Τρίτη, 28 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ντίνου Φλαμάντ και Πάμπλο Νερούδα: δυο μεταφράσεις – δυο εξορίες (της...

Ντίνου Φλαμάντ και Πάμπλο Νερούδα: δυο μεταφράσεις – δυο εξορίες (της Έφης Κατσουρού)

0
18

 

της Έφης Κατσουρού

 

Η μετάφραση της ποίησης αποτελεί ένα ξεχωριστό κομμάτι του μεταφρασμένου λόγου. O μεταφραστής έρχεται αντιμέτωπος με την αποκλίνουσα γλώσσα του ποιήματος, τον εσωτερικό κόσμο του ποιητή αλλά και την ιστορική και κοινωνική συνείδηση της ίδιας της γλώσσας του πρωτότυπου κειμένου. Με άλλα λόγια έχει να μεταποιήσει το ατομικό και το συλλογικό αίσθημα από τη μία γλώσσα στην άλλη, να μεταγγίσει το αίμα του ενός λαού στον άλλο με τρόπο συμβατό, και για αυτό το θέμα έχουν γραφεί αράδες επί αράδων, έχουν συμφωνήσει και έχουν διχογνωμήσει ποιητές και θεωρητικοί ανά τις δεκαετίες της σύγχρονης γραμματολογίας, χωρίς να μπορεί να βρεθεί ένας και μόνο συγκεκριμένος κανόνας προσέγγισης. Όλοι συμφωνούμε ωστόσο ότι κάθε ποίημα, παρμένο από τον φυσικό του χώρο και φερμένο σε ένα νέο γλωσσικό τοπίο, οφείλει να ισορροπεί ανάμεσα στην πιστότητα και την πειστικότητα του λόγου τέρποντας τον νέο αναγνώστη.

Δύο ξεχωριστές περιπτώσεις, που λειτουργούν υποδειγματικά η κάθε μία εντός του δικού της πλαισίου, παρουσιάζουν οι πρόσφατες μεταφράσεις στα ελληνικά, του Ρουμάνου ποιητή Ντίνου Φλαμάντ, που συστήνεται στο ελληνικό κοινό με μία εκτενή ανθολόγηση του έργου του από τον Δημήτρη Κανελόπουλο και της συλλογής Στίχοι του Καπετάνιου του Πάμπλο Νερούδα, του πολυμεταφρασμένου και πολυδιαβασμένου στη χώρα μας Χιλιανού ποιητή, σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή.

 

Dinu Flamand, Η βροχή στη μνήμη του σύννεφου, Ποιήματα 1971-2026, ανθολ.-μτφρ: Δημήτρης Κανελόπουλος, εισ.: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Οροπέδιο, 2026

Ο Ντίνου Φλαμάντ, γεννημένος στη βόρεια Τρανσυλβάνια της Ρουμανίας, αποτελεί μία ιδιαίτερα σημαντική μορφή των γραμμάτων της χώρας του. Αντιδογματικός, με έντονα κοινωνική δράση και πολιτικό λόγο, πέρα από σπουδαίος ποιητής υπήρξε για τη Ρουμανία διαχρονικά πνευματικός ταγός. Αντιτάχθηκε στο τυραννικό καθεστώς Τσαουσέσκου με δημοσιεύσεις του στον γαλλικό τύπο (Μάρτιος 1989) και ζητώντας πολιτικό άσυλο από την Γαλλία κατέφυγε στο Παρίσι. Στη Ρουμανία επέστρεψε μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος και συνέχισε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο χώρο των γραμμάτων και του πολιτισμού από ποικίλες θέσεις. Στην πόιησή του, της οποίας ανθολογούνται στην παρούσα έκδοση ποιήματα από όλη την πορεία του, προβάλει η ύπαρξη ως ένα εκκρεμές που μετεωρίζεται ανάμεσα στον εαυτό και την κοινωνία, το παρόν και την ιστορία, την οργιώδη ανάγκη έκφρασης και την επίκτητη συναισθηματική αγκύλωση και διαρκώς ματαιώνεται για να επαληθευθεί στις στιγμιαίες εκλάμψεις του έρωτα:

«Πάρε με απ’ το χέρι / κρύψε με στην αναπνοή σου / ξέχασέ με ανάμεσα στα πράγματα  που αναβάλεις κα διαρκούν / μέσα σου ως αιωρούμενη μια ερωτική υπνηλία / θα μιλήσουμε κάποτε / δέρμα με δέρμα / ανάμεσα στις λέξεις / κοίταξέ με /  στο χρόνο που μας απομένει / όχι και πολύ / ποιος ξέρει; / είναι ακόμα καλύτερα /  να μην προκαλέσουμε την ελπίδα που είναι μια λανθασμένη / προσέγγιση / […] / Κοίταξέ με /  για να ξαναβρώ τον εαυτό μου – ίσως- σε μια πτυχή της μνήμης / της εποχής που οι νύχτες έφερναν / μπροστά μας / φιλικές αβεβαιότητες / του φλύαρου καιρού / πάνω στον οποίο αιωρείται ένας σπασμένος φόβος / όπως το ψωμί που δεν δόθηκε ούτε παρελήφθη. […]» [από το ποίημα «Τανγκό στη σκέψη», Ετικέτες (2002)]

Ιδιαίτερα πλούσια διακειμενικά, η ποίηση του Φλαμάντ επιστρέφει, αναζητώντας τη ρίζα της, στις αρχετυπικές μορφές της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, γεγονός που γεννά μια απαρέγκλιτη οικειότητα για τον Έλληνα αναγνώστη. Η εικόνα του μετανάστη Οδυσσέα (που) φαντάζεται μιαν ακτή / και μια απίθανη πατρίδα όπου η ξινή μυρωδιά του δέρματός του / μπορεί να αποκολληθεί με την πρώτη βουτιά στο νερό που θα τον αγκαλιάσει / με τη γρήγορη πλύση της μοναξιάς [«Μετανάστης Οδυσσέας», Κήποι (2005)] αποτελεί το σύμβολο του κατατρεγμένου, του μετανάστη, του κάθε αποδιωγμένου από το χώρο και το χρόνο της οικείωσης, έναν έτερο εαυτό για τον ποιητή που για χρόνια έζησε ως εξόριστος στην ίδια του την πατρίδα και έπειτα κατέφυγε ως πολιτικός πρόσφυγας στο Παρίσι τόπο εξορίας για τους εξόριστους εις τον κύβο […] (το) παραμορφωμένο από τη μοναξιά / αρχή της μετατροπής του Σύμπαντος σε κλοσάρ, / τερματικό σταθμό ξενοδοχείου και έσχατη μήτρα του [«Η πόλη των μετοίκων ποιητών», Ζωή υπό δοκιμή (1998)].

Ο Φλαμαντ δεν απολαμβάνει τη συνθήκη αυτή μοιάζει διαρκώς να παλεύει για την ανάκτηση, της πατρίδας, της ελευθερίας, της ομορφιάς. Το ωραίο, ως συνθήκη ισορροπίας της φύσης, προβάλλει στην εικονοποιία του με βιαιότητα, καθώς υπάρχει πριν και μετά την ύπαρξη, έξω από αυτή. Ο άνθρωπος δεν έχει επίδραση πάνω στην ομορφιά, μπορεί μόνο να μετέχει ή όχι σε αυτή και μέσα σε ένα αδιάτρητο σκοτάδι, σαν αυτό που καταδικάζεται η ανθρώπινη φύση όταν «φυλακίζεται», η ομορφιά γίνεται αιχμηρή για ότι την περιβάλλει. Μια οξεία και διαπεραστική ποιητική φωνή, που σιώπησε για μια δεκαπενταετία από το 1983 έως και το 1998, εξαναγκαζόμενη σίγουρα λόγω της «εκδοτικής καραντίνας» στην οποία καταδικάστηκε στην χώρα του αλλά ενδεχομένως και σε ένα βαθμό συνειδητά, όπως παρουσιάζεται εκτενώς στην εισαγωγή του βιβλίου από τον Βίκτωρα Ιβάνοβιτς, στην παρούσα έκδοση ανθολογείται υποδειγματικά. Το έργο του παραδίδεται εν περιλήψει με τρόπο τέτοιο που επιτυγχάνεται η ανασυγκρότηση του μύθου του στο τραύμα μιας αρραγούς ανεστιότητας που αέναα τον δυναστεύει, άλλοτε ως παρουσία και άλλοτε ως μνήμη.

 

Pablo Neruda, Οι στίχοι του Καπετάνιου, μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής, Gutenberg, 2025

           Οι στίχοι του Καπετάνιου (1952), που ολοκληρώνουν την «ερωτική τριλογία» του Νερούδα [Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα τραγούδι χωρίς καμιάν ελπίδα (1924) και Εκατό ερωτικά ποιήματα (1959)], δεν αποτελούν απλά ένα ποιητικό κείμενο αλλά μια βαθιά ερωτική πράξη, ένα λόγο άμεσο και διαπεραστικό που σε κάθε του στίχο μοιάζει να εκθειάζει τόσο το αντικείμενο του πόθου, το υπέροχο Εσύ που διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή ως ρυθμός και αναλογία του ίδιου του Εγώ, όσο και αυτόν καθεαυτό τον έρωτα ως συνθήκη αναδιατύπωσης του κόσμου. Η δυναμική της γραφής του Νερούδα, η απλότητα και η καθαρότητα της γλώσσας του, απομακρύνει κάθε υπόνοια μελλοδραματισμού. Το πάθος, η ερωτική έλξη, η αιωνιότητα ως όρκος διανύουν την φύση απ’ άκρη σ’ άκρη της, την καταλύουν και την ανασυγκροτούν στον κόσμο του ποιητή ανάγοντας τον έρωτα από ατομικό συναίσθημα σε κοινωνική θέση και πολιτική πράξη. «Όμορφη, / τη μέση σου /  την κάνει ποτάμι το μπράτσο μου / που κυλάει χίλια χρόνια πάνω στο γλυκό σου κορμί, / ομορφιά μου. // Όμορφη, /  τίποτα σαν τους δικούς σου γοφούς δεν υπάρχει, / και ίσως η γη να κρατάει / σε κάποιο μέρος απόκρυφο / του κορμιού σου την καμπύλη και το άρωμα, / ίσως λέω σε κάποιον της τόπο, / ομορφιά μου. // […] πάντοτε, / όταν είσαι κοντά ή μακριά, / πάντοτε, πάντοτε, / είσαι δική μου εσύ, ομορφιά μου, / πάντοτε, πάντοτε, πάντοτε.», γράφει στο ποίημα «Όμορφη». Και είναι σαφές ότι σε πλήρη αντίθεση με τον Φλαμάντ, που είδαμε παραπάνω, η ομορφιά του Νερούδα, κάθε άλλο παρά από βιαιότητα διακατέχεται. Η ομορφιά εδώ είναι παρηγορητική, περιθάλπει την ύπαρξη γιατί δεν είναι έξω από αυτή αλλά μέσα της, έχει σχήμα και μορφή που ονοματίζεται· συγκεκριμένη και κατοικήσιμη στο αγαπημένο σώμα. Στην χειροπιαστή και προσπελάσιμη καμπύλη που γίνεται τόπος. Τα βλέπεις τούτα δω τα χέρια; Έχουνε μετρήσει / τη γης, έχουν ξεχώσει, ξεχωρίσει έχουν / τα ορυκτά, τα δημητριακά της, / τον πόλεμο έχουνε ζυμώσει και την ειρήνη, / τις αποστάσεις έχουν καταργήσει / των ποταμιών και των θαλάσσιων δρόμων, / […] / Για μένα εσύ ‘σαι ο θησαυρός ο αμύθητος, / ο από τη θάλασσα και τα κοράλλια της όλα πλουσιότερος, / έτσι όπως είσαι άσπρη και γαλάζια και απέραντη / σαν τη γη στου θέρου ακριβώς την ώρα. / Στη χώρα αυτή, / από τα πόδια ίσαμε το μέτωπό σου, / θέλω να πηγαίνω, όλο να πηγαίνω, / εκεί θέλω πάντα, μα πάντα να πηγαίνω, / μέχρι στο τέλος η ζωή μου πια… να στερέψει. ,γράφει στο ποίημα «Η απέραντη» ενώ στο «4. [Όταν έφτασα εδώ ακινητοποιήθηκα]», ξεκινά: Όταν έφτασα εδώ, το χέρι μου ακινητοποιήθηκε. /  Κάποιος ρωτάει: – Πες μου γιατί τα λόγια σου, / όπως και τα κύματα στο γιαλό, / πάνε κι έρχονται χωρίς σταματημό στο κορμί της; / Εκείνη είναι η μόνη μορφή που αγαπάς; / Κι εγώ απαντάω: δεν κουράζονται τα χέρια μου / να ‘ ναι πάνω της, δεν ξαποσταίνουν τα φιλιά μου – / γιατί λοιπόν ν’  αποτραβήξω τα λόγια / που επαναλαμβάνουν το χνάρι της αγαπημένης αφής της, / […] / Ω αγαπημένη, το κορμί σου σηκώνεται / σαν αμιγής γραμμή αγγείου / από τη γη που με γνωρίζει, / και όταν σε ανταμώσανε οι αισθήσεις μου, / εσύ παλλόσουν σάμπως να ‘πέφταν / από μέσα σου η βροχή και οι σπόροι! / […] /  κοιμήσου στ’ όνομά μου όπως εκοιμήθηκες / επάνω στην καρδιά μου, κι έτσι αύριο / θα φυλάξει το κενό της μορφής σου τα λόγια μου / και όποιος τ’ ακούσει κάποια μέρα θα δεχθεί μια ριπή /  από κριθάρι και παπαρούνες: / και επάνω στη γη θ’ ανασαίνει ακόμα / του έρωτα το σώμα!

Και ακριβώς αυτή η μετατόπιση, η πύκνωση του κόσμου σε ένα μόνο κορμί, σε ένα μόνο πρόσωπο, η τοπιακή αντίληψη του έρωτα, είναι που καταργεί ή έστω εξαγνίζει την ανεστιότητα του Νερούδα. Τα ποιήματα που περιέχουν οι Στίχοι του Καπετάνιου, όπως αναφέρει ό ίδιος ο ποιητής σε απόσπασμα των απομνημονευμάτων του, που παρατίθεται στην εισαγωγή του βιβλίου, γράφτηκαν εδώ κι εκεί, όσο κράτησε η εξορία του στην Ευρώπη. Δημοσιεύτηκαν ανωνύμως στη Νάπολη το 1952. Ο έρωτας του για τη Ματίλδε, η νοσταλγία του για τη Χιλή, τα ανθρώπινα βάσανα, στα οποία συνέπασχε, γεμίζουν τις σελίδες του εν λόγω βιβλίου. Δύο κατοικήσεις της εξορίας εκ διαμέτρου αντίθετες, αυτή του Νερούδα, οργασμική και ακτινοβολούσα ενώ εκείνη του Φλαμάντ, σκοτεινή και σιωπούσα – δύο εξορίες που ακουμπούν και οι δύο στον κομμουνισμό η μεν πρώτη, έχοντας την τύχη να βρίσκεται από την πλευρά του ονείρου, να συντάσσεται με όλους όσοι, κάποτε, πίστεψαν στο ακατόρθωτο, η δε δεύτερη να αντιμάχεται την παραμόρφωσή του. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά για την κατανόηση του τρόπου διαχείρισης και ενσωμάτωσης στον ποιητικό χωροχρόνο μίας πανομοιότυπης συνθήκης, ο Νερούδα έχει ξεριζωθεί από τον πραγματικό χώρο αλλά του ανήκει ο χώρος του ονείρου, σε αντίθεση με τον Φλαμάντ, ο οποίος έχει χάσει και αυτή την τελευταία πατρίδα του ποιητή, το όραμα, και πλανάται στη γη σαν άγγελος έκπτωτος από τον χειροποίητο παράδεισο των ποιητών και των ονειροπόλων.

 

Προηγούμενο άρθροΤο πάρκο όπου η μνήμη περπατά, στοχάζεται και θυμάται    (του Δημήτρη Γουλή)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ