιτισμικού φαινόμενου σε μια νεοτερική επαναξιολογησή του, ή ακόμα και μεταξίωσή του. Είχα την ευκαιρία τότε να μελετήσω ξανά και συστηματικά τα δημοσιευμένα του έργα, δοκίμια και συνεντεύξεις.
Πολλά από αυτά τα είχα διαβάσει ήδη όταν πρωτοκυκλοφόρησαν, με καχυποψία και συχνά με αρνητικότητα. Η γενιά μου μεγάλωσε στην πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα της μεταπολίτευσης και έδινε μεγαλύτερη προσοχή στον Ευτύχη Μπιτσάκη και το βιβλίο του Είναι και Γίγνεσθαι και η Φύση στη Διαλεκτική Φιλοσοφία παρά σε μεταφυσικές πραγματείες για τον Πλάτωνα και την Ορθοδοξία.
Ακόμα ωστόσο θυμάμαι τον αισθητικό κυρίως αιφνιδιασμό του βιβλίου του Τόπος Υπερουράνιος. Κοφτές και κομψές προτάσεις, αποφθέγματα σιβυλλικά και σοφιολογική γνωμολογία—μια βαθειά τομή στην ακαδημαϊκή φιλοσοφία που κυριαρχούσε παντού με την απροσπέλαστη εμβριθειά της και τον αδιαφανή λεκτικό της φετιχισμό. Από αυτό το βιβλίο μέχρι τον Καημό του Ενός, η διανοητική του πρόβαση δεν υποδήλωνε τα υπόρρητα ρεύματα αμφιβολιών και αποκρύψεων που φαίνεται πως τον ταλάνιζαν ήδη και που έγιναν εντονότερα στην δεκαετία του 90.
Μολοντούτο, δεν ξέχασα μερικές ακαλαίσθητες διατυπώσεις του, όπως εκείνο το πως ο Έλληνας μοιχεύεται από πληθωρικότητα ερωτική ενώ ο δυτικοευρωπαίος από ζωώδη λαγνεία και το άλλο το αξιομνημόνευτο για τις μειρακιώδεις και ελαφρές συνθέσεις ενός Μπετόβεν και ενός Μότσαρτ που δεν συγκρίνονται με τις αρρενωπά και στιβαρά άσματα του Βαμβακάρη και του Τσιτσάνη.
Ήταν ένας ανθρωπος αντιφάσεων και αντιθέσεων. Και αυτό που πρέπει να ενδιαφερει στο έργο του, όπως εξελίχθηκε και διαμορφώθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του, είναι η διανοητική του περιπέτεια και η διαρκής του μετατόπιση στο χώρο των ιδεών. Το έργο του Ράμφου ανήκει κυρίως στην ιστορία των ιδεών του τόπου μας. Η φιλοσοφική του συμβολή ως κατάθεση γνωστική με επιστημολογικές προϋποθέσεις ή σημασιακές αναθεωρήσεις νόμιζω ότι είναι μετέωρη και παρέμεινε για κάποιο λόγο εμβρυακή. Επέμεινε διαρκώς στις προϋποθέσεις του φιλοσοφείν και στη μελέτη συγκειμένων και συμπαραδηλώσεων ώστε δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει μια συγκροτημένη κριτική φιλοσοφική σκέψη, αν και άρθρωσε μια στοχαστική προσέγγιση προς την φιλοσοφική σκέψη.
Το έργο του Χρήστου Γιανναρά για παράδειγμα είναι πιο γόνιμο ως γλώσσα φιλοσοφική και ως επιστημολογική άρθρωση, ακόμα και να διαφωνείς μαζί του. Ο Ράμφος σε όλες τις διαδοχικές φάσεις της εξέλιξής του δεν έθεσε ζητήματα φιλοσοφικής επιστημολογίας, ακόμα και όταν ασχολήθηκε με τον Χάϊντεγκερ ή ερμηνευτικής, ακόμα και όταν αναμετρήθηκε με το Νίτσε. Διαφαίνεται ένας διανοητικός τιτανισμός στο έργο του, μια έντονη προσπάθεια να βρεθεί ο φιλόσοφος ένα βήμα μπροστά από τα κείμενα που συζητάει σαν να ήθελε να καλύψει την απόσταση που χωρίζει τον σύγχρονο ελληνικό στοχασμό από την ευρωπαϊκή σκέψη.
Κατά κάποιο τρόπο λείπει από το έργο του η ερμηνευτική ταπεινοφροσύνη και η μεγαλοθυμία να αφήσει το κείμενο να μιλήσει για τον εαυτό του οδηγώντας τον αναγνώστης μέσα από τις ατραπούς και τις συμπαραδηλώσεις του χωρίς να του λέει πως έχει όλες τις απαντήσεις. Γενικά, ως στοχαστής είναι πολύ εύστοχος όταν επικεντρώνεται σε κάτι συγκεκριμένο. Το βιβλίο του για παραδειγμα Η Μυθολογία του Βλέμματος για τα ποτρτραίτα της Φαγιούμ, Η Παλινωδία του Παπαδιαμάντη, Μια καλοκαιρινή Ευτυχία Τρίζει ακόμα και τα σύντομα δοκίμια του, όπως εκείνο για την απιστία του Θωμά αποτελούν μοναδικές καταθέσεις εερμηνευτικής εκ των ένδον. Όταν επικεντρωνεται σε ένα ζήτημα ή σε ένα ερώτημα είναι πραγματικά ευθύβολος και αξιομνημονέυτος ενώ αριστουργηματικός είναι ο τρόπος με τον οποίο συνυφαίνει τη συλλογιστική του με τη εκείνη που συναρθρώνει από το θέμα του.
Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στα βιβλία του, ομιλίες ουσιαστικά, για τον Φρόϋντ, τον Καβαφη, το Σολωμό ακόμα και το Νίτσε, ο λόγος του παραδέρνει ανάμεσα σε μια ασιατική ρητορική και μια κακόζηλη επανάληψη που υποδηλώνει προσωπικές εμμονές και φρουδεύσεις. Εδιζησάμην εμωαυτόν, το γνωστό απόσπασμα του Ηρακλειτου ίσως είναι αυτό που να του ταίριαζε καλύτερα. Ανήκοντας επιπλέον σε μια γενιά σκεπτομένων ανθρώπων της αριστεράς που μετακόμισαν στη Γαλλία κυρίως, βίωσε αυτό το τεράστιο έλειμμα προυποθέσεων στην κατανόηση των φιλοσοφικών και καλλιτεχνικών διαλόγων που διαμόρφωσαν διαχρονικά τη γαλλική σκέψη.
Ο Καστοριάδης για παράδειγμα παρουσιάζει μια στερεότερη γνωση των αναφορών της γαλλικής γλώσσας και σκέψης επειδή φαίνεται να γνωρίζει σε βάθος τις λογοτροπίες που την διαμόρφωσαν (αν και ποτέ δεν είδε την καθολική παραδοση της La France Profonde). Το ίδιο πρόβλημα παρουσιάζεται σε πολλούς διανοουμένους που μετανάστευσαν στη Γαλλία, από τον Νίκο Πουλανζτά, την Μαργαρίτα Κρανάκη μέχρι και τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, που προσπάθησαν να μετακενώσουν γαλλικές, ή γερμανοτραφείς, προβληματικές, στην ελληνική γλώσσα, με αμφιλεγόμενα πάντα αποτελέσματα. Ακόμα και όταν έγραφαν στα ελληνικά φαινόταν πως συζητούσαν με τον Σαρτρ, τον Λέβυ Στρως και τον Λεβινάς, παρά με την δική μας φιλοσοφική παράδοση την οποία συνολικά αγνοούσαν ή συνολικά απέρριπταν, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους.
Το μέγα πρόβλημα με τον Ράμφο, όπως επίσης και με τον Κονδύλη, ακόμα και με τον Γιανναρά ως ένα σημείο, έγκειται στο γεγονός ότι αφιέρωσαν ένα μεγάλο κομμάτι του έργου τους για να βρουν τι δεν ήταν οι Έλληνες ενώ θα μπορούσαν και ίσως θα όφειλαν να χαρτογραφήσουν αυτό που όντως ήταν και πως το αποτύπωσαν διανοητικά και φαντασιακά. Έκαναν πολλές σωστές διαγνώσεις αλλά πολύ συχνά με καταδικαστικό τρόπο, μετατρέποντάς τες σε ετημυγορίες. Ειδικά μάλιστα ο Ράμφος φαίνεται να υποφέρει από μια εμμονική αρνητικότητα ακόμα και για όσα κατόρθωσαν οι Έλληνες, μέσα από τις ευκαιρίες που τους δόθηκαν και τις περιστάσεις που τους προσδιόρισαν.
Βέβαια, έννοιες όπως η καθυστερημενη νεοτερικότητα, ή ματαιωμένη ενηλικίωση, η απουσία εσωτερικότητας και τόσα άλλα που διατυμπανίζονται στα τελευταία δοκίμια του Ράμφου αποτελούν περισσότερες ψυχολογικές προβολές του φιλοσόφου παρά φιλοσοφικά εξαγόμενα από την κοινωνική εμπειρία των νεοελλήνων. Το κεντρικό προβλημα του στοχασμού του υπήρξε πάντα η απολυτότητα των γενικεύσεών του. Για κάθε γενίκευση περί Ελλήνων όλοι γνωρίζουμε ότι υπήρχαν οι σημαίνουσες εξαιρέσεις. Η αγάπη του για κάθετί ελληνικό τον τύφλωσε ώστε να μη βλέπει τους Έλληνες ως άτομα και αυτό είναι το μέγα παραδοξο της σκέψης του. Ενώ μιλούσε για εξατομίκευση δεν μπόρεσε πουθενά να εντοπίσει άτομα με την δική τους εσωτερική ζωή και ψυχική δόμηση μέσα σε μια ιστορική διαχρονία τραυμάτων και απωλειών.
Αυτό βέβαια είναι ένα γενικότερο χαρακτηριστικό της πολιτισμικής μας βιόσφαιρας και υποδεικνύεται από την έλλειψη βιογραφιών και κυρίως αυτοβιογραφιών. Γιατί όταν και όπου υπάρχουν, οι αυτοβιογραφίες γράφουν το που ανήκουν οι αυτοβιογραφουμενοι και όχι πως βιώνουν ψυχοσωματικά την ίδια τους τη ζωή. Το γεγονός ωστόσο ότι οι Έλληνες αποφεύγουν και φοβούνται να μιλήσουν για τον εαυτό τους δεν σημαίνει ότι δεν έχουν εαυτό. Αντίθετα, μια συγκριτική ανθρωπολογία και, αν μου επιτρέπεται ο όρος, μια διαπολιτισμική ψυχοβιογράφηση θα υποδείκνυε τις περίπολοκες διαδρομές, τις εσωτερικές αντιφάσεις και τις ασυμφιλίωτες συγκρούσεις που συναποτελούν την νεοελληνική εαυτότητα με τις πολλαπλές και συχνά παραδοξες ταυτότητές της. Να αποτολμήσω μια γενίκευση, μόνο και μόνο επειδή ζω και υπάρχω αλλού στη διασπορά: είμαστε πολύ πιο ενδιαφέροντες απ’ όσο νομίζουμε και κάποια στιγμή οφείλουν οι διανοούμενοι να αποτιμήσουν την υπαρξιακή μαρτυρία των νεοελλήνων μέσα στις συνθήκες που την διαμορφώσαν με αγάπη και φιλαλήθεια.
Ως γνήσιος πλατωνικός ο Ράμφος, και να προσθέσω εδώ γερμανούς μεταφυσικός σαν τον Χέγκελ και τον Χάϊντεγκερ, επιδίωξε να μονοφωνήσει την ελληνική εμπειρία και να εξάγει από μεσα της μια ενοποιητική και συνεκτική αφήγηση που να συγκροτούσε μια αθροιστική ερμηνευτική της κοινωνικής φαινομενολογίας της. Ενώ μπορούσε να υποσημάνει δομές και υποδομές κατέληξε, όπως και ο Κονδύλης, σε μια εύπεπτη συμπτωματολογία, που, κατά παράδοξο τρόπο, τον προσέγγισε στο αντίπαλον δέος των μεταμοντέρνων εθνομηδενιστών που τόσο πολύ καταπολέμησε.
Αν αποκτήσουμε κάποια στιγμή τη γενναιότητα να δούμε τους Έλληνες ως δημιουργικές συνείδήσεις κια όχι ως ενεργούμενα περιστάσεων, νομίζω πως μια άλλη εικόνα θα αποτυπωθεί πριο ακριβής, πιο συμπαθητική και λιγότερο άδικη. Και νομίζω ότι το μεγαλο πρόβλημα φιλοσοφικών προσεγγίσεων σαν την δική του είναι ότι δεν συνομίλησε αρκετά με την σύγχρονη ελληνική αναστοχαστική παράδοση.
Όλα για εκείνον φαίνεται να σταματούν με τα διλήμματα του 15ου αιώνα ως εάν να μην έχει διαμορφωθεί έκτοτε μια νέα γλώσσα αναστοχασμού και να μην έχουν διαπλαστεί νέες προβληματικές για την κοινωνική εμπειρία. Πολλά ερωτήματα που τον βασάνισαν ήδη έχουν συζητηθεί από ξεχασμένους φιλοσόφους όπως η Έλλη Λαμπρίδη, ή οποία μετέτρεψε και τον ίδιο της τον εαυτό σε εργαστήριο ελέγχου των ιδεών της.
Επιχειρώ εδώ μια αναλογία: ο Ράμφος είναι ο Ευγένιος Βούλγαρης της εποχής μας. Ο Ευγένιος ξεκίνησε από διαφωτιστής και κατέληξε ορθοδοξιστής ενώ με το Ράμφο συνέβη το αντίθετο από ορθοδοξιστής έγινε διαφωτιστής, παντού και πάντα ακραίος στις απόψεις του, ζητώντας σχεδόν απεγνωσμένα να δώσει οριστικές λύσεις σε προβλήματα που δεν μπορούν να έχουν ή που μπορούν να λάβουν αναντίρρητες απαντήσεις. Δεν έχει ενδιαφέρον ότι ο Πλάτωνας δεν δίνει ποτέ σχεδόν καμιά απάντηση στα ερωτήματα που σωκρατικά ελέγχει στους διαλόγους του; Ένα απλό «θα το ξανασυζητήσουμε» αρκεί για να κατανοήσουμε ότι το ερώτημα αλλάζει μαζί με αυτόν που ερωτάει και με την νέα επίσκεψή του διανοίγεται ένας ορίζοντας εσωτερικής περιπλοκότητας που συνιστά καθαυτή μια ευφρόσυνη απάντηση στην εποχή της αντιδιανοητικής απολυτοδοξίας που διανύουμε.
Υπάρχει ένα κεντρικό χαρακτηριστικό ωστόσο, το πιο γόνιμο και μεταδόσιμο, που αναδύεται από το έργο του το οποίο πιστεύω πως πρέπει να θεωρήσουμε ως την διαχρονική του συμβολή στον στοχασμό: η πίστη του στην δυνατότητα της ανθρωπινης φύσης να αλλάζει και να μεταμορφώνεται, η αισιοδοξία του για το μέλλον και για την ανθρωπινη συνείδηση, που είναι πάντα κάτι περισσότερο από τα δημιουργήματά της. Μέσα στο τεράστιο έργο του εντυπωσιάζει η βεβαιότητα με την οποία αντιμετωπισε την τεχνολογία και τα επιτεύγματά της χωρίς φόβο και προνεοτερικές φοβίες. Αν υπάρχει κάτι βαθύτατα ελληνικό και χριστιανικό στην σκέψη του είναι η αμετάθετη πίστη του στην δύναμη του ανθρώπινου νου, ή πνεύματος, να υπερβαίνει τους περιορισμούς του, ή ακόμα και να βρίσκει νόημα στα όριά της. Και αυτό, θαρρώ, λίγο δεν είναι.
(*) Βρασίδας Καραλής , καθηγητής Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ και συγγραφέας





















