Τρίτη, 5 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ “Οίκος Πούσκιν” – μυθιστόρημα-μουσείο (γράφει η Δήμητρα Ρουμπούλα)

“Οίκος Πούσκιν” – μυθιστόρημα-μουσείο (γράφει η Δήμητρα Ρουμπούλα)

0
35
Bitov, Andrei

 

γράφει η Δήμητρα Ρουμπούλα

Ο “Οίκος Πούσκιν” άρχισε να γράφεται το 1964 μετά τη δίκη του Γιόζεφ Μπρόντσκι, με την κατηγορία του “κοινωνικού παρασιτισμού”, στην οποία ο Αντρέι Μπίτοφ ήταν παρών.“Υπήρχε η αίσθηση του τέλους μιας εποχής”, έχει πει ο ίδιος. Το έργο προχωρούσε αργά και ο συγγραφέας πάλευε πολύ καιρό μέχρι να ολοκληρώσει, το 1971, αυτό που αργότερα χαρακτηρίστηκε “φιλολογικό μυθιστόρημα” και μεταμοντέρνο. Για χρόνια διαβάστηκε ευρέως στο σαμιζντάτ, μέχρι την πρώτη επίσημη εκδοσή του μόλις το 1987. Νωρίτερα, το 1978, είχε εκδοθεί στις ΗΠΑ.

Από τους θεμελιωτές του μεταμοντερνισμού στη Ρωσία, ο Αντρέι Μπίτοφ (1937 – 2018) έγραψε πολλά έργα, αλλά έμεινε στην ιστορία ως ο συγγραφέας του “Οίκου Πούσκιν”. Ένα πολυδιάστατο διακειμενικό μυθιστόρημα γεμάτο με άμεσες και κρυφές αναφορές στα μεγάλα έργα του ρωσικού πολιτισμού του 19ου και 20ού αιώνα. Πατώντας πάνω στη κλασική ρωσική λογοτεχνία, αυτό το “μυθιστόρημα-μουσείο” εξερευνά την ίδια τη σχέση μεταξύ ζωής και λόγου, συγγραφέα και ήρωα, λογοτεχνίας και δράσης. Ένα πνευματικό παιχνίδι, ειρωνικό και σαρκαστικό, με νοήματα μεταφορικά και ποιητικά, και με μια αντιφρονούσα αύρα.

Ο τίτλος αποτελεί σύμβολο του ρωσικού πολιτισμού. Ποίημα του Μπλοκ, μουσείο και το άλλο όνομα του Ινστιτούτου Ρωσικής Λογοτεχνίας της Ακαδημίας Επιστημών σε περίοπτο σημείο στην Αγία Πετρούπολη.“Η ρωσική λογοτεχνία, η Πετρούπολη (το Λένινγκραντ), η Ρωσία, όλ΄ αυτά είναι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο Οίκος Πούσκιν, χωρίς τον σγουρομάλλη ένοικό του”, εξηγεί ο Μπίτοφ. Το μυθιστόρημα περιλαμβάνει ολόκληρη τη Ρωσία, για την οποία ο Πούσκιν είναι τα πάντα. Στον Οίκο Πούσκιν λοιπόν εργάζεται ο κεντρικός ήρωας, ο Λιόβα, ένας νεαρός φιλόλογος της δεκαετίας του 1960, με ευγενική προέλευση από την αριστοκρατική οικογένεια των Οντόγιεφτσεφ.

Γεννημένος το “μοιραίο” έτος 1937 (όπως και ο συγγραφέας) που ενηλικιώνεται στα χρόνια που ονομάστηκαν “λιώσιμο των πάγων”, ο Λιόβα είναι ένας μη ελεύθερος πνευματικά άνθρωπος ο οποίος έχει μάθει να λειτουργεί στα όρια του επιτρεπόμενου. Ένας “περιττός” άνθρωπος, σαν τον Πετσόριν, τον ήρωα του Λέρμοντοφ. Στην πραγματικότητα ενσαρκώνει τον τύπο του μικρού ανθρώπου σε μια εποχή στασιμότητας, ο οποίος επιθυμεί να συνεχίσει τα βήματα του επιφανούς παππού του, Μαντέστ Πλατόνοβιτς Οντόγιεφτσεφ, διάσημου γλωσσολόγου, η καριέρα του οποίου διεκόπη με την εξορία του σε στρατόπεδο εργασίας. Στην τραγική ιστορία του, σκοτεινό ρόλο έχει διαδραματίσει ο γιός του, ο πατέρας του Λιόβα, που “ταυτισμένος με την εποχή” τον αποκήρυξε για να πάρει τη θέση του στο πανεπιστήμιο.

Μεγαλωμένος σε ακαδημαϊκό περιβάλλον κι ένα “κλειστό σύστημα αυτοσυντήρησης”, ο Λιόβα έλαβε μια εκλεπτυσμένη ανατροφή και μια προσαρμοσμένη στους καιρούς προστασία που τον έκανε να μην “παρατηρεί με το δικό του βλέμμα τι γίνεται εκεί έξω”, απλώς να καταναλώνει αξίες και πρότυπα. Ο πατέρας του τον γαλούχησε σε μια “απολίτικη νοοτροπία”, κρατώντας τον μακριά και από τα οικογενειακά μυστικά, αλλά αυτά δεν κρύβονται για πάντα. Η πρώτη αποκάλυψη έρχεται με την επιστροφή από τη φυλακή του γείτονα θείου Μίτια ή “θείου Ντίκενς”, λόγω της αγάπης του για τον Άγγλο συγγραφέα. Για το αγόρι ανοίγεται ένας ολόκληρος, πραγματικός κόσμος. Ο θείος Ντίκενς, γερασμένος με αριστοκρατικό ύφος που “στις μέρες μας φαίνεται περιθωριακό”, μπορεί να θρηνεί τη μοίρα του και να καταριέται τους μπολσεβίκους, αλλά για τον Λιόβα αντιπροσωπεύει ένα σχεδόν τέλειο άτομο. Όταν έρχεται η είδηση ότι και ο παππούς του είναι ζωντανός και ελευθερώθηκε, “μετά τον θάνατο τού …” (“όλοι ξέρουμε ποιος” – ο Μπίτοφ εννοεί τον Στάλιν τον οποίο αποφεύγει συστηματικά να κατονομάσει), ζητά να συναντήσει τον άνθρωπο που κάποτε ίδρυσε μια ολόκληρη σχολή σκέψης.

Στην πολυαναμενόμενη συνάντηση, ο νεαρός περιορίζεται στα δάκρυα συγκίνησης, ενώ ο παππούς γελάει μαζί του, πίνει βότκα μέχρι μέθης, διαλύοντας την εικόνα που έχει πλάσει ο Λιόβα, καθώς αντί για έναν αριστοκράτη βλέπει έναν ταπεινωμένο και δύστροπο γέρο. Τότε ξεκινά ο χειμαρρώδης μονόλογος του παππού, η φωνή του ανεξάρτητου λόγιου και αριστοκρατικού πνεύματος που κατακεραυνώνει τον συναισθηματισμό, δεν φοβάται τη ζωή και δεν διαγράφει ό,τι δεν του αρέσει, κατακρίνει τον εγγονό όταν απορρίπτει τον πατέρα του, χλευάζει την υπεροψία των νέων ποιητών, λέει ότι η Επανάσταση “όχι μόνο δεν ισοπέδωσε την παλιά κουλτούρα, αλλά την έκρινε διατηρητέα”, καθώς οι παλιές ιδέες παραμένουν αήττητες. Που, επιπλέον, θεωρεί “κυνισμό” τις αποκαταστάσεις, καταδικάζοντας τις αρχές όχι επειδή τον φυλάκισαν, αλλά επειδή τον αποκατέστησαν μετά από τριάντα χρόνια και αφού έχει χάσει τον παλιό του εαυτό. Αργότερα, με τον θάνατό του, το όνομά του γίνεται “μόδα”, το έργο του εκδίδεται και το σπίτι των Οντόγιεφτσεφ γεμίζει με φωτογραφίες του – μια άλλη “ατμόσφαιρα προσωπολατρίας”.

Για τον παππού, ο εγγονός είναι ένα αφελές αγόρι, αποκομμένο από τις ρίζες του, που επιζητά προπαρασκευασμένες ερμηνείες για τους γρίφους του κόσμου, προκειμένου να μην υποκύψει στον πανικό του, που κατασκευάζει μύθους για να εξηγήσει την πραγματικότητα. Ο Λιόβα δεν ήταν ποτέ κοντά στον δικό του πατέρα, μάλλον τον αντιπαθεί κιόλας. Όταν εμφανίστηκε ο θείος Μίτια, ήταν έτοιμος να τον θεωρήσει παππού του, ακόμη και πατέρα του. Τόσο αυτός όσο και ο παππούς ζούσαν έντιμα παρά τα προβλήματά τους με τις αρχές. Ο συγγραφέας μάς παρασύρει σε ένα μεταμοντέρνο παιχνίδι, γύρω από το ποιος είναι ο πραγματικός πατέρας του αγοριού. Ίσως αυτός που προκαλεί πνευματική αφύπνιση κι όχι εκείνος που κρύβει αλήθειες.

Στη μακρά σκηνή με τον παππού, η φωνή του συγγραφέα αντηχεί υποδηλώνοντας ότι υπάρχει περισσότερη αλήθεια στην υποκειμενική έκφραση των γεγονότων παρά σε εκείνα τα ρεαλιστικά έργα όπου απεικονίζεται η λεγόμενη αντικειμενική πραγματικότητα. Όσο για τον Λιόβα θα προσπαθήσει μέχρι την τελευταία σελίδα να απαλλαγεί από την αφέλειά του, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία. Αφού αποφοιτά από τη Φιλολογική Σχολή, εγγράφεται σε μεταπτυχιακό και γράφει ένα τολμηρό άρθρο για την προφητεία σε τρία ποιήματα των Πούσκιν, Λέρμοντοφ και Τιούτσεφ, στο οποίο τελικά απηχούνται δικά του βιώματα καθώς βρίσκεται στην ίδια ηλικία με εκείνους όταν τα έγραψαν στα 27 τους. Προτείνοντας την έννοια της “αδιάλειπτης ζωής”, οι άνθρωποι, κατά την άποψή του, ζουν αδιάλειπτα μέχρι την ηλικία των 27 ετών, μετά την οποία βιώνουν ένα ποιοτικό άλμα.

Την συγκεχυμένη προσωπικότητα του ήρωα αντανακλά και η περίπλοκη σχέση του με τις γυναίκες, τρεις συνολικά. “Τη μια την εκλιπαρούσε, την άλλη δεν την αγαπούσε, την τρίτη την είχε…”, εννοώντας: Την άξεστη και ωφελιμίστρια Φαΐνα, την άγνωστη του Μπλοκ, που τον χειραγωγεί, αλλά αυτός προσπαθεί κάθε φορά, παρά τις απιστίες της, να την κερδίσει. Την έξυπνη και μορφωμένη Αλμπίνα, από τον αριστοκρατικό κύκλο του Λιόβα, βγαλμένη από τον Τουργκένιεφ. Και την απλή, ειλικρινή και ανυποψίαστη Λιουμπάσα, που “την έβλεπε με αγάπη, χωρίς αγάπη …”

Το μυθιστόρημα έχει μια εξαιρετικά περίπλοκη δομή. Ξεκινώντας από τον Πρόλογο, “Τι να κάνουμε;”, θυμίζοντας τα ομώνυμα έργα του Τσερνισέφσκι και του Λένιν, αναπτύσσεται σε τρία, χωρισμένα σε κεφάλαια, μέρη με τίτλους που παραπέμπουν σε έργα των Τουργκένιεφ (Πατέρες και γιοί), Λέρμοντοφ (Ένας ήρωας του καιρού μας) και Πούσκιν (Ο φτωχός καβαλάρης – συνδυασμός των “Φτωχοί άνθρωποι” του Ντοστογιέφσκι και “Χάλκινος καβαλάρης” του Πούσκιν). Κάθε μέρος ολοκληρώνεται με ένα παράρτημα, και ολόκληρο το μυθιστόρημα καταλήγει σε έναν επίλογο, ως “Σχόλια” του Μπίτοφ, άκρως ενδιαφέροντα. Επιπλέον, το κείμενο διακόπτεται από παρεκβάσεις του συγγραφέα, με πλάγια στοιχεία, ενεργοποιώντας έτσι έναν διάλογο ανάμεσα σε συγγραφέα, πρωταγωνιστή και αναγνώστη.

Το τρίτο μέρος, όπου παρακολουθούμε την τεταμένη σχέση του κεντρικού ήρωα με τον μακροχρόνιο φίλο, συνάδελφο και αντίπαλό του Μιτισάτιεφ, επιφυλάσσει τις μεγαλύτερες ανατροπές. Αυτός ο άνδρας, για τον οποίο υπάρχει υποψία ότι τον προδίδει με τη Φαΐνα, ασκεί μια ισχυρή επιρροή πάνω του. Ο Μπίτοφ περιγράφει δεξιοτεχνικά τη σχέση εξάρτησης του επιρρεπούς Λιόβα από τον δυναμικό φίλο του που τον φθονεί λόγω της αριστοκρατικής καταγωγής του – “είμαστε ίσοι, αλλ΄εσύ είσαι πρίγκιπας”, λέει ο Μιτισάτιεφ. Η επιθυμία του Λιόβα είναι να ανεξαρτητοποιηθεί από αυτόν, αλλά και τις προθέσεις του συγγραφέα, οι σκέψεις του οποίου θα δώσουν μια άλλη διάσταση στο μυθιστόρημα. Προς το τέλος και μετά από πολύ ποτό και συζητήσεις, όπως αν η Νατάλια Νικολάγιεβνα Γκοντσαρόβα αγαπούσε ή όχι τον Πούσκιν, θα δοθεί μια μάχη υπάρξεων.

Η λογομαχία των δύο φίλων, “ανάμεσα στα λείψανα των ρωσικών γραμμάτων” εντός του Οίκου Πούσκιν, όπου ο Λιόβα έχει βάρδια, ημέρα επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης, καταλήγει σε μια μεθυσμένη μονομαχία, με μουσειακά όπλα, σαν να αντηχεί την πλοκή της κλασικής ρωσικής λογοτεχνίας. Αλλά σ΄αυτήν οι ήρωες πεθαίνουν αληθινά, ενώ στον Μπίτοφ ο θάνατος είναι ένα δομικό στοιχείο της αφήγησης, χωρίς οντολογική υπόσταση. Μετά τη μονομαχία, ο χαρακτήρας Λιόβα πεθαίνει, ενώ ο άνθρωπος Λιόβα ζωντανεύει. Ο συγγραφέας τον αφήνει “ελεύθερο ν΄αναμειχθεί με το λαό, να δει πώς ζει ο κόσμος” και να συνεχίσει το ταξίδι που ξεκίνησε από τη λογοτεχνική μυθοπλασία στη πραγματική ζωή.

Πρόκειται για μια αντιπαράθεση με τους Ρώσους κλασικούς; Η ρωσική λογοτεχνία είναι παρούσα σε ολόκληρο το μυθιστόρημα, από τις αναλογίες της πλοκής μέχρι τις γεμάτες αναφορές σελίδες. Ο Μπίτοφ λέει ευθέως: “Στην εξιστόρηση αυτή, που γίνεται άλλωστε κάτω από τη στέγη του Οίκου Πούσκιν, δείχνουμε μια προτίμηση σε καθιερωμένες, παραδοσιακές αρχές της λογοτεχνικής γραφής (…) τις χρησιμοποιούμε πρόθυμα, και μάλιστα αντλούμε μια ευχαρίστηση από τούτους τους εσωτερικούς καταναγκασμούς”. Κι όμως φαίνεται να στρέφεται ενάντια στο κλασικό παράδειγμα, αφού στο δικό του μυθιστόρημα σκοτώνει τον κεντρικό χαρακτήρα και του δίνει την πνοή πραγματικού ανθρώπου, κάνοντας μια διάκριση μεταξύ λογοτεχνίας και ζωής. Άλλωστε, μας προετοιμάζει σχετικά: “Εδώ θα αποτυπώσουμε την ανυπαρξία του σύγχρονου ήρωα, θα μιλήσουμε γι΄ αυτό τον ασύλληπτο αιθέρα, που, στις μέρες μας, είναι κάτι ανάλογο με το μυστήριο της ύλης”.

Επιεικής απέναντι στον αφελή ήρωά του, ο συγγραφέας σκιαγραφεί ένα ζωντανό ψυχολογικό πορτρέτο. Κυρίως, όμως, ο Αντρέι Μπίτοφ, απαλλαγμένος από την αλαζονεία απέναντι στην κλασική λογοτεχνική παράδοση, όχι μόνο δεν την απορρίπτει αλλά αναπτύσσεται οργανικά με αυτήν, φέρνοντας “στην  επιφάνεια πτυχές της ανθρώπινης φύσης, πράγμα που είναι και η πεμπτουσία της λογοτεχνίας”, όπως γράφει. Για αυτό το βαθυστόχαστο και ευφυές μυθιστόρημά του, εκτός από “ψυχολογικό”, χαρακτηρίστηκε και “φιλολογικό”, καθώς οι ήρωες συζητούν διαρκώς για τη λογοτεχνία και το μέλλον της.

“Για την ώρα είμαστε στην (Αγία) Πετρούπολη. Σε λίγο θα μεταφερθούμε στο Λένινγκραντ…”. Είτε ως Πετρούπολη, κυρίως, είτε ως Λένινγκραντ, η πόλη με τη χρυσή, επιβλητική της μεγαλοπρέπεια και τη μυστικιστική χροιά του “Χάλκινου καβαλάρη”, έχει επίσης πρωταγωνιστικό ρόλο στο μακροσκελές μυθιστόρημα, το οποίο απαιτεί χρόνο και προσήλωση. Στη βαθύτερη κατανόησή του βοηθούν οι διαφωτιστικές Σημειώσεις και το εμπεριστατωμένο Επίμετρο της μεταφράστριας Βιργινίας Γαλανοπούλου, η δουλειά της οποίας αναμφισβήτητα αποτελεί άθλο.

 

Andrei Bitov, Οίκος Πούσκιν, μτφρ. Βιργινία Γαλανοπούλου,εκδ. Gutenberg

 

 

Προηγούμενο άρθροΌταν η γραφή στάζει… αίμα (του Νεκτάριου Μουρδικούδη)
Επόμενο άρθροΗ Ζιζή Μακρή στο Λόφος Art Projekt (έως 31 Μαΐου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ