Δευτέρα, 20 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ Τα αυτοτελή λογοτεχνικά έργα στα σχολεία και ο κίνδυνος υπονόμευσής τους (γράφει...

Τα αυτοτελή λογοτεχνικά έργα στα σχολεία και ο κίνδυνος υπονόμευσής τους (γράφει ο Χρήστος Δανιήλ)

0
103
Screenshot

γράφει ο Χρήστος Δανιήλ

Το τελευταίο χρονικό διάστημα (Άνοιξη 2026) στα δημόσια σχολεία της χώρας, όλων των βαθμίδων, από το νηπιαγωγείο έως το λύκειο, ξεκίνησε να διανέμεται στους μαθητές από ένα βιβλίο το οποίο εμπεριέχει αυτοτελές λογοτεχνικό έργο στην προοπτική αυτό να αναγνωστεί και να μελετηθεί εντός της σχολικής τάξης[1]. Σε μία χώρα όπου τα ποσοστά φιλαναγνωσίας εξακολουθούν να παραμένουν χαμηλά (ενδεικτικά, το 35% των κατοίκων της είναι μη αναγνώστες, δηλαδή δεν διαβάζει κανένα βιβλίο, και το 19% διαβάζει μόλις 1 ή 2 βιβλία το χρόνο), σε μια χώρα όπου το 47% των νοικοκυριών διαθέτει χαμηλό πλήθος βιβλίων (0-60)[2], το γεγονός πως το Υπουργείο Παιδείας Θρησκευμάτων και Αθλητισμού προχώρησε σε αυτήν την επιλογή θα έπρεπε να έχει, καταρχήν, θετικό πρόσημο.

Από το 1884, όταν με εισήγηση του Ν. Γ. Πολίτη εισήχθη η ανάγνωση και η διδασκαλία κειμένων νεοελληνικής λογοτεχνίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση η διδασκαλία αυτή βασίστηκε σε ανθολόγηση σύντομων ή και αποσπασματικών κειμένων[3] χωρίς την αξιοποίηση ολόκληρων λογοτεχνικών έργων. Η εισαγωγή και ολόκληρων έργων στο μάθημα της Λογοτεχνίας εμφανίζεται ως στόχος και επιθυμητή διδακτική πρακτική στα Προγράμματα Σπουδών (ΠΣ) του 1999 χωρίς όμως να αφήνει «χώρο για τέτοιες διδακτικές πρακτικές ούτε [να προτείνει] τρόπους υλοποίησης της διδασκαλίας της Λογοτεχνίας μέσα από́ την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων»[4]. Τα Προγράμματα Σπουδών του 2011 πρότειναν ένα νέο τρόπο διδασκαλίας της λογοτεχνίας στα σχολεία[5] εισάγοντας μια διευρυμένη αντίληψη για την πηγή προέλευσης των διδασκόμενων λογοτεχνικών έργων: κείμενα προερχόμενα από τα σχολικά εγχειρίδια αλλά και από ολόκληρα  λογοτεχνικά έργα καθώς και «κείμενα» από κόμικς, κινηματογραφικές ταινίες και τραγούδια. Στην πράξη, όμως, αυτά τα ΠΣ δεν εφαρμόστηκαν παρά μόνο πιλοτικά ή αποσπασματικά. Αποσπασματικό και περιφερειακό χαρακτήρα είχαν και οι όποιες απόπειρες εισαγωγής διδασκαλίας ολόκληρων λογοτεχνικών έργων που επιχείρησαν να εφαρμόσουν μεμονωμένες περιπτώσεις εκπαιδευτικών είτε στο πλαίσιο ομάδων φιλαναγνωσίας είτε ενταγμένες στο μάθημα της λογοτεχνίας. Με άλλα λόγια, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα μολονότι δεν απαγόρευε τη διδασκαλία αυτοτελών έργων και θεωρητικά την επιθυμούσε, δεν παρείχε το κατάλληλο πλαίσιο και τις κατάλληλες συνθήκες ώστε αυτή να πραγματοποιηθεί απρόσκοπτα και συστηματικά π.χ. έλλειμμα επιμόρφωσης εκπαιδευτικών, απουσία οργανωμένων σχολικών βιβλιοθηκών, κόστος αγοράς βιβλίων, πιεστικό πρόγραμμα και ανάγκη διδασκαλίας της ύλης κ.ά.

Με τα νέα Προγράμματα Σπουδών (2021), τα οποία όμως ακόμη, πέντε χρόνια μετά την έγκρισή τους, δεν έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται στα σχολεία, εισάγεται δυναμικά και οργανωμένα η διδασκαλία αυτοτελούς εκτενούς λογοτεχνικού έργου[6]. Η πρόταση αυτή αποτελεί τη μία από τις δύο βασικές καινοτομίες των νέων προγραμμάτων· η άλλη είναι η εισαγωγή της δημιουργικής γραφής.  Με τον όρο αυτοτελές εκτενές λογοτεχνικό έργο οι συντάκτες των προγραμμάτων διευκρινίζουν πως εννοούν τα μυθιστορήματα, τα θεατρικά έργα, τις συλλογές διηγημάτων, τα εκτενή διηγήματα, τα γκράφικ νόβελ και τις ποιητικές συλλογές[7]. Μάλιστα, στον Οδηγό Εκπαιδευτικού, που συνοδεύει την παρουσίαση των ΠΣ για το Λύκειο παρατίθεται «ενδεικτικός κατάλογος αυτοτελών λογοτεχνικών έργων για διδακτική προσέγγιση στις τάξεις Α’ και Β’ Λυκείου» συνοδευόμενος από τις εξής δύο διευκρινίσεις: α) πως ο ή η εκπαιδευτικός μπορεί σε συνεργασία με τους μαθητές και τις μαθήτριες να επιλέξει διαφορετικό έργο και β) πως ο κατάλογος των ενδεικτικών/προτεινόμενων αυτοτελών έργων θα ανανεώνεται κάθε τριετία[8]. Έτσι για το Λύκειο προτείνονται 10 τίτλοι ποιητικών συλλογών, 9 μυθιστορημάτων, 8 συλλογών διηγημάτων/αφηγημάτων/νουβελών και 5 θεατρικών έργων (σύνολο ενδεικτικών/προτεινόμενων αυτοτελών έργων 32). Για το Γυμνάσιο δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη/πρόταση καταλόγου ενδεικτικών έργων· εικάζεται επομένως πως κάθε εκπαιδευτικός, σε συνεργασία με το συγκεκριμένο μαθητικό κοινό του τμήματός του, επιλέγει, ακόμη πιο ελεύθερα, το αυτοτελές εκτενές λογοτεχνικό έργο που θα διδάξει. Άλλωστε το ζήτημα της καταλληλότητας του έργου και τα κριτήρια επιλογής του είναι εξόχως σημαντικό. Σύμφωνα με τον Τριαντάφυλλο Κωτόπουλο, επόπτη εκπόνησης του ΠΣ για το Λύκειο,

«Βαρύνουσας σημασίας προϋπόθεση είναι η κατανόηση πως η όποια λογοτεχνική́ επιλογή́, δεν μπορεί́ να είναι απόδειξη της αυθεντίας των εκπαιδευτικών, επιβεβαίωση αναγνωστικών εμπειριών των διδασκόντων ή αναπαραγωγή́ του παιδαγωγικού́ ιδεώδους τους. Αφετηρία των επιλογών δεν μπορούν να είναι κοινοτοπίες για την εφηβεία ή παρωχημένες ανακλήσεις εφηβικών βιωμάτων των διδασκόντων, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι όλοι οι έφηβοι δεν ομοιάζουν ούτε μεταξύ́ τους ούτε κατά́ την πάροδο των δεκαετιών (Nodelman, 1992, σ. 72-74). Σε καμιά πάντως περίπτωση δεν θα πρέπει οι μαθητές/-τριες να προσλαμβάνουν τη λογοτεχνική́ αυτή́ ανάγνωση ως εξαναγκασμένη απασχόληση παρωχημένων θεματικών κειμένων μακριά́ από́ τον δικό́ τους περιστασιακό́ κύκλο και άρα με καχυποψία, απαξίωση ή ακόμη και εχθρική́ αντιμετώπιση»[9].

Κι ενώ τα νέα ΠΣ δεν εφαρμόστηκαν ακόμη στα σχολεία, καθώς η εφαρμογή τους μετατίθεται διαρκώς από χρόνο σε χρόνο[10], το Υπουργείο Παιδείας, διά του ΙΕΠ, διένειμε πρόσφατα στα σχολεία βιβλία με αυτοτελή/εκτενή λογοτεχνικά έργα[11]. Συγκεκριμένα, απέστειλε ένα συγκεκριμένο βιβλίο για κάθε τάξη του Δημοτικού και δύο τίτλους βιβλίων για κάθε τάξη της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης προκειμένου να επιλεγεί ο ένας από τους δύο. Η πρωτοβουλία αυτή, υπό τον τίτλο «Φιλαναγνωσία» παρουσιάστηκε ως ανεξάρτητη πρωτοβουλία του ΙΕΠ με στόχο την

«ενίσχυση της φιλαναγνωσίας και [τ]η[ν] ανάπτυξη της ψυχαγωγικής ανάγνωσης, ώστε οι μαθητές/τριες να απολαμβάνουν τη λογοτεχνία ως αυτόνομη εμπειρία, να επενδύουν στην ελεύθερη εξερεύνηση διαφορετικών κειμένων και να καλλιεργούν την αγάπη τους για το διάβασμα πέρα από ζητήματα που σχετίζονται με τις πιθανές θεματικές συνδέσεις, τα υπάρχοντα ανθολόγια κειμένων ή με μια εξετασιοκεντρική θέασή της. Άλλωστε, κριτήριο για την επιλογή των προσωπικών μας αναγνωσμάτων είναι κυρίως το ενδιαφέρον και η απόλαυση που προσφέρουν τα κείμενα»[12].

Μάλιστα, το ΙΕΠ στις κατευθύνσεις που απέστειλε στους εκπαιδευτικούς για την ανάγνωση αυτοτελών λογοτεχνικών βιβλίων [σσ: το ΙΕΠ αναφέρεται σε ανάγνωση κι όχι σε διδασκαλία] τονίζεται η έννοια της ψυχαγωγικής ανάγνωσης με σκοπό την απόλαυση εντός και εκτός σχολείου.

Το ΙΕΠ δηλώνει πως η πρωτοβουλία του αυτή είναι συμβατή κι έρχεται να καλύψει ένα πρακτικό έλλειμμα τόσο των υπαρχόντων όσο και των νέων ΠΣ, αυτό της διάθεσης και τις εύρεσης των λογοτεχνικών βιβλίων:

«Παρόλο που η ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων προβλεπόταν και στα υπάρχοντα και στα Νέα Προγράμματα Σπουδών, η απουσία διάθεσης λογοτεχνικών βιβλίων στους μαθητές και τις μαθήτριες περιόριζε την ενσωμάτωση της λογοτεχνίας στη διδακτική πράξη»[13].

Τα κριτήρια με τα οποία επέλεξε το ΙΕΠ τον κατάλογο των βιβλίων που αποφάσισε να διανείμει στους μαθητές είναι «παιδαγωγικά, θεματικά, ειδολογικά κ.ά.»[14], χωρίς όμως να επεξηγούνται περισσότερο. Τα ίδια βιβλία είναι διαθέσιμα και σε μορφή pdf στην ιστοσελίδα του ΙΕΠ, καθώς και σε μορφή audio book μέσω εφαρμογής για κινητά τηλέφωνα και tablet[15].

Τα βιβλία που επιλέχθηκαν είναι τα εξής:

Μύθοι Αισώπου,

Παραμύθια – Επιλογή (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν),

Παραμύθια – Επιλογή (Αδερφοί Γκριμ) για την προσχολική βαθμίδα,

Ελληνική Μυθολογία για την Α’ τάξη του Δημοτικού σχολείου,

Ο μικρός πρίγκιπας (Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί) για τη Β’ Τάξη,

Παραμύθι χωρίς όνομα (Πηνελόπη Δέλτα) για τη Γ’,

Μέγας Αλέξανδρος (Νίκος Καζαντζάκης) για τη Δ’,

Μαύρη Καλλονή (Άννα Σιούελ) για την Ε’ και

Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες (Ιούλιος Βερν) για την Στ’.

Για το Γυμνάσιο επιλέχθηκαν:

Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς (Άρθουρ Κόναν Ντόιλ) και Τα λόγια της πλώρης (Ανδρέας Καρκαβίτσας) για την Α’ Τάξη,

Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ (Άννα Φρανκ) και Ο θάνατος του παλικαριού (Κωστής Παλαμάς) για τη Β’,

και Ο Βάνκας και άλλα διηγήματα (Άντον Τσέχωφ) και Ζητείται Ελπίς (Αντώνης Σαμαράκης) για τη Γ’.

Τέλος, στο Λύκειο διανεμήθηκαν τα βιβλία: Τα ρόδινα ακρογιάλια (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) και Περηφάνια και προκατάληψη (Τζέιν Ώστιν) στην Α’,

Ιούλιος Καίσαρας (Ουίλιαμ Σαίξπιρ) και Η τιμή και το χρήμα (Κωνσταντίνος Θεοτόκης) στη Β’, και

Το αμάρτημα της μητρός μου (Γεώργιος Βιζυηνός) και 1984 (Τζωρτζ Όργουελ) στη Γ’.

Πρόκειται συνολικά για 22 τίτλους βιβλίων, εντασσόμενων με τον έναν ή άλλο τρόπο στο πλαίσιο του λογοτεχνικού κανόνα, οι περισσότεροι από τους οποίους αφορούν το λογοτεχνικό είδος του σύντομου σε έκταση διηγήματος/αφηγήματος ή παραμυθιού καθώς είτε αφορούν συλλογές διηγημάτων/αφηγημάτων/παραμυθιών (8) είτε εκτενέστερα διηγήματα (3). Προσφέρθηκαν ακόμη οκτώ (8) μυθιστορήματα, μία (1)  νουβέλα και ένα θεατρικό έργο. Στα βιβλία που επέλεξε το ΙΕΠ δεν υπάρχει καμία ποιητική συλλογή και κανένα γκράφικ νόβελ, λογοτεχνικά είδη που οι συντάκτες των νέων ΠΣ συμπεριλαμβάνουν στην έννοια του εκτενούς αφηγηματικού λογοτεχνικού έργου. Από τα 32 ενδεικτικά/προτεινόμενα αυτοτελή έργα για την Α’ και Β’ τάξη Λυκείου δεν επιλέχθηκε κανένα. Δεν επιλέχθηκε, επίσης, κανένα έργο προερχόμενο από την ακμάζουσα στις μέρες μας εφηβική λογοτεχνία[16]. Με εξαίρεση τα Λόγια της πλώρης του Καρκαβίτσα και το Ζητείται ελπίς του Σαμαράκη, που είναι αυτόνομες συλλογές διηγημάτων που συγκροτήθηκαν ως τέτοιες από τους ίδιους τους συγγραφείς τους, οι υπόλοιπες συλλογές είναι επιλογές διηγημάτων/παραμυθιών, δηλαδή ανθολογίες.

Από τα 22 βιβλία κανένα δεν γράφτηκε τον τρέχοντα αιώνα και μόλις τα 8 γράφτηκαν ή κυκλοφόρησαν τον περασμένο αιώνα. Μάλιστα τα 7 από τα 8 βιβλία του 20ού αιώνα γράφτηκαν στο πρώτο του μισό. Έτσι, το πιο σύγχρονο βιβλίο που επιλέχθηκε να διανεμηθεί είναι η συλλογή διηγημάτων του Αντώνη Σαμαράκη Ζητείται Ελπίς, δημοσιευμένη το 1954, δηλαδή πριν από 72 χρόνια, έργο στο οποίο

«διακρίνουμε το λιτό ύφος και τη γοργή αφήγηση, το συνδυασμό κοινωνικού προβληματισμού και ψυχολογικής παρατήρησης μέσα σε μια ατμόσφαιρα ιδεολογικής κρίσης και υπαρξιακού άγχους, που χαρακτηρίζει τη μεταπολεμική εποχή»[17].

Τα υπόλοιπα 13 βιβλία γράφτηκαν και κυκλοφόρησαν τον πρόπερασμένο αιώνα ή ακόμη παλαιότερα.

Η λογοτεχνική ή/και η παιδαγωγική αξία αρκετών από τα επιλεχθέντα αυτοτελή λογοτεχνικά έργα είναι αδιαμφισβήτητη. Τα συγκεκριμένα όμως επιλέχθηκαν στο πλαίσιο μιας πρωτοβουλίας του Υπουργείου για την ενίσχυση της φιλαναγνωσίας. Ο όλος σχεδιασμός και η υλοποίηση του προγράμματος προκαλούν σημαντικές επιφυλάξεις για την επίτευξη των στόχων του. Εστιάζω σε δύο βασικές παραμέτρους. Η πρώτη αφορά τον τρόπο επιλογής των έργων, η δεύτερη τα ίδια τα κείμενα. Σε όλες τις προτάσεις εισαγωγής αυτοτελών λογοτεχνικών έργων που έχουν κατατεθεί ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη διαδικασία επιλογής των έργων: τούτη θα πρέπει να γίνεται συνεργατικά με τους μαθητές και τις μαθήτριες κάθε τμήματος ανάλογα με τα ενδιαφέροντά τους, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ηλικίας, του φύλου, του τόπου διαμονής, της κοινωνικής τους προέλευσης, των κοινωνικών και πολιτιστικών συνθηκών που οι ίδιοι βιώνουν.

«Στην αρχή́ του σχολικού́ έτους, ο/η εκπαιδευτικός μπορεί́ ζητήσει από τους/τις μαθητές/-τριες να φέρουν στην τάξη τα αγαπημένα τους λογοτεχνικά́ βιβλία και να τα παρουσιάσουν, προκειμένου να επιλέξουν από κοινού́ ένα από αυτά και με αυτόν τον τρόπο να κινητοποιήσουν τους/τις συμμαθητές/-τριές τους που δεν ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία»[18]

αναφέρεται χαρακτηριστικά στον Οδηγό Εκπαιδευτικού των νέων ΠΣ για το μάθημα της Λογοτεχνίας Λυκείου και λίγο παρακάτω:

«Η δημιουργία μιας διδακτικής ατμοσφαίρας που να ευνοεί́ τον διάλογο και την ανάληψη πρωτοβουλιών από τους/τις μαθητές/-τριες συμβάλλει στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος για το μάθημα»[19].

Το ΙΕΠ, με την πρωτοβουλία του αφαιρεί κάθε πρωτοβουλία στην επιλογή των βιβλίων και από τους μαθητές αλλά και από τους εκπαιδευτικούς καθώς προαποφασίζει και επιβάλει ένα συγκεκριμένο βιβλίο για όλες τις τάξεις της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και αφήνει μόνο ένα μικρό δικαίωμα επιλογής μεταξύ δύο συγκεκριμένων βιβλίων για τις τάξεις της Δευτεροβάθμιας[20]. Η απουσία δικαιώματος επιλογής αλλά η επιβολή προσέγγισης ενός μόνο συγκεκριμένου αυτοτελούς έργου για τα Δημοτικά Σχολεία ή, έστω, το δικαίωμα επιλογής μεταξύ δύο μόνο τίτλων για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενισχύει επίσης μια άλλη πιθανότητα, η οποία θα υπονομεύσει εκ θεμελίων την όλη πρωτοβουλία: την κυκλοφορία στο εμπόριο σχολικών βοηθημάτων για την προσέγγιση των συγκεκριμένων βιβλίων· άλλωστε, όπως είδαμε (υποσημείωση 6) τέτοια βοηθήματα έχουν ήδη κυκλοφορήσει προοριζόμενα για τους εκπαιδευτικούς.

Η δεύτερη επιφύλαξη αφορά στα ίδια τα κείμενα που έχουν επιλεγεί και την καταλληλότητά τους για το σημερινό μαθητικό κοινό. Καθώς ο 21ος αιώνας διέρχεται ήδη στο δεύτερο τέταρτό του, καθώς οι σημερινοί μαθητές, σε αντίθεση με τους περισσότερους εκπαιδευτικούς τους, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα στον νέο ψηφιακό κόσμο, καθώς πολλοί από αυτούς είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες συγκριτικά με μια μεγάλη μερίδα των εκπαιδευτικών, καθώς το 27% των Ελλήνων εφήβων δηλώνει πως χρησιμοποιεί καθημερινά την Τεχνική Νοημοσύνη, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο[21], είναι απορίας άξιο πώς επιλέχθηκαν βιβλία των οποίων το λογοτεχνικό τους σύμπαν αναφέρεται σε έναν κόσμο που δεν είχε ακόμη έρθει σε επαφή, όχι μόνο με τα κομπιούτερ, το διαδίκτυο και τα κινητά τηλέφωνα αλλά ούτε καν με την τηλεόραση· ειδικά όταν ο στόχος της πρωτοβουλίας είναι

«η ενίσχυση της φιλαναγνωσίας και η ανάπτυξη της ψυχαγωγικής ανάγνωσης, ώστε οι μαθητές/τριες να απολαμβάνουν τη λογοτεχνία ως αυτόνομη εμπειρία, να επενδύουν στην ελεύθερη εξερεύνηση διαφορετικών κειμένων και να καλλιεργούν την αγάπη τους για το διάβασμα»

και αναγνωρίζεται από το ίδιο το ΙΕΠ πως «κριτήριο για την επιλογή των προσωπικών μας αναγνωσμάτων είναι κυρίως το ενδιαφέρον και η απόλαυση που προσφέρουν τα κείμενα»[22]. Είναι απορίας άξιο πώς δεν βρέθηκε ούτε ένα βιβλίο στα 22 που επιλέχθηκαν που να αναφέρεται σε στην σύγχρονη πραγματικότητα που βιώνουν οι σημερινοί έφηβοι.

Η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα, μολονότι αυτή δεν δηλώνεται, είναι προφανές ότι σχετίζεται με το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων των έργων της σύγχρονης λογοτεχνίας. Πίσω, δηλαδή, από τη γενική και ασαφή διατύπωση του ΙΕΠ περί παιδαγωγικών, θεματικών, ειδολογικών και άλλων κριτηρίων με τα οποία συντάχθηκε ο κατάλογος των τίτλων των βιβλίων που στάλθηκαν στα σχολεία, θα πρέπει να διαβάσουμε πως τα όποια αυτά κριτήρια εφαρμόστηκαν σε μια πολύ πιο περιορισμένη σε επιλογές δεξαμενή κειμένων: αυτή των ελεύθερων από πνευματικά δικαιώματα των συγγραφέων τους. Εύλογα αναρωτιέται κανείς ποια είναι η λογική πίσω από αυτήν την επιλογή. Πρόκειται για κάποια στενόμυαλη και μίζερη λογική οικονομίας και διασφάλισης πόρων; Δεν αναγνωρίζεται άραγε η αξία του πνευματικού έργου ώστε αυτό να συνοδεύεται από πνευματικά δικαιώματα; Αδυνατώ να πιστέψω πως για τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία προβλέφθηκαν αμοιβές για κάθε είδους τεχνική ή άλλη εργασία (π.χ. αγορά χαρτιού, αμοιβή εκδότη, βιβλιοδέτη, διορθωτή, μεταφραστή, εικονογράφο) όχι όμως για τον συγγραφέα του βιβλίου[23].

Το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων είναι πολύ σημαντικό και η χώρα μας είναι αρκετά πίσω στο σεβασμό του σε σχέση με την ευρωπαϊκή και διεθνή πρακτική. Το Υπουργείο Παιδείας ακολουθεί μια εξόχως προβληματική πρακτική ως προς αυτό. Στις εγκυκλίους που αποστέλλει στα σχολεία για τις κάθε είδους εκδηλώσεις και αφιερώματα που προτείνει περιλαμβάνεται και η πρόταση για την προβολή σχετικών κινηματογραφικών ταινιών. Ποτέ όμως δεν διευκρινίζει από πού θα βρεθούν αυτές οι ταινίες ώστε να προβληθούν στις σχολικές αίθουσες. Η δημόσια προβολή ταινιών διέπεται από αυστηρή νομοθεσία ως προς τα πνευματικά δικαιώματα κάθε ταινίας[24]. Αποτελεί κοινό τόπο στα σχολεία της χώρας οι εκπαιδευτικοί να «κατεβάζουν» κάποια ταινία και να την προβάλουν στους διαδραστικούς πίνακες που έχουν διαμοιραστεί στις σχολικές αίθουσες. Αποτελεί κοινό τόπο στα σχολεία οι εκπαιδευτικοί να φωτοτυπούν σελίδες από βιβλία του εμπορίου ή ιστοσελίδες ώστε να τις διανείμουν στους μαθητές τους ως εκπαιδευτικό υλικό.

Η πρωτοβουλία του ΥΠΑΙΘΑ και του ΙΕΠ για τη διανομή βιβλίων με κάποιο αυτόνομο εκτενές λογοτεχνικό έργο σε όλους τους μαθητές των δημοσίων σχολείων της χώρας είναι εξόχως σημαντική και έρχεται να καλύψει ένα κενό και ένα διαρκές αίτημα της εκπαιδευτικής κοινότητας. Έρχεται όμως, όπως είδαμε, ως πρωτοβουλία ενός συγκεκριμένου Υπουργού, ο οποίος μάλιστα αποχώρησε από τη θέση του σύντομα, και χωρίς άμεση διασύνδεση με τα νέα ΠΣ για τη λογοτεχνία καθώς δεν λαμβάνει υπόψη της ούτε τα όσο εκεί αναφέρονται για τον τρόπο επιλογής των αυτοτελών λογοτεχνικών έργων ούτε και τον κατάλογο με τα προτεινόμενα/ενδεικτικά βιβλία. Έτσι, η υλοποίηση της πρωτοβουλίας φαντάζει σχετικώς προβληματική, κυρίως, λόγω ζητημάτων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των συγγραφέων, τα οποία το Υπουργείο (ή/και το ΙΕΠ) επιλέγει να παρακάμψει (άραγε για λόγους μόνο οικονομίας;) μέσω της επιλογής κειμένων ελεύθερων δικαιωμάτων λόγω παλαιότητας. Με τον τρόπο όμως αυτό κινδυνεύει να υπονομευτεί εξ αρχής μία πρωτοβουλία, που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο καινοτομίας και αναφοράς[25]. Ο τότε Υπουργός Παιδείας, που είχε τη σχετική πρωτοβουλία, δήλωσε πως η λίστα με τα συγκεκριμένα βιβλία αποτελεί ένα πρώτο βήμα καθώς η λίστα μέσα στις επόμενες χρονιές θα εμπλουτίζεται ενώ είχε θέσει ως στόχο πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς του 2024 «με την καθιέρωση του πολλαπλού βιβλίου, να υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις εναλλακτικές σε κάθε τάξη, από τις οποίες κάθε εκπαιδευτικός μαζί με τους μαθητές θα επιλέγουν τα δύο που επιθυμούν»[26]. Η πρόβλεψη αυτή, απουσιάζει από τη σχετική ιστοσελίδα του ΙΕΠ όπου παρουσιάζονται τα βιβλία. Θα περιμένουμε την υλοποίησή της με την ελπίδα η λίστα να εμπλουτιστεί τόσο ειδολογικά (ποιητικές συλλογές, γκράφικ νόβελ, εφηβική και παιδική λογοτεχνία) όσο και θεματικά/χρονικά (με την εισαγωγή έργων προερχόμενων από τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή) προκειμένου οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές να συναποφασίζουν ποιο ή ποια βιβλία είναι τα πλέον κατάλληλα για τη συγκεκριμένη τάξη, με ποιο ή με ποια βιβλία θα ασχοληθούν, θα διαβάσουν δηλαδή και θα συζητήσουν, κατά τη διάρκεια της χρονιάς.

***

 

[1] Στην ιστοσελίδα του ΙΕΠ δεν δίνεται κάποια διευκρίνιση για το τι θα ισχύει για τους μαθητές των ιδιωτικών σχολείων, για το εάν, δηλαδή, εφαρμοστεί το πρόγραμμα με τα συγκεκριμένα βιβλία και στα ιδιωτικά σχολεία ή όχι.

[2] Νίκος Παναγιωτόπουλος (επιστημονική διεύθυνση), Αναγνώσεις, αναγνώστες και αναγνώστριες, Το βιβλίο και το κοινό του στην Ελλάδα, Έρευνα του ΟΣΔΕΛ για την αναγνωστική συμπεριφορά, 2022, σελ. 13, 26.

[3] Λάμπρος Βαρελάς, «Εισαγωγή», Η νεοελληνική και μεταφρασμένη λογοτεχνία στην ελλαδική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, Συνοπτική ιστορική θεώρηση και αποδελτίωση των διδακτικών εγχειριδίων (1884-2001), Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 9-35

[4] Αλεξάνδρα Γερακίνη, «Η διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου στο Γυμνάσιο», Προγράμματα Σπουδών – Σχολικά Εγχειρίδια, Από το παρελθόν στο παρόν και το μέλλον, Πρακτικά Συνεδρίου, τόμος Α’, Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης του ΕΚΕΔΙΣΥ, Παιδαγωγική Εταιρεία Ελλάδος, Pierce-Αμερικάνικο Κολέγιο Ελλάδος, Αθήνα 2016, σελ. 315.

[5] Βασισμένο, εν πολλοίς, στην πρόταση που είχε καταθέσει η Ομάδα Έρευνας για τη Διδασκαλία της Λογοτεχνίας στο Β. Αποστολίδου – Β. Καπλάνη – Ε. Χοντολίδου [επιμέλεια], διαβάζοντας λογοτεχνία στο σχολείο,,, Μια νέα πρόταση διδασκαλίας, τυπωθήτω, Αθήνα 2000 και η οποία εισάγει την λογική της αναγνωστικής ανταπόκρισης και τη διάκριση της διδασκαλίας σε τρεις φάσεις: πριν την ανάγνωση, κατά την ανάγνωση, μετά την ανάγνωση..

[6] Ένα μεγάλο ζήτημα, βέβαια, (που όμως υπερβαίνει κατά πολύ τις στοχεύσεις του συγκεκριμένου άρθρου) είναι το κατά πόσο η κοινότητα των εκπαιδευτικών, δασκάλων και καθηγητών, είναι έτοιμη να διαχειριστεί στην τάξη αυτήν την καινοτομία. Ποια τα διδακτικά της εφόδια. Το κατά πόσο οι Φιλοσοφικές Σχολές και τα Παιδαγωγικά Τμήματα εστιάζουν στη διδακτική της λογοτεχνίας και ειδικά στη διδακτική των αυτοτελών λογοτεχνικών έργων. Για το θέμα αυτό έχουν ήδη εκπονηθεί ενδιαφέρουσες διπλωματικές εργασίες και έχουν δημοσιευθεί ενδιαφέροντα άρθρα ενώ στην αγορά κυκλοφορούν ήδη βιβλία που (αυτο)προτείνονται ως βοηθήματα για τους εκπαιδευτικούς.

[7] Πρόγραμμα Σπουδών Λογοτεχνίας στις Α’, Β’ και Γ’ τάξεις Γυμνασίου, ΙΕΠ, Αθήνα 22022, σελ. 7.

[8] Οδηγός Εκπαιδευτικού, Πρόγραμμα Σπουδών για το μάθημα της Λογοτεχνίας Λυκείου, ΙΕΠ, Αθήνα 22022, σελ. 23-24.

[9] Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, «Η συμβολή της Δημιουργικής Γραφής στη διδασκαλία εκτενών και αυτοτελών λογοτεχνικών κειμένων στη σχολική τάξη», ΕΡΚΥΝΑ, Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών-Επιστημονικών Θεμάτων, τεύχος 26, 2023, σελ. 7-18.

[10] Είναι ενδεικτικό πως το ΙΕΠ ήδη από το 2023 υλοποίησε επιμορφωτικό πρόγραμμα εκπαιδευτικών στα νέα ΠΣ και στο νέο εκπαιδευτικό υλικό Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην προοπτική έναρξης της εφαρμογής τους τη σχολική χρονιά 2023-2024. Τρία χρόνια αργότερα ούτε τα νέα ΠΣ έχουν εφαρμοστεί ούτε το εκπαιδευτικό υλικό έχει φτάσει στα σχολεία, ενώ η διανομή του υλικού αυτού ανακοινώθηκε ήδη πως μετατέθηκε για τον Σεπτέμβριο του 2027.

[11] Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται ως υλοποίηση της εξαγγελίας που είχε κάνει ο τότε Υπουργός Παιδείας Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Κυριάκος Πιερρακάκης από την αρχή ακόμη της ανάληψης της θητείας του στο Υπουργείο για την εισαγωγή λογοτεχνικών βιβλίων στα σχολεία. Μάλιστα σε συνεντεύξεις του ο Υπουργός εξηγούσε την επιλογή αυτή κάνοντας αναφορές στο πώς ο ίδιος ξεκίνησε την επαφή του με το διάβασμα:

«Εγώ ξεκίνησα με βιβλία όπως ο ‘Aρχοντας των Δαχτυλιδιών’, το ‘Dune’, το ‘Foundation’ και τα βιβλία του Ουμπέρτο Έκο. Έπαιξαν σημαντικό ρόλο για να αγαπήσω τότε τα βιβλία. Το πρώτο όμως που μου άρεσε πάρα πολύ και ξεκίνησε αυτή τη διαδρομή ήταν κάτι που είχε τη φιλοσοφία που σας είπα πριν. Ήταν ο ‘Χαμένος κόσμος’ του Μάικλ Κράιτον – το δεύτερο βιβλίο του ‘Jurassic Park’. Ήταν μόλις είχε βγει η ταινία, εγώ ήμουν πολύ μικρός και μου το έδωσε ένας καθηγητής μου λέγοντάς μου ότι θα το βρω πολύ ενδιαφέρον. Ένα από τα πράγματα που μου άλλαξαν τη ζωή ήταν το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος εκπαιδευτικός, ο οποίος μάλιστα σχετιζόταν με τις σχολικές βιβλιοθήκες, με έμαθε να αγαπώ το βιβλίο, δίνοντάς μου μυθιστορήματα ήδη από νεαρή ηλικία»https://www.kathimerini.gr/politics/563124607/kyriakos-pierrakakis-stin-k-o-serlok-cholms-sto-gymnasio-stoicheiodes/.

[12] Στην ιστοσελίδα του ΙΕΠ: https://www.iep.edu.gr/logotechniko-vivlio/.

[13] ‘ο.π.

[14] ΙΕΠ, «Πλαίσιο κατευθύνσεων και προτάσεων για την ανάγνωση αυτοτελών λογοτεχνικών βιβλίων στο Γυμνάσιο για το σχολικό́ έτος 2025-2026», σελ. 4.

[15] Η σχετική ιστοσελίδα (https://evivlio.gov.gr/) ήταν διαθέσιμη από την περασμένη Άνοιξη (Μάρτιος 2025). Σε κάποιες, μάλιστα περιοχές, Σχολικοί Σύμβουλοι πρότειναν τη διδασκαλία των λογοτεχνικών έργων στις τάξεις πριν ακόμη φτάσουν τα έντυπα βιβλία στα σχολεία: μέσω της προβολής των βιβλίων σε μορφή pdf στους διαδραστικούς πίνακες και μέσω της ακρόασής των audio book από τους μαθητές στο σπίτι.

[16] «Σε αυτό το σημείο αξίζει να τονιστεί η σημασία της ένταξης του εφηβικού μυθιστορήματος μέσα στον διδακτικό σχεδιασμό ενός αυτοτελούς λογοτεχνικού έργου. Οι μαθητές του Γυμνασίου αγαπούν τα αφηγηματικά κείμενα και ιδίως αυτά στα οποία πρωταγωνιστούν ήρωες εφηβικής ηλικίας, καθώς ασκούν πάνω τους μεγάλη επίδραση προσφέροντάς τους έναν αποτελεσματικό και ελκυστικό τρόπο να γνωρίσουν τη ζωή και να ενισχύσουν τον αυτοπροσδιορισμό τους. Η αξιοποίηση έργων εφηβικής λογοτεχνίας συνιστά έναν από τους αποτελεσματικότερους και αμεσότερους τρόπους προσέλκυσης των παιδιών στον κόσμο της λογοτεχνικής ανάγνωσης, καθώς τους ξανασυστήνει τη λογοτεχνία ως μια μορφή τέχνης που αφορά και τη δική τους ζωή, έξω από το αποστειρωμένο περιβάλλον του σχολείου (Κιοσσές 2018). Το εφηβικό – νεανικό μυθιστόρημα, ως το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα των μαθητών/τριών δεν μπορεί παρά να κατέχει πρωταγωνιστική θέση εντός των διδακτικών μας επιλογών, έναντι των άλλων λογοτεχνικών ειδών, ακόμη και αν οι διδάσκοντες, ως έμπειροι και επαρκείς αναγνώστες μπαίνουν κάποιες φορές στον πειρασμό να το αποκλείσουν ως άτεχνο ή αμφίβολης ποιότητας λογοτεχνικό είδος (Αποστολίδου κ.ά 2010; Spink 1990: 114-129)».

Μαρία Κελεπούρη, «Η ένταξη αυτοτελών λογοτεχνικών έργων στο Γυμνάσιο και οι προκλήσεις του διδακτικού εγχειρήματος», ΕΡΚΥΝΑ, σελ. 70.

Στο ίδιο άρθρο διατυπώνονται ενδιαφέροντες και χρήσιμοι προβληματισμοί για ορισμένες πτυχές των νέων ΠΣ για το μάθημα της λογοτεχνίας.

[17] Παναγιώτης Καγιαλής, Χριστίνα Ντουνιά, Θεοδώρα Μέντη, Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ’ Γυμνασίου, ΙΤΥΕ Διόφαντος, σελ. 235.

[18] Οδηγός Εκπαιδευτικού, Πρόγραμμα Σπουδών για το μάθημα της Λογοτεχνίας Λυκείου, ό.π., σελ. 113.

[19] Ό.π.

[20] Το 1917, έναν και πλέον αιώνα πριν, καταργήθηκε το ένα και μοναδικό εγχειρίδιο για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας αλλά δόθηκε να κυκλοφορούν περισσότερα από ένα η δυνατότητα στο σύλλογο διδασκόντων κάθε σχολείου να επιλέγει το καταλληλότερο για τους μαθητές του (Λάμπρος Βαρελάς, ό.π., σελ. 13). Με άλλα λόγια καθιερώθηκε το πολλαπλό βιβλίο όταν σήμερα παρουσιάζεται ως καινοτομία αλλά η εφαρμογή του μετατίθεται από χρόνο σε χρόνο.

[21] Σύμφωνα με στοιχεία έρευνας που πραγματοποίησε η Google σε συνεργασία με την ερευνητική ομάδα νέων της Livity για την πανευρωπαϊκή πρωτοβουλία “The Future Report”.

https://www.skai.gr/news/greece/ereyna-oi-efivoi-stin-ellada-dieyrynoun-tis-gnoseis-tous-me-ai-kai-youtube.

[22] Από την σχετική ιστοσελίδα του ΙΕΠ: https://www.iep.edu.gr/logotechniko-vivlio/.

Η γλώσσα ορισμένων κειμένων του 19ου αιώνα ή των αρχών του 20ου είναι μία άλλη παράμετρος που ενδεχομένως να δημιουργήσει προσκόμματα στους σημερινούς εφήβους όχι μόνο στην αναγνωστική απόλαυση που μπορεί να προέλθει από τα κείμενα αυτά αλλά στην ίδια την κατανόηση και την πρόσληψή τους.

[23] Ο Λάμπρος Βαρελάς (ό.π., σελ. 13) παραθέτει πληροφορίες για την αμοιβή που προβλεπόταν σε σύγχρονους λογοτέχνες για τη συμπερίληψη των κειμένων τους στα σχολικά βιβλία του μαθήματος της λογοτεχνίας σύμφωνα με τον Νόμο 2387/1920 «Περί πνευματικής ιδιοκτησίας».

[24] Η μόνη νόμιμη οδός δημόσιας προβολής είναι μέσω του o CINEDU, μιας πλατφόρμας ανοικτής πρόσβασης σχεδιασμένη για εκπαιδευτικούς, όχι από το Υπουργείο Παιδείας, αλλά από το ΕΚΚΟΜΕΔ η οποία παρέχει έναν κατάλογο συνολικά 97 ταινιών, μικρού και μεγάλου μήκους, για σχολική χρήση, κατηγοριοποιημένες σε ταινίες κατάλληλες για παιδιά Δημοτικού, παιδιά Γυμνασίου και παιδιά Λυκείου.

[25] Υπονομευτικά λειτουργούν επίσης και ορισμένες άλλες τεχνικοί παράμετροι στα βιβλία που διανεμήθηκαν: πρόχειρη βιβλιοδεσία με αποτέλεσμα να αφαιρούνται σελίδες από το σώμα των βιβλίων, τυπογραφικές αστοχίες και λάθη που διέλαθαν της προσοχής των διορθωτών.

[26] https://www.amna.gr/home/article/870595/To-stoichima-tou-upourgeiou-Paideias-gia-ti-filanagnosia.

Προηγούμενο άρθρο«Ηχώ Προσευχής» από τον πρωτοπόρο τζαζ τρομπονίστα και συνθέτη Grachan Moncur ΙΙΙ (του Γιάννη Μουγγολιά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ