Σάββατο, 2 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ Nicole Krauss: οι δημιουργοί της Τεχνητής Νοημοσύνης βγάζουν χρήματα βασιζόμενοι στην άγνοιά...

Nicole Krauss: οι δημιουργοί της Τεχνητής Νοημοσύνης βγάζουν χρήματα βασιζόμενοι στην άγνοιά μας (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Χαΐνη)

0
424

 

συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Χαΐνη

 

Η

Η Nicole Krauss είναι ένας άνθρωπος του κόσμου. Η μητέρα της είναι Αγγλίδα και ο πατέρας της Αμερικανός. Στη διάρκεια της ζωής τους πέρασαν αρκετά χρόνια στο Ισραήλ, η ίδια ωστόσο δεν έχει ισραηλινή καταγωγή. Όπως εξηγεί, οι παππούδες της γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε τέσσερις διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες· οι μεν από την πλευρά της μητέρας της, στη Γερμανία και την Ουκρανία και στη συνέχεια μετανάστευσαν στο Λονδίνο, οι δε από τον πατέρα της, κατάγονται από την Ουγγαρία και τη Λευκορωσία, γνωρίστηκαν στο Ισραήλ και στην πορεία κατέληξαν στη Νέα Υόρκη. Η Krauss γεννήθηκε στο Λονγκ Άιλαντ και ζει στη Νέα Υόρκη, ενώ έχει κατά καιρούς περάσει μεγάλα διαστήματα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Η δουλειά της χαρακτηρίζεται από τις διαφορετικές καταβολές της, με την παρουσία του Ισραήλ να είναι ιδιαίτερα έντονη. Στο σπίτι της, πάντως, λέει χαρακτηριστικά, νιώθει μέσα στα βιβλία της και στη λογοτεχνία.

Προτίμησα ωστόσο να ξεκινήσω την κουβέντα μας από τον «ελέφαντα στο δωμάτιο», τον πόλεμο στη Γάζα, στο Ιράν και όλα τα συμπαρομαρτούντα. «Γιατί “ελέφαντας”» εξανέστη. «Δεν είναι θέμα ταμπού, εννοείται ότι μπορούμε να μιλήσουμε για τον πόλεμο!» Της περιέγραψα την κατάσταση στην Ελλάδα, της μίλησα για τις διάφορες εκδηλώσεις κατά Ισραηλινών συγγραφέων – της μετέφερα συνοπτικά όσα συνέβησαν στην περσινή έκθεση βιβλίου Θεσσαλονίκης με τις διαμαρτυρίες και την αστυνομική φύλαξη του Ισραηλινού περιπτέρου. Στην απάντησή της ήταν χειμαρρώδης. Και δεν θέλησα να την διακόψω:

*

Ο «ελέφαντας»

Δεν είμαι Ισραηλινή, οπότε δεν μπορώ να μιλήσω ως Ισραηλινή. Είμαι Αμερικανίδα, αλλά δεν συντάσσομαι με την κυβέρνησή μου. Δεν αισθάνομαι όμως ότι υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο, γιατί δεν θεωρώ όλη αυτή τη συζήτηση άβολη. Είμαι ένας άνθρωπος που έχει γεννηθεί στη διασπορά και δεν αντιλαμβάνομαι τα σύνορα, ούτε καταλαβαίνω την έννοια του εθνικισμού. Απλώς δεν το έχω. Ως άνθρωπος της διασποράς, ζω σε πολλά μέρη. Οι παππούδες μου έρχονται από τέσσερις διαφορετικές χώρες της Ευρώπης, ενώ οι γονείς μου από δύο άλλες, όμως το Ισραήλ αποτελούσε πάντα για την οικογένειά μου και για μένα έναν τόπο κομβικό· έναν τόπο με μεγάλη ιστορία εκτοπισμών, με το Ολοκαύτωμα και με όλα όσα πέρασαν οι άνθρωποι για να επιβιώσουν. Η αλήθεια είναι ότι δεν θεωρώ ότι έχω έναν τόπο καταγωγής με τη στενή έννοια. Όμως αυτή η γεωγραφική περιοχή έχει μεγάλη αξία για την οικογένειά μου. Φυσικά, ως Εβραία συγγραφέας τον 20ο και 21ο αιώνα πρέπει να αναφερθείς στον τόπο, ρίχνοντας φως -και σκοτάδι- στο παρελθόν. Φως και σκοτάδι στις ζωές όλων μας εν τέλει. Σε όλα όσα μας έσωσαν και μας καταδίκασαν, ξανά και ξανά.

– Δυστυχώς στην Ελλάδα λειτουργούμε με δίπολα: άσπρο-μαύρο, καλός-κακός, αριστερά-δεξιά.

 Όλος ο κόσμος λειτουργεί έτσι, όχι μόνο οι Έλληνες. Και αυτό οφείλεται κυρίως στη γλώσσα και στον τρόπο επικοινωνίας που κυριαρχεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ζούμε σε έναν κόσμο χωρίς λεπτότητα, χωρίς τη διάθεση να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα. Όμως υποφέρουμε όλοι από αυτό τον απόλυτο αμοραλισμό, ανεξάρτητα από το πού βρισκόμαστε.

Όσο για το μποϊκοτάζ στους Ισραηλινούς συγγραφείς, θεωρώ ότι είναι ο πιο ανόητος τρόπος διαμαρτυρίας. Οι συγγραφείς αυτοί είναι άνθρωποι που θεωρούν ότι η κυβέρνησή τους είναι καταστροφική για τη χώρα και για τις ζωές τους. Γιατί να μην θέλουμε να τους ακούσουμε; Στην ουσία αν τους κάνουμε να σιωπήσουν δίνουμε περισσότερη δύναμη στην κυβέρνηση του Νετανιάχου και στο δικαίωμα να πει, «κοίτα ο υπόλοιπος κόσμος θέλει να σε αφανίσει, είναι όλοι Αντισημίτες». Σκεφτείτε να ακούς κάτι τέτοιο καθημερινά στην τηλεόραση και να πρέπει μετά να βγεις στον κόσμο.

Ως συγγραφέας ή επίδοξος συγγραφέας, θέλεις κατ’ αρχάς να καταλάβεις τον άλλον, να επικοινωνήσεις μαζί του. Και πιθανότατα στη ζωή σου συναισθάνεσαι και συμπαθείς τους ανθρώπους. Τώρα όμως βγαίνεις στον κόσμο και κανένας δεν θέλει να σε διαβάσει!

Με το ίδιο σκεπτικό λοιπόν, κανονικά εγώ δεν θα έπρεπε να μιλάω εδώ τώρα σε σας. Γιατί η κυβέρνησή μου είναι ο Τραμπ. Μου επιτρέπεται όμως να μιλάω εδώ γιατί δεν τον ανέβασα εγώ στην εξουσία και υποφέρω εξαιτίας του, είναι ο απόλυτος τρόμος. Όπως στο παρελθόν ήταν ο απόλυτος τρόμος να ζείτε εδώ στην Ελλάδα σε καθεστώς δικτατορίας.

Οπότε, γιατί να μην δώσουμε στον συγγραφέα ή στον καλλιτέχνη το δικαίωμα να εκφραστεί; Η ανικανότητα να ακούμε τον άλλον είναι το πρώτο επίπεδο της καταστροφής που οδηγεί σε όλες τις υπόλοιπες καταστροφές.

– Οπότε κατά κάποιο τρόπο η δουλειά σας έχει και πολιτική διάσταση;

Δεν ξέρω πώς να απαντήσω. Τι σημαίνει ακριβώς αυτό; Η δουλειά μου είναι κυρίως και πρωτίστως λογοτεχνία με θέμα τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι σχετίζονται με την πολιτική αναπόφευκτα, οπότε κατά μια έννοια είναι πολιτική, όμως δεν επιδιώκω να κάνω κάποια δήλωση σε καμία περίπτωση. Καμιά μορφή τέχνης δεν θα έπρεπε να κάνει δηλώσεις. Δεν πιστεύω στις δηλώσεις. Η τέχνη θέτει ερωτήματα. Η τέχνη ασχολείται με την αβεβαιότητα, με όσα δεν γνωρίζουμε. Είναι έρευνα, όχι δήλωση.

– Τώρα γράφετε ένα βιβλίο που διαδραματίζεται στην Τεχεράνη.

Ναι, εδώ και δύο-τρία χρόνια γράφω ένα βιβλίο, το οποίο το σκέφτομαι από το 2011, σχετικά με το Ιράν. Σκεφτόμουν την Τεχεράνη και τη Βηρυτό. Στη δεύτερη έχω πάει – ο σύντροφός μου κατάγεται από εκεί. Στην Τεχεράνη δεν μου επιτρέπεται. Γράφω λοιπόν γι’ αυτούς τους τόπους και προσπαθώ να χειριστώ τα συναισθήματά μου, για τον πόλεμο, για όλα. Διαβάζω για την πολιτική της Μέσης Ανατολής από μικρή. Σε αντίθεση με κάποιους που φαίνεται ότι μόλις ξύπνησαν, και ίσως χρειάζεται να διαβάσουν περισσότερο για να κατανοήσουν την πολυπλοκότητά της. Μόλις τελείωσα ένα βιβλίο που γράφτηκε τη δεκαετία του ’90, το «Beirut Fragments», της Jean Said Makdisi, μιας γυναίκας που έζησε τον εμφύλιο πόλεμο στο Λίβανο. Είναι η άποψή της, μέσα από τον πόλεμο· πώς είναι να είσαι Λιβανέζος ενώ οι Ισραηλινοί καταλαμβάνουν τη Βηρυτό. Πρέπει να διαβάζουμε τι σημαίνουν αυτές οι εμπειρίες για τους ανθρώπους. Να καταλαβαίνουμε πώς είναι η κατάσταση για τους διαδηλωτές στο Ιράν, πώς είναι να έχεις γεννηθεί και να ζεις στο Τελ Αβίβ και να πιστεύεις στην ειρήνη…

– Είπατε ότι δεν αντιλαμβάνεστε τα σύνορα. Ωστόσο, υπάρχει κάποιος τόπος που αισθάνεστε περισσότερο ως «σπίτι» σας;

Δεν είναι εύκολο να απαντήσω. Η δουλειά μου προσπαθεί να το απαντήσει αυτό τα τελευταία 25 χρόνια! Γι’ αυτό και γράφω για τόσο πολλά διαφορετικά μέρη. Ο γιος μου που είναι 20 ετών –αρκετά μεγάλος για να έχει ήδη αρχίσει να γράφει- με ρώτησε τις προάλλες καθώς περπατούσαμε στο πάρκο και του μιλούσα για το βιβλίο που γράφω, που διαδραματίζεται στη Βηρυτό, τη Νέα Υόρκη, τη Ρώμη και την Τεχεράνη, γιατί γράφω για όλους αυτούς τους διαφορετικούς τόπους. Του απάντησα ότι ένα κομμάτι της ψυχής μου ψάχνει να συνδέσει πολλά και διαφορετικά θραύσματα. Οι συγγενείς μου είναι όλοι πρόσφυγες και μετανάστες – κάποιοι μάλιστα αρνούνται να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Δεν ξέρω καν από πού προέρχονται. Η μητέρα μου έφυγε από το σπίτι της στα 18 της. Ο πατέρας μου μεγάλωσε σε πολλά διαφορετικά μέρη.

– Δεν μιλάμε όμως για την αναζήτηση των ριζών σας, σωστά;

Όχι δεν με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Απλώς προσπαθώ να φτιάξω ένα σύνολο από πολλά και διαφορετικά κομμάτια. Αυτό είναι κατά βάθος και το θέμα των βιβλίων μου. Όλα αυτά τα κομμάτια μπορεί να είναι τόποι, αλλά και διαφορετικές φωνές που προσπαθώ να συνθέσω. Με ενδιαφέρει η διαδικασία που οδηγεί σε αυτό, πώς να οργανώσω τη ζωή ώστε να έχει μεγαλύτερη συνάφεια. Αυτό άλλωστε δεν κάνει η λογοτεχνία; Για μένα η όλη προσπάθεια να δώσω ενιαία μορφή σε πολλούς τόπους, είναι και αυτό που αντιλαμβάνομαι ως «σπίτι». Μπορεί να ακούγεται κλισέ αλλά από τα νεανικά μου χρόνια, η λογοτεχνία ήταν το σπίτι μου. Εκεί αισθανόμουν τον χώρο μου· αν υπάρχει τέτοιος χώρος.

Η γλώσσα και ο αναγνώστης

– Είχατε πει ότι από τη στιγμή που εκφράζουμε με τη γλώσσα κάποιο ζήτημα, απαλλασσόμαστε εν μέρει από το βάρος του, ότι γίνεται παρελθόν. Μπορείτε να μου εξηγήσετε τι εννοείτε; 

Η γλώσσα είναι το πρώτο και το κυρίαρχο. Όλα ξεκινούν με τη γλώσσα, με τη μουσική της γλώσσας. Τι ανοίγει για μένα η γλώσσα; Δεν μου έρχεται κάποια ιδέα μέχρι να βρω τη γλώσσα γι’ αυτήν. Και μόλις καταφέρω να τη συνθέσω, ανακαλύπτω τις ιδέες και τα συναισθήματά μου και άλλους ανθρώπους. Ωστόσο, αναφερόμουν στο ότι με τη γλώσσα ένα γεγονός αποκτά κατά κάποιο τρόπο αιώνια ζωή και με μία έννοια σε ανακουφίζει από την υποχρέωση να το σκέφτεσαι συνέχεια. Οπότε, από τη στιγμή που το εκφράζεις με τη γλώσσα, του δίνεις έναν χώρο, κάτι σαν μια αιώνια σφαίρα που γυρίζει και γυρίζει και είναι διαθέσιμη πάντα. Παρόλο λοιπόν που δεν το έχω συνέχεια στο μυαλό μου, ξέρω ότι είναι εκεί στο χαρτί και μπορώ να το ξαναδώ όποτε θελήσω.

– Και οι αναγνώστες μπορούν να το ερμηνεύσουν όπως επιθυμούν;

Ναι, το βιβλίο είναι μια συνεργασία ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη. Δεν είναι μόνο η δουλειά του συγγραφέα, σε καμία περίπτωση. Ως αναγνώστης έρχεσαι με τη φαντασία σου, τον τρόπο που φαντάζεσαι τα πρόσωπα, που βλέπεις κάθε χαρακτήρα. Όταν περιγράφω ένα δωμάτιο, διαβάζεις ένα δωμάτιο που γνωρίζεις. Δηλαδή συνεργαζόμαστε πάντα. Έτσι, φυσικά, κάτι που εκφράζω εγώ με τη γλώσσα, ο αναγνώστης θα προσθέσει και τη δική του διάσταση. Όμως πιστεύω σίγουρα ότι υπάρχει μια ανακούφιση εκεί – αν δηλαδή δεν είχα γράψε αυτά τα έξι βιβλία και όλα όσα ήθελα να εκφράσω τα κρατούσα ακόμη μέσα μου, η ζωή μου θα ήταν ανυπόφορη. Τους δίνω ζωή με τη γλώσσα και τη δυνατότητα σε κάποιον άλλο να τα μοιραστεί.

Η διεύρυνση της ύπαρξης

– Στην εκδήλωση με τον David Szalay είπατε κάτι που μου άρεσε σε σχέση με τους χαρακτήρες: ότι γίνεστε εκείνος ο άλλος άνθρωπος που περιγράφετε και ότι ουσιαστικά ζείτε πολλές ζωές μέσω όλων αυτών των διαφορετικών χαρακτήρων.

Εντελώς.

– Υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία στα βιβλία σας όμως. Έχετε πει ότι από ένα γεγονός που σας έχει συμβεί μπορεί να προκύψει μια ολόκληρη ιστορία, με τελείως διαφορετική έκβαση. Όπως για παράδειγμα συμβαίνει στο διήγημα «Ελβετία» της συλλογής «Τι σημαίνει να είσαι άντρας».

Ισχύει αυτό, όμως πάντα παίζω με τη μυθοπλασία γιατί η αυτοβιογραφία δεν με ενδιαφέρει, τη βρίσκω βαρετή γιατί ξέρω ήδη την ιστορία. Στην εκδήλωση μιλούσα για την αίσθηση του να χρειάζεσαι περισσότερη ζωή από αυτήν που σου έχει δοθεί. Θεωρώ πολύ συναρπαστικό το γεγονός ότι μπορώ να πολλαπλασιάσω τις πιθανότητες της ζωής μου μέσα από τη μυθοπλασία. Όταν παίρνω ένα στοιχείο της ζωής μου και το ανοίγω στο μυθοπλαστικό τοπίο, νιώθω ότι διευρύνεται η ύπαρξή μου. Μου έχουν συμβεί πολλά από αυτά που γράφω, όμως άλλα τόσα δεν μου έχουν συμβεί και είναι εκείνα που διευρύνουν τελικά την εμπειρία μου και τα ενσωματώνω.

– Στο «Δάσος Σκοτεινό» έχετε δύο φωνές, μια ανδρική και μια γυναικεία. Η πρώτη σε τρίτο πρόσωπο και η δεύτερη σε πρώτο. Μου άρεσε πολύ το κομμάτι του άντρα, του Έπσταϊν,, μπόρεσα εύκολα να μπω στον χαρακτήρα του.

Ένιωθα υπέροχα όταν έγραφα το κομμάτι του Έπσταϊν. Ήταν συναρπαστικό να μετατρέπομαι σε Έπσταϊν. Δεν πρόκειται ποτέ να γίνω ένας 68χρονος άντρας με τόσα πολλά χρήματα που να αποφασίσω να τα δωρίσω. Όμως, είναι τόσο καταπληκτικό να περιγράφεις το εγώ του και την αυτοπεποίθησή του από τη μια και την ευαλωτότητα και τη μετάνοιά του από την άλλη.

Η νέα γενιά

– Πώς βλέπετε τις σχέσεις σήμερα; Τι λέτε στους γιους σας; Είστε αισιόδοξη;

Ναι είμαι αισιόδοξη. Κατ’ αρχάς όσον αφορά τα παιδιά και τις νεότερες γενιές, τα συναισθάνομαι ειλικρινά, τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια. Βέβαια τα αγόρια βρίσκονται παντού, διαβάζουμε συνέχεια για την κρίση των ανδρών, αλλά το ίδιο συμβαίνει με τα κορίτσια που μεγαλώνουν με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· τα συναισθάνομαι βαθιά γιατί θεωρώ ότι τα μεγαλώνουμε σαν ινδικά χοιρίδια, σαν ένα πείραμα στο εργαστήριο, χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Εμείς τους δώσαμε κινητά τηλέφωνα, εμείς τους δώσαμε αυτόν τον κόσμο. Και πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα γυρίσει μπούμερανγκ. Όπως όταν βλέπουμε εκείνες τις παλιές γαλλικές ταινίες όπου παιδιά 5 χρονών πίνουν κρασί επειδή πίστευαν ότι ήταν πιο υγιές από το νερό! Θα κοιτάμε πίσω και θα λέμε «τι τους κάναμε». Είναι μια γενιά που υποφέρει.

– Και τώρα, έχουμε και την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ).

Ναι, και τους λέμε ότι δεν έχουν μέλλον. Ότι δεν θα έχουν δουλειά. Ότι όσα μάθατε πήγανε στο διάολο, χάθηκαν. Ο ένας μου γιος είναι 20 και ο άλλος 17. Ο πρώτος είναι στο πανεπιστήμιο στις ανθρωπιστικές σπουδές. Μου λέει, «μου μιλούσες για τις δικές σου ανθρωπιστικές σπουδές αλλά που στέκονται οι ανθρωπιστικές σπουδές τώρα, τι χρησιμότητα έχουν για μένα;»

– Τι του απαντάτε;

Ότι τώρα είναι σημαντικότερες από οποιαδήποτε άλλη φορά. Γιατί δεν πιστεύω επουδενί ότι η ΤΝ θα γράφει τη λογοτεχνία μας. Έλεος. Αυτό είναι παράλογο. Και το πρόβλημα είναι πως επειδή δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί η ΤΝ, δεχόμαστε όσα μας λένε οι δημιουργοί της οι οποίοι βγάζουν χρήματα βασιζόμενοι στην άγνοιά μας. Πήραν τον χρόνο μας, τα χρήματά μας. Ό,τι μας αφορά και μας άνηκε. Για το κέρδος.

Και λένε ότι η ΤΝ μπορεί να κάνει τα πάντα. Αλήθεια; Τι μπορεί να κάνει δηλαδή; Μπορεί να νιώσει τον ήλιο στο πρόσωπό της; Να κάνει σεξ; Να καταλάβει τι σημαίνει να χάσεις ένα παιδί; Μπορεί να γράψει λογοτεχνία; Ίσως κάποιες ιστορίες για την τηλεόραση ή μερικά κακά μυθιστορήματα. Όμως δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτό που σημαίνει να είσαι άνθρωπος.

Είναι αλήθεια ότι χάνονται δουλειές αλλά δεν θα χαθεί η τέχνη, το πώς κατανοείς τη λογοτεχνία ή πώς σε παρασύρει ένας πίνακας. Και με εξοργίζει που θέλουν να μας  εκφοβίσουν, να μας κάνουν να νιώσουμε ότι είμαστε τόσο μικροί, ότι δεν σημαίνουμε τίποτα και ότι θα μας εξαφανίσει. Βλακείες.

Ο «θείος» Κάφκα

– Κλείνοντας, να σας ρωτήσω: έχετε κάποιον/α συγγραφέα που θεωρείτε «αδερφή ψυχή»; Τον Κάφκα ίσως;

Ο Κάφκα… Ξέρετε όταν ήμουν μικρή πίστευα ότι ο Κάφκα ήταν συγγενής μου, κάποιος θείος. Και μάλιστα ένας θείος που σου έδινε τη δυνατότητα να αισθάνεσαι ότι υπήρχε ελευθερία σε κάποιο κομμάτι της οικογένειας, μέσω αυτού του περίεργου λογοτέχνη συγγενή.

– Εγώ το νιώθω αυτό με τη Joan Didion.

Ναι, γίνονται κατά κάποιο τρόπο σαν πνευματικοί πρεσβύτεροί μας. Εκείνοι που ανοίγουν πόρτες που αλλιώς θα παρέμεναν κλειστές. Οπότε ναι, ο Κάφκα, ακόμη και πριν τον γνωρίσω ή τον διαβάσω, πάντα άκουγα για εκείνον. Όμως όταν τον διάβασα πια, ένιωσα απόλυτη ευγνωμοσύνη. Γιατί επιπλέον είναι και αστείος και χαρακτηρίζοντας «καφκικό» το ένα ή το άλλο, τον βάζουμε σε κουτιά, ενώ είναι τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα. Υπάρχουν όμως και άλλοι, που έρχονται και φεύγουν κάθε πέντε ή δέκα χρόνια, αλλά τους μεταβολίζουμε στη δουλειά μας, στις ζωές μας. Και από μια φάση και μετά είναι σα να κάθονται στον ώμο μας. Αυτή την αίσθηση έχω για τον Roberto Bolaño, τον Bruno Schultz, την Natalia Ginzburg. Είναι συγγραφείς με τους οποίους νιώθω μια σύνδεση, ή θα ήθελα να έχω σύνδεση. Μπαίνουν βαθιά στο σύστημά μου.

Who is who

Γεννημένη το 1974 στο Μπρούκλιν από γονείς Εβραίους της Βρετανίας και των ΗΠΑ η Nicole Krauss, πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 2002. Μέχρι σήμερα έχει γράψει έξι μυθιστορήματα. Το πρώτο της, «Man Walks Into a Room», βρέθηκε στην τελική λίστα για το βιβλίο της χρονιάς των Los Angeles Times. Το 2007 επιλέχθηκε από το περιοδικό Granta για το Best of Young American Novelists και το 2010 το περιοδικό New Yorker την συμπεριέλαβε στη λίστα «Twenty Under Forty». Στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο τα βιβλία της «Η ιστορία ενός έρωτα» (μτφ. Πόλυ Μοσχοπούλου, 2013), «Όταν όλα καταρρέουν» (μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, 2017), «Δάσος σκοτεινό» (μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, 2018) και «Τι σηµαίνει να είσαι άντρας» (μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, 2022).

 

Προηγούμενο άρθροΔέρμα νερού (γράφει η Τζένη Κουκίδου)
Επόμενο άρθροΗρώδειο για έναν μήνα ακόμη -Το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ