του Σπύρου Κακουριώτη
Ο πόλεμος, σε όλες του τις μορφές, απασχολεί κατά προτεραιότητα την ιστορική αφήγηση, όπως στα έργα που παρουσιάζονται εδώ. Αφηγήσεις για το παρελθόν, που στις μέρες μας αποκτούν μια αφόρητα παροντική διάσταση, και μια εφιαλτική, χωρική και χρονική, εγγύτητα… Σε κάτι τέτοιες στιγμές η καταφυγή στο παρελθόν για να οραματιστούμε το μέλλον επισκιάζεται από τις σειρήνες του παρόντος· θα πρέπει όμως να επιδιώξουμε, διαβάσματα σαν κι αυτά, να βοηθήσουν να αντισταθούμε στο τραγούδι τους…
Γιάννης Κοτσώνης, Η Ελληνική Επανάσταση: Η βίαιη γέννηση του έθνους-κράτους, Διόπτρα
Πώς οι Έλληνες έγιναν Έλληνες; Πώς η ζωή μέσα σε μια αυτοκρατορία παρήγαγε ένα εθνικό κράτος; Με ποιον τρόπο ο πύργος της Βαβέλ σε αυτή τη γωνιά των Βαλκανίων μετατράπηκε σε ελληνικό έθνος; Ξεκινώντας από αυτά τα ερωτήματα, ο συγγραφέας, ρωσολόγος και ιστορικός στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, επιστρέφει στην Ελληνική Επανάσταση, αποδεικνύοντας, και αυτός από τη μεριά του, τη γόνιμη επενέργεια της δισεκατονταετηρίδας στις ιστορικές μελέτες, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι οι αυτοκρατορίες, υπήκοοι των οποίων ήταν όσοι επαναστάτησαν το 1821, ήταν οι χώροι όπου παρήχθη ο ελληνικός εθνικισμός, επιχειρεί, αρχικά, να εξετάσει τις πολλές και ποικίλες ταυτότητες των ανθρώπων, όλα όσα θα μπορούσαν να έχουν γίνει, μέχρις ότου η επανάσταση παρήγαγε βιαίως μονάχα δύο: Έλληνες και Τούρκους. Αυτές τις προνεωτερικές ταυτίσεις εξετάζει στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, μελετώντας τον οθωμανικό κόσμο στα νότια Βαλκάνια, την αυτοκρατορική πολιτική της Ρωσίας, τον χώρο της Αδριατικής και του Ιονίου κατά τη ναπολεόντειο αυτοκρατορική επέκταση, επιλέγοντας να αναδείξει διαφορετικές μορφές αφοσίωσης στην υπηρεσία των αυτοκρατοριών, είτε της Γαλλικής είτε της Οθωμανικής, έτσι όπως αναδύονται μέσα από τα αρχεία. Αυτές τις διαφορετικές ταυτίσεις ενσαρκώνει με τον πλέον παραδειγματικό τρόπο ο Καποδίστριας, γι’ αυτό και το κεφάλαιο που του αφιερώνεται φέρει τον υπότιτλο «Μια σύντομη ιστορία της Ευρώπης, 1776-1831». Στη συνέχεια, διερευνά το πώς οι Έλληνες απέκτησαν την ελληνικότητά τους στους νέους τόπους εγκατάστασής τους στη Ρωσία, και, τέλος, πώς, από το 1821 και μετά, η δυσαρέσκεια απέναντι στην αυτοκρατορία αποκρυσταλλώθηκε σε εθνικό κίνημα, στον Δούναβη και στον Μοριά. Μέσα από την επαναστατική βία, διεθνική και εμφύλια, την κινητοποίηση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και διπλωματίας, τη στρατιωτική επέμβαση, αναδύθηκε μια νέα χώρα, προαναγγέλλοντας «έναν κόσμο εθνών-κρατών υποταγμένων στην πειθαρχία και τη συμμόρφωση που τους επιβάλλουν τα εξωτερικά χρέη»… Ο συγγραφέας πετυχαίνει να αφηγηθεί με τρόπο αξιανάγνωστο (χάρη και στη μετάφραση του Μιχάλη Δελέγκου), πρωτότυπο και όσο το δυνατόν λιγότερο γραμμικό μια ήδη γνωστή ιστορία, αναδεικνύοντας τις λιγότερο προσεγμένες πτυχές της και εντάσσοντάς την αποφασιστικά στο παγκόσμιο πλαίσιο εντός του οποίου εκτυλίχθηκε.
Σπύρος Αλεξίου, Προδομένο Μεσολόγγι, Τόπος
Η επέτειος των 200 χρόνων από την Έξοδο του Μεσολογγίου αναζωπύρωσε, πέντε χρόνια μετά τους εορτασμούς της δισεκατονταετηρίδας, τις δημόσιες εκδηλώσεις αλλά και τις σχετικές εκδόσεις. Στον μέχρι τώρα διάλογο σπανίως κατατέθηκαν απόψεις αντιρρητικές για την επικρατούσα ερμηνεία αυτού που, καθώς φαίνεται, αποτέλεσε το μείζον γεγονός της Επανάστασης –τουλάχιστον ως προς την απήχησή του στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη– μια ήττα που μετατράπηκε σε καθοριστική νίκη, αφού μετά την Έξοδο συνειδητοποίησαν πλέον όλοι ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στα επαναστατημένα εδάφη θα δημιουργούνταν κάποιου είδους κρατικό μόρφωμα. Ήταν όμως η άμυνα του Μεσολογγίου καταδικασμένη να ηττηθεί; Όχι, απαντά ο ιστορικός Σπύρος Αλεξίου, γι’ αυτό επιλέγει και τον χαρακτηρισμό «προδομένο» στον τίτλο του. Προδομένο, όμως, από ποιους; Από την επαναστατική διοίκηση, απαντά ο συγγραφέας, ο οποίος, ανατρέχοντας σε πρωτογενείς μαρτυρίες των ίδιων των πρωταγωνιστών, αλλά και σε μεταγενέστερες εκτιμήσεις ιστορικών, θεωρεί πως η εγκατάλειψη της πολιορκημένης πόλης, σε μια εποχή που υπήρχαν οικονομικές δυνατότητες στήριξής της λόγω των δανείων, ήταν μια συνειδητή επιλογή, που εκπορευόταν, ενδεχομένως, από ιδιοτελή συμφέροντα ή από την προσκόλληση στις επιλογές της Αγγλίας. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η στρατιωτική νίκη των πολιορκημένων, απέναντι σε έναν παρόμοια εξαντλημένο αντίπαλο, ήταν δυνατή· πολύ περισσότερο ήταν θέμα χρόνου, ενώ ενδεχόμενη καταστροφή των συγκεντρωμένων ναυτικών και στρατιωτικών δυνάμεων που είχαν παραταχθεί γύρω από την πόλη θα μπορούσε να αποτελέσει την καθοριστική νίκη των επαναστατημένων. Σε μια εποχή που η Επανάσταση προσεγγίζεται, από μερίδα των «κατεστημένων» ιστορικών, κυρίως μέσα από το πρίσμα του φιλελεύθερου χαρακτήρα της, ο συγγραφέας επιλέγει να ανατρέξει σε παλαιότερα ερμηνευτικά σχήματα, η εξηγητική εμβέλεια των οποίων έχει δείξει προ πολλού τα όριά της. Ακόμη κι έτσι, όμως, προσφέρει στον αναγνώστη μια λεπτομερή αφήγηση της συγκλονιστικής ιστορίας των πολιορκιών, βασισμένη στις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών, αμφισβητώντας τα συναινετικά σχήματα που ψάχνουν, στη θέση του Κολοκοτρώνη να βάλουν το πορτρέτο του Μαυροκορδάτου.
Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, Ίδρυμα της Βουλής
Απότοκο του πλούσιου κύκλου εκδηλώσεων και επιστημονικών προσεγγίσεων που πυροδότησε η εκατονταετηρίδα της Μικρασιατικής Καταστροφής, ο ανά χείρας τόμος περιλαμβάνει συμβολές που κατατέθηκαν στο συνέδριο με τίτλο «Μετά το ’22: Αναζητήσεις μιας νέας προοπτικής για την Ελλάδα», που διοργάνωσε το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία. Αποτελώντας το αιματηρό τέλος ενός εθνικού προγράμματος, της Μεγάλης Ιδέας, το 1922 εγκαινίασε τη δεύτερη εκατονταετία του νεότερου ελληνικού κράτους προκαλώντας εναγώνιες αναζητήσεις σχετικές με την ταυτότητα και τον προσανατολισμό της χώρας, που συνέχιζε να αποτελεί ένα μικρό κράτος στα σύνορα διαφορετικών κόσμων. Διαφορετικές και ανταγωνιστικές μεταξύ τους απαντήσεις δόθηκαν στις αναζητήσεις αυτές, όπως γίνεται φανερό από τα κείμενα του τόμου, όπως διαφορετικές κατευθύνσεις ακολούθησαν και οι πολιτικές που κατά καιρούς επιλέχθηκαν για να υπηρετήσουν αυτές τις απαντήσεις. Οι συγγραφείς στις συμβολές τους εξετάζουν, αρχικά, τις οικονομικές στρατηγικές και τις πολιτικές επιδιώξεις των κυβερνήσεων και του επιχειρηματικού κόσμου, τις πολιτικές αναζητήσεις, συνήθως σε συνθήκες οξύτατης πόλωσης, κατά τον Μεσοπόλεμο και την πολεμική δεκαετία του 1940, όταν και πάλι ο διεθνής προσανατολισμός της χώρας υπήρξε το διακύβευμα, αλλά και την ευρωπαϊκή και άλλες περιφερειακές επιλογές της χώρας, στις οποίες προχωρούσε τασσόμενη πάντοτε υπέρ του σεβασμού του διεθνούς δικαίου, που συμβάδιζε με τις επιδιώξεις της. Τέλος, οι πνευματικοί και ιδεολογικοί προσανατολισμοί, αλλά και η διαμόρφωση του πολιτικού συστήματος μέσα από μια πορεία που οδήγησε στη Μεταπολίτευση και την υιοθέτηση του Συντάγματος του 1975, εξετάζονται στο ακροτελεύτιο μέρος του συλλογικού αυτού τόμου.
Ian Pirie, Η δράση της SOE στην Ελλάδα, 1940-1942, Παπαδόπουλος
Γνωστή στους ιστορικούς, χωρίς όμως να είναι διαθέσιμη στα ελληνικά, η έκθεση του επικεφαλής της Special Operations Executive στην Αθήνα, και στη συνέχεια του ελληνικού τμήματος της Υπηρεσίας στο Κάιρο, είναι πλέον διαθέσιμη στο αναγνωστικό κοινό χάρη στη μετάφρασή της από την Μαρία Μουρκούση. Ο σκωτσέζος ταγματάρχης Ίαν Πίρι, εγκατεστημένος στην Αθήνα πριν την ιταλική επίθεση, ήταν ο άνθρωπος που έστησε τους πρώτους πυρήνες του εκτεταμένου δικτύου μυστικών οργανώσεων που θα αναλάβουν από την αρχική φάση της Κατοχής να περιθάλψουν και να φυγαδεύσουν βρετανούς στρατιώτες, να μεταδίδουν πληροφορίες και να πραγματοποιούν σαμποτάζ. Παράλληλα, θα αποκτήσει και θα διατηρήσει τακτικές επαφές με το πολιτικό προσωπικό της χώρας, ιδιαίτερα με όσους προέρχονταν από τον αντιμοναρχικό βενιζελικό και αριστερό χώρο. Η πολυσέλιδη έκθεσή του αποτελεί τον απολογισμό της δράσης της Υπηρεσίας Ειδικών Επιχειρήσεων στην Ελλάδα, από την ίδρυσή της μέχρι το σαμποτάζ στον Γοργοπόταμο, οπότε και ο ίδιος απομακρύνθηκε από τη θέση του, έπειτα από πιέσεις του Τσουδερού, πρωθυπουργού της εξόριστης βασιλικής κυβέρνησης. Η έκθεσή του προσφέρει μια μοναδική αφήγηση από πρώτο χέρι για το κλίμα στην Αθήνα στις παραμονές του πολέμου και κατά τη διάρκειά του, αλλά και κατά τον πρώτο ενάμιση χρόνο της Κατοχής, παρακολουθώντας τις διεργασίες που θα οδηγήσουν στην εμφάνιση και την ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος, στις πόλεις και στα βουνά. Αφήγηση που, βέβαια, διαμεσολαβείται από τις αντιπαρατιθέμενες πολιτικές επιδιώξεις των βρετανικών υπουργείων Άμυνας και Εξωτερικών, που έλαβαν εκρηκτικό χαρακτήρα, κυρίως λόγω της εμμονής του δεύτερου να επιβάλει τη φιλομοναρχική του ατζέντα εις βάρος της πολεμικής προσπάθειας, όπως ανάγλυφα αποτυπώνεται στις σελίδες της έκθεσης Πίρι.
Σπύρος Γιώτης, Δυο δρόμοι, Αλεξάνδρεια
Σε μία από τις λιγότερο μελετημένες περιοχές της δεκαετίας του 1940 εστιάζει η ανά χείρας μελέτη, στην ελληνική μειονότητα της Αλβανίας κατά την περίοδο 1939-1944, όταν οι έλληνες μειονοτικοί βρέθηκαν εν μέσω διασταυρούμενων πυρών, αφενός των ιταλών και, στη συνέχεια, γερμανών κατακτητών και των αλβανών εθνικιστών συνεργατών τους και, αφετέρου, της κομμουνιστικής αντίστασης. Η φασιστική πολιτική ενεργοποίησε διαιρετικές τομές και αναζωπύρωσε αντιπαραθέσεις, οδηγώντας την αλβανική κοινωνία σε μια εσωτερική σύγκρουση που πήρε τα χαρακτηριστικά εμφυλίου πολέμου, όπως άλλωστε συνέβαινε και στις γειτονικές Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες πόλωσης, οι πιέσεις προς τους μειονοτικούς να επιλέξουν στρατόπεδο ήταν αφόρητες, ειδικά από τη μεριά των αλβανικών αντιστασιακών οργανώσεων, χάρη σε ένα συνδυασμό υποσχέσεων και ένοπλης βίας. Για τους ίδιους τους μειονοτικούς, η ιδέα της αντίστασης συνδέθηκε με κάποια μορφή αυτοδιάθεσης: αυτονομία, ανεξαρτησία ή ένωση με την Ελλάδα. Εξαιτίας αυτών των διαφορετικών προσδοκιών για το μέλλον της περιοχής, το εθνικό αφήγημα πήρε διχαστικό χαρακτήρα και οι μειονοτικοί ακολούθησαν ξεχωριστούς δρόμους… Η μελέτη, που βασίζεται σε νέα αρχειακά τεκμήρια από ιταλικά, αλβανικά και ελληνικά αρχεία, εξετάζει πτυχές της ιστορίας της ελληνικής μειονότητας κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1940, όπως την ιταλική πολιτική απέναντι στους έλληνες μειονοτικούς, τη μειονοτική εκπαίδευση, τη δράση της οργάνωσης ΜΑΒΗ και τις σχέσεις της μειονότητας με τα αντιστασιακά κινήματα, αλλά και την πολιτική του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ απέναντι στην ελληνική μειονότητα, τις προσπάθειες συνεργασίας των εθνικιστικών οργανώσεων και τη δράση των ελλήνων μειονοτικών στις ένοπλες ομάδες του ΕΔΕΣ. Μέσα από την εξέταση της πορείας αυτής, ο συγγραφέας επιχειρεί να καταγράψει τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους η μειονότητα εξαναγκάστηκε να δράσει και τον τρόπο που η δράση της αυτή νοηματοδοτήθηκε πολιτικά, πέρα από ιδεολογικές αντιλήψεις και σχήματα που συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να σκιάζουν την η ιστορία της ελληνικής μειονότητας στη νότια Αλβανία.
Φοίβος Οικονομίδης, Σελίδες του Δεκέμβρη, Μετρονόμος
Σημειώματα σχετικά με τα Δεκεμβριανά, τη μάχη που επί 33 μέρες μάτωσε την Αθήνα και τον λαό της «στην ανατολή ενός νέου κόσμου», αυτόν του Ψυχρού Πολέμου, περιλαμβάνει ο γνωστός δημοσιογράφος και ιστορικός στο ανά χείρας τομίδιο. Πρόκειται για κείμενα δημοσιευμένα στο περιοδικό «Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας, που εστιάζουν σε πτυχές της διεθνούς διάστασης των Δεκεμβριανών, από την παρουσία της σοβιετικής αποστολής στην πρωτεύουσα, έτσι όπως την καταγράφει ο ζωγράφος Βάλιας Σεμερτζίδης, στην παρουσία και τον ρόλο της αμερικανικής OSS στην Ελλάδα και τις εντάσεις που σημειώθηκαν με τη βρετανική πολιτική και από τη δράση της βρετανικής Υπηρεσίας Πολιτικού Πολέμου τον Δεκέμβρη, προκειμένου οι βρετανοί ανταποκριτές να «συμμορφωθούν» με τις απαιτήσεις του Φόρεϊν Όφις, μέχρι τον ρόλο του Τίτο και των βλέψεών του σχετικά με την ελληνική Μακεδονία ως παράγοντα για τη διαμόρφωση, εκ μέρους του ΚΚΕ, της πολιτικής των «δύο πόλων», μιας πρότασης ουδετερότητας, όπου η βρετανική παρουσία θα εξισορροπούσε τις πιέσεις από βορρά, που την εποχή εκείνη είχαν την ανοχή, αν όχι την επίνευση, της ΕΣΣΔ. Η πραγμάτευση του συγγραφέα βασίζεται κατά κύριο λόγο σε αρχειακές πηγές, ενώ η έκδοση ολοκληρώνεται με ένα χρονικό, μέρα τη μέρα, της μάχης της Αθήνας και των γεγονότων που τη σημάδεψαν.
Γιάννης Πριόβολος, 1949, Γράμμος: «Ηυτοκτόνησαν ίνα μη αιχμαλωτισθώσι», Ψυχογιός
Με ένα από τα δυσκολότερα ιστοριογραφικά γυμνάσματα καταπιάνεται στο βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας και πρώην αξιωματικός του στρατού, προσπαθώντας να ανασυστήσει όχι μονάχα μια συγκεκριμένη μάχη του ελληνικού εμφυλίου, αλλά και να διερευνήσει την τύχη ενός συγκεκριμένου προσώπου και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασε τη ζωή του. Στο βιβλίο του αυτό, το οποίο εντάσσεται στη σειρά «Ιστορίες πολέμου», που διευθύνουν ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος και ο δημοσιογράφος Ηλίας Μαγκλίνης, ο συγγραφέας επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στη μάχη ανάμεσα σε μονάδες του ΔΣΕ και τμήματα του 584 Τ.Π. του Εθνικού Στρατού, στην περιοχή των Χιονιάδων, στον δυτικό Γράμμο, στις 2 Απριλίου 1949, κατά την επιχείρηση ανακατάληψης της περιοχής από τον Δημοκρατικό Στρατό. Ο άνθρωπος που βρέθηκε στο στόχαστρο του ερευνητικού του ενδιαφέροντος ήταν ο διοικητής του 584 Τ.Π., ταγματάρχης Ιωάννης Βαλάσης, ο οποίος, όταν εγκλωβίστηκε από τους αντάρτες, έδωσε τέλος στη ζωή του, όπως και άλλοι δύο συνάδελφοί του που τον συνόδευαν. Ξεκινώντας από τη λέξη «ηυτοκτόνησε», που συνάντησε σε κάποιο υπηρεσιακό έγγραφο στα αρχεία και του κίνησε την περιέργεια, ο συγγραφέας αφηγείται, παράλληλα με την ιστορία του ήρωά του, και την ιστορία της ίδιας του της έρευνας, που αποδεικνύεται εξίσου ενδιαφέρουσα και συγκινητική. Δεν διστάζει μάλιστα να παραδεχθεί όχι μονάχα ότι εξισορροπεί τα πραγματολογικά κενά με γόνιμες υποθέσεις αλλά ακόμα και την επιστράτευση της συγγραφικής φαντασίας προκειμένου η συναισθηματική φόρτιση να ενταχθεί ομαλά στην αφήγηση. Το αποτέλεσμα θα είναι μια συνεκτική αφήγηση της ζωής του αξιωματικού του κυβερνητικού στρατού, αλλά και των συνθηκών που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία, βασισμένη σε προφορικές μαρτυρίες, αρχειακά τεκμήρια, αλλά και εκδομένες και ανέκδοτες γραπτές μαρτυρίες.
Άγγελος Τσέκερης, «Ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο…», Θεμέλιο
Ακολουθώντας τα χνάρια δημοσιογράφων όπως ο Σπύρος Λιναρδάτος, ο Τάσος Βουρνάς ή ο Σόλων Γρηγοριάδης, που συνέθεσαν πολύτομα χρονικά για σημαντικές περιόδους της σύγχρονης ιστορίας, ο πρώην διευθυντής της εφημερίδας Αυγή παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό τον δεύτερο τόμο μιας εξιστόρησης της μεταπολεμικής πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας της Ελλάδας, που καλύπτει τη «σύντομη δεκαετία του ’60», επισκοπώντας τα γεγονότα που σημάδεψαν τη χώρα, από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη μέχρι τη δικτατορία των συνταγματαρχών (είχε προηγηθεί, το 2021, ο τόμος Λίγος εμφύλιος ακόμα: Η καραμανλική τρομοκρατία, η δημοκρατική αντίσταση και η Αριστερά, 1958-1963, και αυτός από τις εκδόσεις Θεμέλιο). Καλογραμμένη, αν και χωρίς το χαρακτηριστικό καυστικό δημοσιογραφικό στυλ του συγγραφέα, που υποχώρησε χάριν μιας περισσότερο «στρωτής» πραγμάτευσης, η αφήγηση εστιάζει κυρίως στις πυκνές πολιτικές εξελίξεις της περιόδου, ανασύροντας ξεχασμένα σήμερα επεισόδια, χαρακτηριστικά όμως του ασφυκτικού κλίματος που δημιουργούσε η εκδικητική αντεπίθεση των δυνάμεων της εθνικοφροσύνης και του αντικομμουνισμού μετά το σύντομο δημοκρατικό διάλειμμα του 1963-1965. Καθώς η βασική πηγή στην οποία στηρίχθηκε ο συγγραφέας είναι τα δημοσιεύματα της Αυγής εκείνων των χρόνων, μοιραία και η αφήγησή του αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την οπτική και τις ζητήσεις της Αριστεράς εκείνης της εποχής, με αποτέλεσμα εξελίξεις, που το βάρος τους έγινε κατανοητό αργότερα, εδώ να υποφωτίζονται· για παράδειγμα, οι διαδικασίες συγκρότησης της Κεντροαριστεράς και ο κομβικός ρόλος του Ανδρέα Παπανδρέου σε αυτές σχεδόν απουσιάζουν, ενώ τα Ιουλιανά, αν και εξετάζονται στην πολιτική τους διάσταση, δεν αναλύονται ως η κομβική εκείνη στιγμή που η νεολαία, φοιτητική και εργατική, έρχεται στο προσκήνιο με τρόπο αυτόνομο, εγκαινιάζοντας έναν κύκλο που θα κορυφωθεί στο Πολυτεχνείο οκτώ χρόνια αργότερα. Παρά ταύτα, η αφήγηση προσφέρει μια συνεκτική και πυκνή καταγραφή των σημαντικότερων γεγονότων της πενταετίας, χρήσιμη για τον αναγνώστη που θα ήθελε να ανατρέξει σε αυτά, αλλά και επίκαιρη για όποιον και όποια επιζητεί να στοχαστεί το πώς καταστρέφονται οι δημοκρατίες – ακόμα κι οι καχεκτικές…
Ρόδης Ρούφος, Στην Ελλάδα των συνταγματαρχών, Εστία
Χρειάστηκε να περάσουν περισσότερα από 50 χρόνια από την αρχική έκδοσή του για να μεταφραστεί στη γλώσσα του συγγραφέα του αυτό το πολύτιμο τεκμήριο της αντιδικτατορικής αντίστασης, που γράφτηκε στα γαλλικά, υπό τον τίτλο Verité sur la Grèce, πρωτοεκδόθηκε στην Ελβετία, το 1970, και μεταφράστηκε τον επόμενο χρόνο στα αγγλικά από τον ιστορικό Richard Clogg, με τον τίτλο Inside the Colonels’ Greece. Πεζογράφος και διπλωμάτης καριέρας, αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ο Ρόδης Ρούφος έπαψε να εργάζεται για το υπουργείο Εξωτερικών και βρέθηκε, μαζί με τον Στρατή Τσίρκα, στο επίκεντρο των διαδικασιών που οδήγησαν, το 1970, στην έκδοση των Δεκαοκτώ κειμένων. Ταυτόχρονα, κρυφά απ’ όλους, συνέθετε αυτή τη μαρτυρία, προκειμένου να ενημερώσει το διεθνές κοινό για τον στραγγαλισμό της δημοκρατίας και της ελευθερίας στην Ελλάδα. Ήταν μια κραυγή που ζητούσε βοήθεια και, ταυτόχρονα, μια πράξη αντίστασης. Μια κίνηση διαφύλαξης της αξιοπρέπειάς του ως συγγραφέα και ως πολίτη. Το πρώτο μέρος του δοκιμίου ανατρέχει στις περιπέτειες της ελευθερίας στο ελληνικό παρελθόν, κυρίως κατά την τριακονταετία 1936-1967, ανάμεσα σε δικτατορίες, πολέμους, ελπίδες και διαψεύσεις. Το δεύτερο, αφιερωμένο στο τότε παρόν, επιχειρεί να περιγράψει «πώς είναι περίπου σήμερα τα πράγματα» στην Ελλάδα κάτω από τη στρατιωτική μπότα, σε τομείς όπως η δικαιοσύνη, η εκπαίδευση, η ενημέρωση και εν γένει η δημόσια ζωή, ενώ παράλληλα αναφέρεται στην ιδεολογία του καθεστώτος, στην αντίσταση και στην καταστολή. Τέλος, το τρίτο μέρος αφορά το μέλλον ή το «πώς θα τους ξεφορτωθούμε»: απορρίπτοντας την ψευδαίσθηση της σταδιακής εξέλιξης αλλά και την ουτοπία μιας επανάστασης, ο Ρούφος σκιαγραφεί μια ρεαλιστική στρατηγική για την οποία αναζητά τη στήριξη της Ευρώπης. Το κείμενο συμπληρώνεται με ένα επίμετρο του μεταφραστή του, Αλέξανδρου Μπαζούκη, εισαγωγή του Πάνου Λουκάκου, καθώς και νεότερη βιβλιογραφία σχετικά με τη δικτατορία.
Ε. Αβδελά – Β. Σειρηνίδου (επιμ.), Για την ιστορία του εγκλήματος και της δικαιοσύνης, Θεμέλιο
Οι έννοιες της «δικαιοσύνης» και του «εγκλήματος» σήμαιναν το ίδιο πράγμα σε όλες τις εποχές και σε όλες τις κοινωνίες; Οι συμβολές που περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο αποτελούν το προϊόν της συνάντησης ερευνητών από ποικίλες κατευθύνσεις του ιστορικού πεδίου και αποτυπώνουν τα ερωτήματα και τους προβληματισμούς που γεννήθηκαν στην προσπάθεια ιστορικοποίησης των δύο αυτών εννοιών, έτσι όπως χρησιμοποιήθηκαν στην Ελλάδα κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Οι δεκατρείς μελέτες που δημοσιεύονται στις σελίδες του, πέρα από το ποινικό αδίκημα και τους μηχανισμούς ανίχνευσης, καταστολής και κολασμού του, επεκτείνονται σε έρευνες που αφορούν τη διαμόρφωση του δικαίου στη μετεπαναστατική Ελλάδα, στη συγκρότηση αντικειμένων όπως το διεθνές ποινικό δίκαιο, στη λειτουργία μηχανισμών καταστολής πέραν των αμιγώς κρατικών, όπως, λ.χ., των πειθαρχικών επιτροπών του Πανεπιστημίου ή τα συμβούλια νομιμοφροσύνης των δημοσίων υπηρεσιών. Οι συμβολές αυτές κατανέμονται σε τρεις μεγάλες θεματικές ενότητες, εξετάζοντας θεσμούς, πρακτικές και πρόσωπα. Οι θεσμοί αποτελούν τον σκληρό πυρήνα της ιστορίας του εγκλήματος και της ποινικής δικαιοσύνης, το πεδίο όπου το κράτος αξιώνει το μονοπώλιο του ορισμού του εγκλήματος και της διαχείρισης της καταστολής και της τιμωρίας του· οι πρακτικές, από την άλλη μεριά, δείχνουν το πώς στην πράξη λειτουργούν αυτοί οι θεσμοί, πέρα από την καταστατική ακαμψία τους, πώς γίνονται αντικείμενα οικειοποίησης από τα δρώντα υποκείμενα και πώς εγγράφονται στις πολιτικές περιπέτειες του καιρού τους· τέλος, η έμφαση σε αυτά τα υποκείμενα και τη δράση τους επιτρέπει μια περισσότερο ευέλικτη αντιμετώπιση τόσο του κράτους όσο και της κοινωνίας, μέσα στην πολλαπλότητά τους και πέρα από τη συνήθη ασυμφιλίωτη αντίθεση υπό το πρίσμα της οποίας συνήθως αντιμετωπίζονται. Έτσι, οι συγγραφείς του τόμου εξετάζουν θέματα όπως η καθιέρωση του δελτίου ταυτότητας, η ενοποίηση των διάσπαρτων αστυνομικών σωμάτων στις αρχές του 20ού αιώνα, η εδραίωση της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης τον Μεσοπόλεμο, η καθιέρωση των πιστοποιητικών νομιμοφροσύνης και η πειθαρχική αντιμετώπιση των φοιτητών· ακόμη, η μετάβαση από το προνεωτερικό σύστημα «εξισασμού» σε αυτό των ποινικών κυρώσεων κατά την Ελληνική Επανάσταση, αλλά και οι επιβιώσεις του πρώτου στην αντιμετώπιση υποθέσεων βιασμού και αποπλάνησης ανηλίκων στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η παρουσίαση του θεσμού των ενόρκων από τον τύπο και οι πιέσεις για αλλαγή του, τα μετακινούμενα όρια νομιμότητας και παρανομίας σε σχέση με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, αλλά και η χρήση των δικαστικών αρχείων ως πηγών κοινωνικής ιστορίας. Τέλος, εξετάζονται τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο «έγκλημα του Χαροκόπου» (1931), η δράση του θεμελιωτή της σύγχρονης ιατροδικαστικής στην Ελλάδα, Ιωάννη Γεωργιάδη και, τέλος, η «δίκη», καταδίκη και αποκατάσταση του Νίκου Πλουμπίδη από το ΚΚΕ.
Αλεξάνδρα Χριστακάκη, Στα σπλάχνα της Σερίφου, Πυξίδα της πόλης
Συμπληρώνονται φέτος 110 χρόνια από τη μεγάλη και αιματηρή απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου, μια από τις σημαντικότερες στιγμές του εργατικού κινήματος στη χώρα μας, που συνέβαλε στην καθιέρωση του οκτάωρου. Απόγονοι αυτών των πρωτοπόρων είναι όσοι κατέθεσαν τη μαρτυρία τους στη δημοσιογράφο Αλεξάνδρα Χρηστακάκη, οκτώ άνδρες, από τους τελευταίους εν ζωή εργάτες των μεταλλείων, μια 95χρονη που ο άντρας της έμεινε ανάπηρος σε νεαρή ηλικία από εργατικό ατύχημα, καθώς και τέσσερα παιδιά μεταλλεργατών, που οι πατεράδες και οι παππούδες τους άφησαν τα νιάτα τους στα λεηλατημένα σπλάχνα του νησιού. Παράλληλα, στις σελίδες του τόμου αυτού δημοσιεύεται και το καταστατικό του σωματείου εργαζομένων του 1916, του ίδιου που προχώρησε στη μεγάλη απεργία και την εξέγερση τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. Μέσα από τον λόγο των πρώην μεταλλωρύχων ζωντανεύει μια εποχή που τα σημάδια της είναι ακόμη χαραγμένα στο τοπίο της Σερίφου, όπου συναντά κανείς τρύπες, μπάζα, σκουριασμένα μηχανήματα, παρατημένα βαγονέτα και μια μοναδική, αλλά εγκαταλελειμμένη και υπό κατάρρευση σκάλα φόρτωσης των πλοίων… Αυτή την έκταση, σχεδόν το μισό νησί, διεκδικούν σήμερα οι απόγονοι του τελευταίου γερμανού ιδιοκτήτη, Αιμίλιου Γκρώμαν, που καταδικάστηκε από τα ελληνικά δικαστήρια ως δωσίλογος μετά την Απελευθέρωση, λόγω της συνεργασίας του με τους Ναζί. Σήμερα, το κυκλαδίτικο τοπίο απειλεί μια άλλη εξόρυξη, αυτή της υπερτουριστικής «ανάπτυξης», που απειλεί τη διατήρηση των μνημείων και των ιστορικών καταλοίπων του μεταλλευτικού παρελθόντος…
Βικτόρια Τιν-Μπορ Χούι, Πόλεμος και σχηματισμός κράτους στην αρχαία Κίνα και την πρώιμη νεωτερική Ευρώπη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
H διαδικασία δημιουργίας κρατών μέσα από τον πόλεμο και τον ανταγωνισμό ισχύος αποτελεί τον πυρήνα της ασυνήθιστης συγκριτικής μελέτης της καθηγήτριας πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Νοτρ Νταμ, Victoria Tin-bor Hui. Στη μελέτη της εξετάζει πώς η πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση συνέβαλε στη διαμόρφωση ισχυρών κρατικών δομών, τόσο στην αρχαία Κίνα όσο και στην Ευρώπη της πρώιμης νεωτερικότητας, αμφισβητώντας την κρατούσα αντίληψη ότι η ευρωπαϊκή εμπειρία είναι μοναδική ως προς την εξέλιξη του κράτους. Η συγγραφέας εστιάζει, αφενός, στην περίοδο των Αντιμαχόμενων Βασιλείων (7ος – 3ος αι. π.Χ.) στην Κίνα, όπου συνεχείς συγκρούσεις οδήγησαν στην ενοποίηση υπό τη δυναστεία των Τσιν· αφετέρου, στην ευρωπαϊκή εμπειρία, από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα, όταν οι πόλεμοι ανάμεσα σε μοναρχίες και ανερχόμενα κράτη συνέβαλαν στη συγκέντρωση εξουσίας, στη φορολογική οργάνωση και στη δημιουργία μόνιμων στρατών. Και στις δύο περιπτώσεις, σύμφωνα με τη συγγραφέα, ο πόλεμος λειτούργησε ως καταλύτης πολιτικής συγκέντρωσης και διοικητικής εξέλιξης. Η συγγραφέας θέτει ερωτήματα σχετικά με τα διαφοροποιημένα αποτελέσματα αυτής της αρχικά συγκλίνουσας πορείας, που οδήγησε στην μεν Ευρώπη στην επικράτηση της ισορροπίας ισχύος και των θεσμών ελέγχου, στη δε Κίνα στη λογική της κυριαρχίας και του συγκεντρωτισμού. Για να απαντήσει, διαμορφώνει ένα ερμηνευτικό σχήμα που υπερβαίνει τους απλουστευτικούς δυισμούς, αναδεικνύοντας την ευρωπαϊκή και την κινεζική εμπειρία ως διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιστορικής δυναμικής, αποφεύγοντας ευρωκεντρικές θεωρήσεις που χρησιμοποιούν την ευρωπαϊκή εμπειρία ως μέτρο σύγκρισης κάθε άλλης ιστορικής διαδρομής. Η ανά χείρας μελέτη, που μετέφρασε η Μαρία Παπαηλιάδη, αποτελεί τον τρίτο τόμο της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας σειράς για την ιστορία και τον πολιτισμό της Κίνας, που διευθύνουν για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης οι μελετητές της κινέζικης φιλοσοφίας, Άννα-Ειρήνη Μπάκα και Στέφανος Γκαντόλφο.
Aimé Césaire, Λόγος περί αποικιοκρατίας και περί νεγροσύνης, San Casciano
Με ένα από τα ιδρυτικά κείμενα του μεταποικιακού κόσμου, τον Λόγο περί αποικιοκρατίας, του μαρτινικανού ποιητή, συγγραφέα και πολιτικού Αιμέ Σεζαίρ, παρουσιάζεται στο εκδοτικό μας τοπίο ένας νέος εκδοτικός οίκος, που αντλεί το όνομά του από το ομώνυμο προάστιο της Φλωρεντίας και εξέπληξε ευχάριστα με τις πρώτες του επιλογές, οι οποίες κινούνται στο κλίμα της σύγχρονης αντινεοφιλελεύθερης και αντιαποικιακής σκέψης. Το κείμενο του Σεζαίρ, γραμμένο την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εκδίδεται το 1950 στο Παρίσι, από έναν εκδοτικό οίκο που πρόσκειται στο Γαλλικό Κ.Κ., και αποτελεί ένα διαπρύσιο «κατηγορώ» απέναντι στην ευρωπαϊκή αποικιοκρατία, φυσική εξέλιξη της οποίας υπήρξε ο μόλις πριν από λίγα χρόνια ηττημένος ναζισμός. Ο συγγραφέας ασκεί δριμεία κριτική στην αντίληψη περί «εκπολιτιστικής αποστολής» της Δύσης (το «φορτίο του λευκού ανθρώπου», σύμφωνα με τον Κίπλινγκ), που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να διαιωνίζει τις φυλετικές και πολιτισμικές ιεραρχήσεις, ενώ επισημαίνει ότι η αποικιοκρατία δεν απανθρωποποιεί μονάχα τα θύματά της αλλά και τους ίδιους τους θύτες, οδηγώντας στην υποβάθμιση της δημοκρατίας, μέσω των αποικιοκρατικών πρακτικών, και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών χωρών. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ο Σεζαίρ προβάλλει την αλληλεγγύη όλων των καταπιεσμένων, ενώ ταυτόχρονα καλεί σε επανεφεύρεση της μαύρης ταυτότητας και κουλτούρας, ως όπλο στους αγώνες που την ίδια δεκαετία θα συγκλονίσουν τον αποικιακό κόσμο. Το κείμενο του 1950 συνοδεύεται από τον Λόγο περί νεγροσύνης, που ο συγγραφέας παρουσίασε το 1987, σε συνέδριο προς τιμήν του στη Φλόριντα των ΗΠΑ. Σε αυτόν, επανέρχεται στην έννοια της «νεγροσύνης», που προωθούσε ήδη από τη δεκαετία του 1930, επιδιώκοντας να διαλύσει τις πολλές παρεξηγήσεις που ακολούθησαν, σχετικά με το τι είναι και τι δεν είναι αυτή η ταυτότητα ή, μάλλον, η «επανάκτηση του παρελθόντος μας από εμάς τους ίδιους». Την ιδιόμορφη ποιητική πρόζα του Σεζαίρ μετέφρασε η Μυρτώ Ταπεινού, ενώ τα δύο κείμενα συνοδεύονται από μια εξαντλητική εκτενή εισαγωγή στον συγγραφέα και στο έργο του από τον Στάθη Παπασταθόπουλο.
Νίκος Χριστοφής (επιμ.), Η Τουρκία στη μακρά δεκαετία του 1960, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Η δεκαετία του ’60, εκτός από «μακρά» υπήρξε, πριν απ’ όλα, παγκόσμια· από την Αμερική και την Ευρώπη μέχρι την Ασία και την Αφρική, από τη Δύση στην Ανατολή, το «παγκόσμιο ’68» συντάραξε κάθε γωνιά του πλανήτη, σε κάθε μια με τον δικό της, ιδιαίτερο τρόπο. Ο ανά χείρας συλλογικός τόμος, που μετέφρασε στα ελληνικά ο Χρίστος Μάης, εξετάζει τον τρόπο που η γειτονική μας Τουρκία βίωσε το δικό της «’68» και παρουσιάστηκε το 2021, στα αγγλικά, ως θεματικό τεύχος της επιθεώρησης Turkish Historical Review (12/2-3), σε επιμέλεια του τουρκολόγου Νίκου Χριστοφή, εκφράζοντας, όπως το θέτει στο προοίμιό του ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λέιντεν Erik-Jan Zürcher, λιγότερο τη «νοσταλγία μιας γενιάς πρώην ακτιβιστών» και περισσότερο το ενδιαφέρον μιας γενιάς νεότερων διανοούμενων για τις εναλλακτικές που μπορεί να προσφέρει σε σχέση με τα προβλήματα του σήμερα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι συμβολές των τούρκων ιστορικών και άλλων κοινωνικών επιστημόνων εξετάζουν ζητήματα όπως η πολλαπλότητα των κινημάτων του ’68 στην Τουρκία και τον κόσμο, το φοιτητικό κίνημα στην Τουρκία κατά τη δεκαετία του 1960, η στάση των αριστερών κινημάτων απέναντι στον στρατό, αλλά και η διαπλοκή αντιιμπεριαλισμού και κεμαλισμού στις θεωρητικές επεξεργασίες της αριστεράς, η συγκρότηση της Νέας Αριστεράς, ο ρόλος της εργατικής τάξης και των συνδικάτων, οι προκλήσεις που έθεσαν οι γυναίκες στο κίνημα του ’68, αλλά και στις πατριαρχικές δομές της τουρκικής κοινωνίας, και η πολιτιστική άνθηση που σημάδεψε τη δεκαετία του 1960 στην Τουρκία, όπως και σε ολόκληρο τον κόσμο. Στο επίμετρό του στον ανά χείρας τόμο, ο ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας Hamit Bozarslan, με μια πραγματικά παγκόσμια οπτική, εξετάζει την τουρκική δεκαετία του 1960 σε συγκριτικό πλαίσιο, επισημαίνοντας, ταυτόχρονα, τα ερευνητικά κενά μπροστά στα οποία βρίσκονται οι μελετητές· ανάμεσά τους, την εμφάνιση, σε πολλά μέρη του κόσμου, της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης, ενός άλλου κινήματος νεολαίας, που συνδεόταν στενά με τη ριζοσπαστική δεξιά, οι ακτιβιστές του οποίου, όπως ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σήμερα κατέχουν ηγετικές θέσεις στις χώρες τους…
Δημήτρης Κούρκουλας, Λίβανος, μια ξεχωριστή χώρα, Μεταίχμιο
Για πολλούς, η χώρα των κέδρων αποτελεί μια από τις ομορφότερες στον κόσμο· για τον συγγραφέα, που υπηρέτησε ως πρέσβης της Κομισιόν στον Λίβανο την περίοδο 1997-2001, είναι, επιπλέον, μια χώρα συναρπαστική – και στο ανά χείρας βιβλίο εξηγεί το γιατί. Έχοντας εμπειρία από πρώτο χέρι, καθώς υπήρξε συνομιλητής προσώπων όπως ο δολοφονηθείς πρωθυπουργός της χώρας Ραφίκ Χαρίρι, προσφέρει στον έλληνα αναγνώστη μια ευσύνοπτη εξιστόρηση της πορείας του Λιβάνου κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, με ιδιαίτερη έμφαση στην περίοδο που ξεκινά με τον δεκαπενταετή εμφύλιο πόλεμο (1975-1990), που άφησε την πρωτεύουσα Βηρυτό, όπως και ολόκληρη τη χώρα, ερείπια. Ακολούθησε μια υπερδεκαετής «χρυσή» περίοδος ανοικοδόμησης, που έζησε εκ του σύνεγγυς, η οποία φτάνει στο τέλος της με τη δολοφονία του λιβανέζου πρωθυπουργού και, αρκετά χρόνια αργότερα, το 2019, με την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και την «άγρια» χρεοκοπία που ακολούθησε. Ο συγγραφέας παρακολουθεί τις πολιτικές και πολεμικές εξελίξεις μέχρι τις μέρες μας, όταν η εκ νέου εισβολή του Ισραήλ στον Νότιο Λίβανο και ο συστηματικός βομβαρδισμός της Βηρυτού μετέτρεψε εκ νέου τη χώρα σε ερείπια. Παράλληλα, στις σελίδες του βιβλίου του παρουσιάζεται με τρόπο γλαφυρό και ταυτόχρονα κατανοητό η απίστευτη πολυπλοκότητα της εθνοτικο-θρησκευτικής συγκρότησης της λιβανέζικης κοινωνίας, όπου αναγνωρίζονται επισήμως και κατέχουν προσδιορισμένες θέσεις με εκπροσώπους τους στο πολιτικό σύστημα 18 θρησκευτικές κοινότητες. Για ορισμένες από αυτές, όπως οι μυστηριώδεις και κλειστοί προς τον έξω κόσμο δρούζοι ή η πληθώρα των χριστιανικών ομολογιών, αλλά και η στρατιωτικοπολιτική οργάνωση των σιιτών, η Χεζμπολάχ, αφιερώνει μερικές από τις πιο συναρπαστικές σελίδες του, ενώ δεν παραλείπει να αναφερθεί και στη… γεωπολιτική της λιβανέζικης κουζίνας.
Ηλίας Σκυλλάκος, Η σκιά του Πενταγώνου στη Λατινική Αμερική, Τόπος
Με την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο, προέδρου της Βενεζουέλας, και τις απειλές για στρατιωτική επέμβαση στην Κούβα, η πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Λατινικής Αμερικής φαίνεται να επέστρεψε για τα καλά στις… εργοστασιακές ρυθμίσεις. Όσο και αν, τα προηγούμενα χρόνια, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι υβριδικοί πόλεμοι, οι επιχειρήσεις ψυχολογικής αποσταθεροποίησης και οι «έγχρωμες επαναστάσεις», εργαλειοποιώντας τα μίντια, τη δικαστική εξουσία, αλλά και τμήματα της «κοινωνίας των πολιτών», αποτέλεσαν τις κυρίαρχες μορφές παρέμβασης, με την προεδρία Τραμπ φαίνεται πως οι άμεσες στρατιωτικές επεμβάσεις επανέρχονται στο προσκήνιο, στο πλαίσιο της αναβίωσης, διεθνώς, της πολιτικής των «κανονιοφόρων». Έχοντας συλλάβει εν τω γεννάσθαι αυτή τη μεταβολή, καθώς η επίθεση στη Βενεζουέλα συνέπεσε με τη συγγραφή του ανά χείρας τόμου, ο συγγραφέας, δημοσιογράφος που στην αρθρογραφία του εστιάζει στη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη, αναδεικνύει τα ενδογενή αίτια της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των ΗΠΑ στην περιοχή, καθώς αποτελεί συστατικό στοιχείο της υλικής και πολιτικής συγκρότησης των εκάστοτε κοινωνικών σχηματισμών, εγγράφεται, δηλαδή, δομικά στο εσωτερικό των σχέσεων εξουσίας. Ταυτόχρονα, στις σελίδες του παρουσιάζονται οι κυριότεροι σταθμοί της παρέμβασης του βορειοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού στη Λατινική Αμερική, με έμφαση, βεβαίως, στη χιλιανή εμπειρία, ενώ στη συνέχεια το επίκεντρο μετατοπίζεται στα σημερινά «θερμά σημεία», στην ωμή στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα και στην προετοιμαζόμενη επίθεση στην Κούβα, με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος που θεμελίωσε πριν από 67 χρόνια ο Φιντέλ Κάστρο.





















