Παρασκευή, 17 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΤΗΛΕΣ ΓΝΩΜΕΣ Λόγος και σιωπή  (γράφει η Λίλα Κονομάρα)

Λόγος και σιωπή  (γράφει η Λίλα Κονομάρα)

0
110

γράφει η Λίλα Κονομάρα    

Όταν ήμουν 12 χρονών, επέστρεφα ένα βράδυ στο σπίτι, μετά το μάθημα πιάνου. Στο λεωφορείο, σηκώθηκα και έδωσα τη θέση μου σε μια μεγάλη γυναίκα. Ένας μεσήλικας άρχισε να με συγχαίρει στριμώχνοντάς με περίεργα. Όταν κατέβηκα, με ακολούθησε. Δεν κατάλαβα καν πώς έγινε, πάντως με έκανε τον γύρο του τετραγώνου ενώ με είχε πιάσει σφιχτά και με πασπάτευε. Κάποια στιγμή, του ξέφυγα και έτρεξα να περάσω απέναντι. Με πρόλαβε. Μου είπε ότι θα ξανάρθει να με βρει. Κατάφερα τελικά να φύγω τρέχοντας. Στο σπίτι δεν μίλησα σε κανέναν γι’ αυτό ούτε εκείνο το βράδυ ούτε αργότερα. Επικρατούσε μέσα μου μια τεράστια σύγχυση, ένιωθα πράγματα που δεν είχαν όνομα και κυρίως τεράστιο φόβο και ενοχή. Μετά από πολλά χρόνια ανακάλυψα ότι όλες οι γυναίκες της γενιάς μου είχαν μια παρόμοια ιστορία να διηγηθούν. Ούτε κι εκείνες είχαν μιλήσει όταν τους συνέβη.

Αυτές οι ιστορίες δεν αφορούν φυσικά τη δική μου γενιά αποκλειστικά. Ξεκινούν από πολύ παλιά. Οι μυθολογίες, οι θρησκείες, αλλά και η λογοτεχνία αποτύπωσαν με διάφορους τρόπους τις έμφυλες ιεραρχίες και την αδυναμία της γυναίκας να αντιταχθεί σωματικά και λεκτικά στην ανδρική εξουσία. Στην ελληνική μυθολογία, το θέμα της αρπαγής και του βιασμού επανέρχεται συχνά, με κύριο εκφραστή τον Δία. Τα θύματά του εμφανίζονται πάντα άλαλα και παντελώς ανίσχυρα και τις περισσότερες φορές εκείνα είναι που τιμωρούνται από την Ήρα. Σε πολλούς πολιτισμούς, η βιασμένη γυναίκα διαπομπεύεται γιατί έχασε την αγνότητά της. Στη λογοτεχνία, όπου βρίθουν τα παραδείγματα, ενδεικτικά αναφέρω την περίπτωση της Έστερ Πριν στο «Άλικο γράμμα» του Χώθορν (μτφρ. Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος)  όπου η ηρωίδα, έχοντας μείνει έγκυος από τον εφημέριο, αποσιωπά το γεγονός και στιγματίζεται δια βίου όντας αναγκασμένη να έχει καρφιτσωμένο στον κόρφο της το γράμμα «Α» το αρχικό γράμμα της λέξης adulteress (μοιχαλίδα). Εκτός από το θέμα της διαπόμπευσης, εμφανίζεται επίσης και το θέμα της επιβίωσης που εξαναγκάζει τις κακοποιημένες γυναίκες στη σιωπή, όπως στην περίπτωση της υπηρέτριας Ροζαλί Πρυντάν, της σπαρακτικής αυτής ηρωίδας του Μοπασάν που, μένοντας έγκυος από τον ανιψιό της οικογένειας στην οποία δουλεύει, κρύβει το γεγονός φοβούμενη ότι θα χάσει τη δουλειά της και αναγκάζεται να σκοτώσει τα παιδιά της μόλις τα γεννάει γιατί παρά τις αιματηρές οικονομίες που έκανε δεν είχε λογαριάσει ότι θα αποκτήσει δίδυμα και συνειδητοποιεί ότι δεν θα μπορέσει να τα θρέψει.

Γιατί τα θύματα κακοποίησης ή βιασμού αργούν να μιλήσουν ή δεν μιλούν και ποτέ;

Σε μια πατριαρχική κοινωνία, όπως ειπώθηκε ήδη, η γυναίκα εσωτερικεύει από πολύ μικρή ηλικία, ορισμένα έμφυλα πρότυπα τα οποία έχουν αντίκτυπο στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και στη συμπεριφορά της. Μεγαλώνει ενσωματώνοντας την υποταγή απέναντι στην εξουσία του ανδρικού φύλου αφενός, τον φόβο και την ενοχή αφετέρου. Τα πρότυπα αυτά διαμορφώνονται και ενισχύονται από τον δημόσιο λόγο, το κοινωνικό περιβάλλον, την εκπαίδευση, την κυρίαρχη κουλτούρα -αφηγήματα, ταινίες, τραγούδια, διαφημίσεις. Ακόμα και σήμερα, το κρίμα πέφτει στη γυναίκα σε πολλές περιπτώσεις. Αυτή φέρει την ευθύνη που κακοποιήθηκε γιατί προκάλεσε τον άντρα, αυτή πάλι φταίει γιατί δεν ήταν αρκετά καλή για να τον κρατήσει, φταίει όταν δεν έχει σπουδάσει ή δεν μοιάζει με σούπερ μόντελ γιατί είναι μια ανιαρή νοικοκυρούλα, όταν αποκτά επαγγελματική καταξίωση πάλι φταίει, είναι μια σκύλα που δεν έκανε παιδιά και δεν εκπλήρωσε τον βασικό της ρόλο, φταίει όταν αντιτίθεται στον κυρίαρχο λόγο των ανδρών, είναι «μια κακογαμημένη» γι’ αυτό τα λέει αυτά, όπως ειπώθηκε για τη γυναίκα συγγραφέα στη Γαλλία που τόλμησε να αντιπαρατεθεί στον διανοούμενο που βίαζε μικρά παιδιά. Η γυναίκα έχει λοιπόν μακρά θητεία στην ενοχή και στον φόβο. Γιατί η αντρική εξουσία, όπως και κάθε εξουσία, κατασκευάζει λεκτικά και γνωσιολογικά πλαίσια που νομιμοποιούν και επικυρώνουν πρακτικές υποταγής.

Ένας δεύτερος λόγος που τα θύματα δεν μιλούν είναι ότι πέρα από την ενοχή και τον φόβο, η γυναίκα έχει κυρίως μακρά θητεία στη σιωπή. Ας μην ξεχνάμε πως επί αιώνες, ήταν αποκλεισμένη από τον δημόσιο λόγο. Γιατί ο λόγος είναι πράξη, είναι δύναμη που δρα και μεταμορφώνει την πραγματικότητα, γι’ αυτό και σε διάφορες μυθολογίες, αλλά και στη Βίβλο, ο λόγος είναι εκείνος που δημιουργεί τον κόσμο. Γι’ αυτό και δόθηκε πάντα τόσο μεγάλη σημασία στον λόγο, στις ευλογίες και στις κατάρες, στους όρκους που δεν πρέπει να πατήσουμε, στα μαγικά ξόρκια. Μήπως η γυναίκα, αν μαζί με τη δυνατότητα της τεκνοποιίας αποκτούσε πρόσβαση στον λόγο, θα αποκτούσε και τεράστια εξουσία; Σε κάποιους πρωτόγονους πολιτισμούς αλλά και στην κλασική αρχαιότητα, η γυναίκα είναι αποκλεισμένη από την γνώση των ιερών πραγμάτων, δηλαδή των ιδρυτικών μύθων της κοινότητας. Γιατί ο μύθος είναι πρώτα απ’ όλα ο λόγος που εκφέρεται και ο οποίος επαναλαμβανόμενος εγκαθιδρύει μια πραγματικότητα που συνεπάγεται δύναμη και εξουσία. Στην αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα δεν μπορεί να πάρει δημόσια τον λόγο, να αγορεύσει. «Όπως συνηθίζεται σε όλες τις χριστιανικές εκκλησίες» λέει ο απόστολος Παύλος στην Α’ επιστολή προς Κορινθίους, (14: 34-35) «οι γυναίκες στις συνάξεις οφείλουν να σιωπούν. Δεν τους επιτρέπεται να μιλούν, αλλά, καθώς το λέει ο νόμος, να υποτάσσονται.» Στις λεγόμενες «μάγισσες» στο Μεσαίωνα έβαζαν μια πέτρα στο στόμα πριν τις εκτελέσουν. Η γυναίκα δεν έχει επί αιώνες πρόσβαση στην ιεροσύνη ούτε και δικαίωμα ψήφου και συμμετοχής στα κοινά. Επιπλέον στερείται και το δικαίωμα στη μόρφωση. Πολλές γυναίκες συγγραφείς, ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι και τον 19ο αιώνα, αναγκάζονταν να δημοσιεύουν τα γραπτά τους με αρσενικό ψευδώνυμο (Τζώρτζ Έλιοτ, αδελφές Μπροντέ κλπ.). Ο γυναικείος λόγος περιορίζεται στον ιδιωτικό χώρο, στον γυναικωνίτη, μεταφέρεται από στόμα σε στόμα στις αυλές, στη βρύση, στη γειτονιά. Ακόμα κι εκεί όμως υπάρχουν απαγορεύσεις. «Μη μιλάς», «μην αντιμιλάς στον πατέρα σου ή στο σύζυγό σου» ήταν μία γνώριμη και επαναλαμβανόμενη εντολή. Η ίδια η γλώσσα άλλωστε αντικατοπτρίζει αυτόν τον αποκλεισμό. Το βλέπουμε στη γενικευτική χρήση του αρσενικού γένους,  στα τόσα επαγγέλματα που μέχρι πρόσφατα στερούνταν θηλυκού γένους, στη γενική κτητική του επωνύμου της γυναίκας.

Η σιωπηρή αποδοχή είναι λοιπόν μια βαθύτατη εγγραφή στον ψυχισμό της γυναίκας. Διαμορφώνει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της,  συγκροτεί την ταυτότητά της, διαχειρίζεται τραύματα και κάθε είδους κακοποιήσεις και αποτελεί τη νόρμα που διέπει ακόμα και σήμερα πολλές σχέσεις. Το να αρθρώσεις λόγο και να επαναστατήσεις απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας δεν είναι απλό όπως όλοι ξέρουμε. Πώς λοιπόν οι γυναίκες, εγκλωβισμένες ανάμεσα σε οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, φιμωμένες και καταδικασμένες στην αλαλία, να ορθώσουν το ανάστημά τους και να διεκδικήσουν δημόσια το δίκιο τους, όταν για αιώνες δεν τους επιτρεπόταν, όταν δεν είχαν καν λέξεις γι’ αυτό; Πώς να αμφισβητήσουν τις εντολές με βάση τις οποίες μεγάλωσαν που στόχο είχαν να καταπνίξουν τη φωνή τους και να τις πείσουν ότι αντί για θύματα, είναι υπόλογες; Πώς να τα βγάλουν πέρα με έναν μορφωμένο άντρα που παρέτασσε τα επιχειρήματά του τόσο πειστικά και μπορούσε να τις παραπλανήσει σχετικά με τα αισθήματα και τις προθέσεις του; Ο γυναικείος λόγος, όποτε στάθηκε δυνατόν να αρθρωθεί λοιδορήθηκε, υποτιμήθηκε, χαρακτηρίστηκε παραλήρημα όπου κυριαρχεί το συναίσθημα και το ένστικτο χωρίς κανέναν ορθολογισμό και αυτοκυριαρχία. Ο λόγος λοιπόν, όποτε υπήρχε λόγος, κινδύνευε να παρερμηνευτεί ή να οδηγήσει σε δημόσια κατακραυγή έως και απώλεια της ίδιας της ζωής του θύματος. Υπήρχε πάντα άλλωστε ένα ολόκληρο σύστημα που υποστήριζε την εξουσία, ακόμα και το δικαστικό όπως είδαμε σε πολλές περιπτώσεις μέχρι πρόσφατα. Αν προσθέσουμε σ’ αυτό και το γεγονός ότι πολλές γυναίκες αρνούνταν να αποδεχτούν την κακοποίηση, είτε γιατί ήταν πολύ τραυματική και ήθελαν να ξεχάσουν είτε γιατί διέφερε από τα στερεότυπα που υπάρχουν για το τι είναι βιασμός και τι όχι, για πολλά χρόνια, τα στόματα παρέμεναν και παραμένουν ακόμα συχνά ερμητικά κλειστά. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, «κάθε χρόνο στην Ελλάδα διαπράττονται σχεδόν 5 000 βιασμοί, ενώ στην Ευρώπη των 28 περίπου το 12%-15% των γυναικών εκτιμάται ότι είχαν κάποια βίαιη σχέση μετά την ηλικία των 16 ετών. Οι βιασμοί, τετελεσμένοι και σε απόπειρα, που δηλώνονται στις διωκτικές αρχές, είναι ελάχιστοι σε σχέση με τους μη καταγγελθέντες.»

Μετά από πολλούς αγώνες, ο γυναικείος λόγος διεκδίκησε τον χώρο του στη δημόσια σφαίρα. Το φεμινιστικό κίνημα και τελευταία το me too έσπασαν τη σιωπή καταγγέλλοντας την κατάχρηση εξουσίας των ανδρών εις βάρος των γυναικών και τις διαφόρων ειδών κακοποιήσεις. Η λογοτεχνία, που απηχεί πάντα τα σημεία των καιρών, αποτυπώνει και πάλι την κοινωνική αυτή μετατόπιση. Η έλλειψη ενεργής αντίστασης του θύματος βιασμού ή οποιασδήποτε μορφής κακοποίησης δεν συνιστά καταφατική βούλησή του, λέει η Βανέσα Σπρινγκορά στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Συναίνεση» (μτφρ. Γ. Κ. Μιχαηλίδης, εκδ. Μετρονόμος) όπου μιλάει για την κακοποίηση που υπέστη 40 χρόνια αργότερα. Ποιον λόγο είναι σε θέση να εκφέρει μια κοπέλα 14 χρονών, απέναντι στον διανοούμενο κοινωνικού κύρους πενηντάρη που την αποπλανά χειραγωγώντας την και διαστρεβλώνοντας εντελώς τόσο την ίδια της την εικόνα όσο και την αντίληψή της για τις ερωτικές σχέσεις; Το “όχι” σημαίνει “όχι”, το “ναι” τι σημαίνει; αναρωτιέται ο Ευάρεστος Πιμπλής στο μυθιστόρημά του «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις), επανεξετάζοντας το ευρύ πεδίο της έννοιας αυτής τόσο στις ομόφυλες όσο και στις ετερόφυλες σχέσεις. Γιατί εξαναγκασμός δεν είναι μόνον αυτός που προκύπτει από παραβίαση κάποιας άρνησης συναίνεσης, αλλά και αυτός που, όντας βαθιά ριζωμένος στον καθένα μας μας κάνει να λέμε το “ναι” ενώ παράλληλα νιώθουμε μια ανεξήγητη δυσφορία και σύγχυση ανάμεσα στο τι θέλουμε και στο τι θεωρούμε αποδεκτό.

Εδώ και δύο περίπου δεκαετίες έχει ανοίξει η συζήτηση για τη συναίνεση προκειμένου να δοθεί σαφής ορισμός και να αποτυπωθεί νομικά. Στην Ελλάδα, ο νόμος παραμένει προβληματικός και ελλιπής. Η Clara Serra στο δοκίμιό της «Το νόημα της συναίνεσης» (μτφρ. Ειρήνη Οικονόμου, εκδ. Πόλις) επισημαίνει ότι το “ναι” και το “όχι” μπορούν να είναι δύο πολύ ρευστές και αμφίσημες λέξεις. Η κουλτούρα της συναίνεσης διαμορφώνεται μετατρέποντας την επιθυμία σε λόγο.  Σύμφωνα με τον Μ. Φουκώ, η μετατροπή αυτή, ναι μεν καθιστά το άτομο «υποκείμενο» της επιθυμίας του, ταυτόχρονα όμως συνιστά και έναν μηχανισμό ελέγχου.

Η επιθυμία γίνεται κάτι συγκεκριμένο, μετρήσιμο σαν να έχουμε να κάνουμε μ’ ένα συμβόλαιο που προϋποθέτει την ισότητα των συμβαλλόμενων μερών και άρα τη δυνατότητα της άρνησης. Αυτό όμως, όπως ξέρουμε στην πραγματικότητα δεν ισχύει, η ύπαρξη συναίνεσης δεν είναι πάντα προϊόν ελεύθερης επιλογής. Επιπλέον, η κουλτούρα της συναίνεσης αγνοεί τις ποικίλες και διαφορετικές πτυχές τόσο της επιθυμίας όσο και της σεξουαλικής πράξης. Η ορθολογική αντιμετώπιση της επιθυμίας, ο περιορισμός της σε ένα “ναι” ή “όχι” αντιτίθεται στον πολυπρισματικό, ρευστό και περίπλοκο χαρακτήρα της.

Το να αρθρώνεται επιτέλους λόγος για το τραύμα από τα γυναικεία στόματα και να τίθεται το ζήτημα της συναίνεσης, παρά τις εγγενείς αδυναμίες του είναι αναμφισβήτητα εξαιρετικά σημαντικό. Η αλλαγή της νομοθεσίας δεν πρόκειται να εξαλείψει τους βιασμούς και τις κακοποιήσεις, θα αποτελέσει όμως ένα σημαντικό βήμα κατά της ατιμωρησίας των δραστών και σταδιακά, μια αλλαγή στην υπάρχουσα νοοτροπία. Προκειμένου όμως να φτάσουμε σε άλλου είδους σχέσεις, σχέσεις ισότιμες χωρίς θύματα και θύτες είναι αναγκαίο να αλλάξουν εξ αρχής τα κυρίαρχα αφηγήματα και να αποκτήσει η γυναίκα όχι έναν λόγο που θα αναπαράγει τον ανδρικό, αλλά τη δική της ιδιαίτερη και πλούσια φωνή.

 

 

Από την εκδήλωση που διοργανώθηκε από τη «φωνή της», το Δίκτυο γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και το Κέντρο ψυχαναλυτικών ερευνών Αθήνας με θέμα «Γιατί τα θύματα βιασμού, κακοποίησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης αργούν να μιλήσουν»

Προηγούμενο άρθροΠροκλήσεις: ζωγράφοι – εικονογράφοι – συγγραφείς  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροΕλέφαντας vs χρυσόψαρο (διήγημα του Νίκου Μάντζιου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ