Ευριπίδης Γαραντούδης
(Επ’ αφορμή της απονομής του τιμητικού πτυχίου Νομικής του ΕΚΠΑ στον ποιητή Γιώργο Σεφέρη)[1]
Αγαπητέ μου Γιώργο,
στην αποψινή τόσο τιμητική περίσταση θα μου επιτρέψεις, γι’ άλλη μια φορά, την οικειότητα του ενικού. Γνωρίζεις ότι η αγάπη μου, παλιά, σταθερή και βαθιά, για το έργο σου και για εσένα προσωπικά έχει εκδηλωθεί πολλαπλώς, εμπράκτως και δημόσια – γι’ αυτό η οικειότητα. Χαρακτήρισα τιμητική την περίσταση όχι τόσο για εσένα όσο για εμάς που σου απονέμουμε το πτυχίο. Γιατί το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, παίρνοντας αυτή την απόφαση, 109 έτη ύστερα από την εγγραφή σου στη Νομική Σχολή του το 1917, αποκαθιστά, στον βαθμό του δυνατού, την αγνόηση, την απαξίωση ή και την εχθρότητα με τις οποίες σε αντιμετώπισαν διάφορα θεσμικά περιβάλλοντα της πατρίδας σου, όσο ζούσες. Σου θυμίζω ότι ακόμα και ύστερα από τη βράβευσή σου με το Νόμπελ λογοτεχνίας, το 1963, και ενώ έζησες άλλα οκτώ χρόνια, μέχρι το 1971, το μόνο ελληνικό Πανεπιστήμιο που σε τίμησε με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα ήταν της Θεσσαλονίκης, τον Απρίλιο του 1964. Αλλά το Πανεπιστήμιο Αθηνών σε αγνόησε και ύστερα από τον θάνατό σου. Ακόμα και στην Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του η πρώτη μελέτη που αναφέρεται στο έργο σου δημοσιεύτηκε το 1997, αφού είχαν περάσει 35 χρόνια από τη βράβευσή σου – μιλώ μετά λόγου γνώσεως, το έχω μελετήσει το θέμα. Για να ξαναγυρίσω στα παλιά, δεν θέλω να σου θυμίσω την τόσο δυσάρεστη ιστορία της μη εκλογής σου στην Ακαδημία Αθηνών, το 1966, με τη στρεψόδικη επίκληση, όπως θα έλεγαν και οι νομικοί, των περιορισμών του κανονισμού της – άραγε, θυμάται κανείς σήμερα με ευνοϊκές προς αυτόν αναμνήσεις τον ακαδημαϊκό Σπύρο Μελά; Ούτε θέλω να σου θυμίσω ότι ο διευθυντής της ακροδεξιάς εφημερίδας Εστία, στις 19 Φεβρουαρίου του 1971, σε αποκάλεσε σε γραπτό του «χονδρή σμυρναϊκή πυθία των Αθηνών», εξοργισμένος από τη μνημειώδη δήλωσή σου, στις 28 Μαρτίου του 1969, εναντίον της δικτατορίας. Κι αυτόν κανείς δεν τον θυμάται, δικαιοσύνη. Τα γνωρίζεις αυτά. Νομίζω ότι τα ανακάλεσα για να απαλύνω τη δική μου πικρή περίσκεψη ότι απόψε επιτέλους σε τιμά, έστω εκ των υστέρων, το κορυφαίο ελληνικό Πανεπιστήμιο, ένας και ακαδημαϊκός και πνευματικός θεσμός της χώρας που σε πλήγωνε.
Διένυσες όλη τη ζωή σου στα πελάγη της πίκρας, με το αίσθημα ότι οι ξένοι αναγνώστες κι οι ξένοι ομότεχνοί σου σε καταλάβαιναν και σ’ ένιωθαν καλύτερα από τους συμπατριώτες σου. Αυτά σου τα έγραψα το 2019 στο βιβλίο μου Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει. Ένας διά-λογος με τον Σεφέρη.[2] Όλη τη ζωή σου… Αλλά η τωρινή συνάντησή μας είναι μία καλή αφορμή να λησμονήσουμε την πίκρα και να επιστρέψουμε νοερά στην αρχή της διαδρομής, να ξαναθυμηθούμε την έναρξη της πορείας της ενήλικης και δημόσιας ζωής σου, αυτής που σε οδήγησε βήμα το βήμα στην αποψινή τιμητική απονομή του πτυχίου σου. Τον Μάιο του 1917 ολοκλήρωσες την τέταρτη τάξη και αποφοίτησες από το Πρότυπον Γυμνάσιον˙ έχει σωθεί το απόσπασμα του Γενικού Ελέγχου του σχολικού έτους 1916-1917, σήμερα βρίσκεται στο Ιστορικό Αρχείο του ΕΚΠΑ. Έτσι έχουμε πρόσβαση στα προσωπικά σου δεδομένα. Ο γενικός μέσος όρος σου είναι καλός, 8,35, ενώ από τους βαθμούς των μαθημάτων σου ξεχωρίζουν το 9 της Λογικής και το 6,5 των Μαθηματικών. Απόφοιτος του Γυμνασίου πλέον, το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς γράφτηκες στη Νομική Σχολή του τότε Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών – επρόκειτο για το Πανεπιστήμιο που περιελάμβανε τις θεωρητικές σχολές, ενώ δεν υπήρχαν ακόμα εισιτήριες εξετάσεις. Ο εξαίρετος βιογράφος σου, ο Ρόντρικ Μπήτον, έγραψε το 2003 για εκείνη την εποχή: «Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Γιώργος παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ακόμη κι αν γράφτηκε όντως στη Νομική Σχολή μετά το γυμνάσιο. Από τα τέλη Αυγούστου του 1917 […] έως και τον επόμενο Ιούνιο [του 1918], όταν πραγματοποιείται η Έξοδος για το Παρίσι, σχεδόν χάνονται τα ίχνη του».[3] Βλέπεις ότι ο βιογράφος σου εκφράζει την επιφύλαξή του ακόμα και για το αν γράφτηκες στη Νομική Σχολή. Ευτυχώς, στο πολύτιμο Αρχείο σου, που σήμερα βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, έχει διασωθεί το «Δελτίον Αναγνωρίσεως του φοιτητού της Νομικής Σχολής Γεωργίου Σ.[τυλιανού] Σεφεριάδη», η φοιτητική ταυτότητά σου, υπογεγραμμένη από τον τότε πρύτανη και τον γραμματέα του Πανεπιστημίου. Όσο για την εικασία ότι μπορεί να μην παρακολούθησες μαθήματα στη Νομική Σχολή επί ένα ολόκληρο ακαδημαϊκό έτος, η αλήθεια είναι ότι στο Ιστορικό Αρχείο του ΕΚΠΑ δεν υπάρχουν στοιχεία. Το Γενικό Μητρώο Φοιτητών της περιόδου έχει χαθεί, οπότε είναι αδύνατο να βρούμε την πρώτη σου εγγραφή. Επίσης στα βιβλία ανανεώσεων εγγραφών δεν εντοπίζεται το όνομά σου, πιθανότατα επειδή δεν ανανέωσες την εγγραφή σου. Και στα βιβλία των Τμηματικών εξετάσεων δεν υπάρχει κάπου το όνομά σου κι αυτό είναι βάσιμη ένδειξη ότι δεν έδωσες ποτέ εξετάσεις. Γι’ αυτά που σου γράφω αδιάψευστος μάρτυρας είναι η ιστορικός Χάιδω Μπάρκουλα, η υπεύθυνη του ερευνητικού έργου και των αρχειακών συλλογών του Ιστορικού Αρχείου. Τη ρώτησα και με ενημέρωσε σχετικά. Ωστόσο η εικασία ότι δεν παρακολούθησες μαθήματα μού φαίνεται αστήρικτη. Και θα σου πω γιατί. Ο πατέρας σου, ο Στυλιανός, που ήδη τρία χρόνια πριν, το 1915, εξελέγη παμψηφεί Καθηγητής στην έδρα του Διεθνούς Δικαίου του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, ο Στέλιος, που ακόμα κι όταν ήσουν παιδάκι είχε σταθερά από εσένα τόσο υψηλές απαιτήσεις ώστε κάποιες στιγμές σ’ έκανε ν’ ασφυκτιάς, υπάρχει περίπτωση να σ’ άφηνε να μην παρακολουθείς τα μαθήματα στη Νομική Σχολή; Βέβαια, στον χρόνο της εγγραφής σου ο πατέρας σου βρισκόταν και εργαζόταν ως δικηγόρος στο Παρίσι, αναγκάστηκε να πάει εκεί, καθώς η έγκριση του διορισμού του απ’ το Υπουργείο Παιδείας εκκρεμούσε επί χρόνια, λόγω της άμεσης σύμπραξής του με το βενιζελικό στρατόπεδο. Αλλά και από μακριά σίγουρα θα επόπτευε τις κινήσεις σου – θυμάσαι ότι το 1915, όταν ακόμα ήσουν μαθητής, σου έγραψε σε γράμμα του: «Θέλω να είσαι πρώτος, πρώτος σ’ όλα. Πρόσεχε σ’ ό,τι κάνεις, σ’ ο,τι μελετάς, σ’ ό,τι γράφεις σ’ ό,τι λες, συλλογίζου δυο φορές πάντα»;[4] Κατά πάσα πιθανότητα θα σε πίεζε να παρακολουθείς μαθήματα. Αν μου απαντούσες σ’ όσα σου λέω, θα με διαφώτιζες. Αλλά, καθώς δεν μιλάς, μου επιτρέπεις να υποθέσω βάσιμα ότι παρακολουθούσες μαθήματα και λόγω της πίεσης που σου ασκούσε ο καταπιεστικός πατέρας σου. Ίσως να’ ταν κι αυτός ένας λόγος που χάθηκαν τα γραπτά ίχνη σου επί σχεδόν έναν χρόνο. Είχες ήδη αρχίσει να προσπαθείς να ισορροπείς ανάμεσα στις Ερινύες ενός καθήκοντος που οι άλλοι όριζαν για σένα και τη Μούσα της ποίησης που σε καλούσε να την ακολουθήσεις. Από εκεί και πέρα, τόσο η αλληλογραφία σου, που ξεκίνησε το 1919, με την αγαπημένη σου αδελφή, την Ιωάννα, όσο και το ημερολόγιό σου, οι περίφημες Μέρες, που άρχισες να γράφεις από τον Φεβρουάριο του 1925, μας δίνουν αρκετές πληροφορίες και μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε σαφή εικόνα για τα έξι χρόνια της ξενιτιάς σου στο Παρίσι. Στην Αθήνα γύρισες πτυχιούχος Νομικής και σίγουρος ότι θέλεις να γίνεις ποιητής.
Στη συνέχεια η ζωή σου τράβηξε τον δύσκολο δρόμο της υπηρεσίας δύο αφεντάδων. Από τη μία πλευρά, η μίσθια δουλειά στο διπλωματικό σώμα. Περνώντας περισσότερο από το πέμπτον της ζωής σου εις ξένα έθνη, όπως θα έλεγε ο Κάλβος, υπηρέτησες την πατρίδα σου με αίσθημα ευθύνης και καθήκοντος και με πολιτική σωφροσύνη οξύτερη από εκείνη των πολιτικών μας αρχόντων, κι ας σε χαρακτήρισαν συμπατριώτες μας «προδότη της Κύπρου», βυθισμένοι στη βλακεία και την ιδεολογική μισαλλοδοξία τους. Δημόσια δεν αμυνόσουν καν σ’ όλα αυτά – εφάρμοζες τη δαντική αρχή «guarda e passa». Από την άλλη, παράλληλα, ήσουν σταθερά αφοσιωμένος στην ποίηση και στη λογιοσύνη, κι αυτή η αφοσίωση σε έφερε μέχρι το βραβείο Νόμπελ το 1963, την ύψιστη διάκριση που μέχρι τότε είχε, μέσω του δικού σου έργου και του δικού σου προσώπου, η νεότερη λογοτεχνία και γενικότερα ο νεότερος πολιτισμός της γλώσσας μας και της χώρας μας. Αν υπάρχει στη ζωή σου μία περίοδος καθαρής σύγκλισης ανάμεσα στον ώριμο διπλωμάτη, αυτόν που κάποτε ξεκίνησε από την εγγραφή του στη Νομική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, και τον καταξιωμένο ποιητή, αυτόν που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, είναι τα τελευταία χρόνια του βίου σου μέσω της πραγματικά τολμηρής σύμπραξής σου στον αντιδικτατορικό αγώνα – και η περίφημη δήλωσή σου και η συμμετοχή σου στα 18 κείμενα στάθηκαν, απέναντι στους δυσπερίγραπτους της Χούντας και τους υποστηρικτές τους, η τολμηρότερη στάση σε σύγκριση με τη στάση οποιουδήποτε άλλου αστού λογοτέχνη της γενιάς σου. Ο θάνατός σου, το 1971, σε βρήκε στην εποχή της πίκρας, αλλά το έργο σου έριχνε πια τους σπόρους του βαθιά στο έδαφος της συλλογικής μας συνείδησης, κι οι σπόροι αυτοί βλάστησαν και ανθοφόρησαν στα χρόνια της μεταπολίτευσης που δεν πρόλαβες.
Έτσι, αγαπητέ μου Γιώργο, φτάσαμε στη σημερινή περίσταση που είναι μία καλή αφορμή για να αναπτύξω, ενώπιόν σου και μπροστά σε απογόνους συγγενείς σου, μία σειρά από σκέψεις μου γύρω από το ζήτημα της διάρκειας του έργου σου, θέτοντας ερωτήματα και δίνοντας απαντήσεις. Το κύριο ερώτημά μου είναι γιατί συνεχίζουμε να ασχολούμαστε εντατικά με το έργο σου, σε απόσταση μεγαλύτερη του μισού αιώνα από τον θάνατό σου; Προφανώς θα παραβλέψω την αυτονόητη απάντηση, δηλαδή επειδή το έργο σου θεωρείται σημαντικό μέγεθος του λογοτεχνικού μας κανόνα. Επίσης, δεν ασχολούμαστε επειδή αναγνωρίζουμε την ιστορική σημασία του ή τον κομβικό ρόλο του για τον σχηματισμό μίας ρηξικέλευθης ποιητικής φόρμας και μίας νέας ποιητικής ευαισθησίας – αυτά, αγαπητέ μου Γιώργο, είναι δεδομένα πράγματα, μα πλέον πολύ παλιά. Ούτε επειδή ορισμένοι ως και στις μέρες μας σκιαμαχούν με αδειανά πουκάμισα στο πεδίο της αντισεφερικής κριτικής, με στόχο πλέον όχι αυτό καθεαυτό το έργο σου, αλλά την ελλαδική ακαδημαϊκή νεοελληνική φιλολογία, βασικός πυλώνας της οποίας στάθηκε η μελέτη και η έκδοση του έργου σου ύστερα από τον θάνατό σου. Η απάντησή μου είναι ότι συνεχίζουμε να ασχολούμαστε εντατικά με το έργο σου επειδή αντιλαμβανόμαστε πως αυτό έχει ανθεκτική διάρκεια στον χρόνο, πνευματική ζωντάνια, το σφρίγος ενός ζωντανού κειμενικού σώματος που αποτύπωσε την ταυτότητα μίας εποχής και του ανθρώπου που την έζησε, με τρόπο που μας συγκινεί και μας κάνει να στοχαζόμαστε.
Για να εξηγήσω πώς κατορθώνονται αυτά, θα χρησιμοποιήσω μερικές φράσεις για εσένα του αλησμόνητου δασκάλου μου, του Δημήτρη Μαρωνίτη, διατυπωμένες το 1980, επειδή αποτιμούν συνολικά την αξία και τη σημασία του συγγραφικού έργου σου, όχι μόνο του ποιητικού: «Υπεύθυνον άνθρωπο, υπεύθυνο τεχνίτη και υπεύθυνο πολίτη τον θεώρησαν εξαρχής τον Σεφέρη. Αυτό που μπορούμε τώρα πια να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι πρόκειται και για σοφό άνθρωπο, σοφό τεχνίτη και σοφό πολίτη, αν στην έννοια της σοφίας δεν δώσουμε ένα σχολαστικό-ακαδημαϊκό νόημα, αλλά ένα νόημα βαθύτερο – ας πούμε ένα νόημα ωριμότητας που συμβαδίζει με την τέχνη, υποστηρίζει την τέχνη και υποστηρίζεται από την τέχνη».[5] Αυτά είπε για εσένα ο Μαρωνίτης. Θα ξετυλίξω το νήμα της διαπίστωσής του, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ. Η διάρκεια, η ζωντάνια και το σφρίγος του έργου σου οφείλονται στον αξεδιάλυτο δεσμό των διαφόρων όψεών του, στην αντίληψή μας εντέλει ότι το έργο σου είναι ενιαίο και αδιαίρετο, χωρίς χάσματα ή σκιασμένες πλευρές, ο καθαρός καθρέφτης του ίδιου και απαράλλακτου πνευματικού ανθρώπου. Με άλλα λόγια, τουλάχιστον οι συστηματικοί αναγνώστες σου σε διαβάζουμε ως ποιητή (τόσο των επίσημων όσο και των ανεπίσημων ποιημάτων σου), ως δοκιμιογράφο (των μειζόνων «δοκιμών» σου αλλά ακόμα και περιστασιακών σημειωμάτων σου), ως ημερολογιογράφο (του προσωπικού και του πολιτικού ημερολογίου σου), ως αλληλογράφο (της προσωπικής και της δημόσιας αλληλογραφίας σου), ως διπλωμάτη (των υπηρεσιακών εγγράφων σου), θα έλεγα ακόμα και ως φωτογράφο, με άλλα λόγια ως τον σοφό άνθρωπο της εποχής του, αυτόν που συγκρότησε και μας κληροδότησε ένα συγγραφικό έργο πολύ σημαντικό, ανεξάρτητα από τις επιμέρους όψεις του. Ύστερα από τον θάνατό σου και μέχρι σήμερα ήταν και παραμένει αγαθή τύχη ότι τα πνευματικά δικαιώματα του έργου σου τα διαχειρίστηκαν άνθρωποι που σε αγάπησαν και σε αγαπούν, με σταθερή πεποίθηση ότι δεν έχουν λόγο να κρύψουν το παραμικρό. Και πράγματι, είναι η συνανάγνωση και συνεξέταση των διαφόρων όψεων του συγγραφικού έργου σου, του δημόσιου και του ιδιωτικού, του επίσημου και του ανεπίσημου, που σε αναδεικνύει σοφό ως τεχνίτη της ποίησης και του δοκιμίου, κι επίσης σοφό ως ενεργό πολίτη και καθολικά ως άνθρωπο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να λειτουργείς, τουλάχιστον για εμένα, ως καθοδηγητικό παράδειγμα επίγνωσης της ατομικής συνείδησης και της συλλογικής μας ταυτότητας. Αν δεχτούμε –υποθέτω ότι θα συμφωνήσεις μαζί μου– ότι όσοι ασχολούνται με την πολιτική είναι πολύ χρήσιμο να διαβάζουν τον ιστορικό ποιητή Καβάφη, αναρωτιέμαι ποια δική σου συγγραφική όψη μπορεί να αποκλειστεί προκειμένου να στοχαζόμαστε, διαβάζοντάς σε, ποιοι είμαστε, πώς σκεφτόμαστε και τι πράττουμε στη σημερινή Ελλάδα και τον σύγχρονο κόσμο;
Η ιστορική αίσθησή σου, βαθιά ριζωμένη στη γραμματειακή και πολιτισμική μνήμη, αναμετρημένη και με το ακανθώδες πολιτικοκοινωνικό παρόν των καιρών σου και των τόπων σου, σε οδήγησε στην εμπειρική γνώση ιδίως της ελληνικής αλλά και της διεθνούς πραγματικότητας ως κακοφορμισμένης πληγής, αλλά και στην υπέρβαση αυτής της αλγεινής γνώσης, χάρη στην ποιητική αναγωγή της ιστορικής αίσθησης, δια του μύθου, σε μία λυτρωτική διαχρονική αίσθηση της αντοχής μέσα στον χρόνο βασικών αξιών. Πρόκειται, βέβαια, για τις αξίες που κληροδότησε η ελληνική αρχαιότητα στη σύγχρονη Ελλάδα και στον δυτικό πολιτισμένο κόσμο: τη διάρκεια του πολιτισμού τροφοδοτημένη από την αξία της πνευματικής παράδοσης, την ανθρωπιά, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία. Σου θυμίζω ότι γι’ αυτές τις αξίες μίλησες στην τελετή της απονομής του Βραβείου Νόμπελ. Επίσης, τήρησες σταθερά και απαρέγκλιτα τον αξιακό κώδικά σου, μέσα στις συμπληγάδες μίας αντίξοης δημόσιας και ενίοτε και ιδιωτικής πραγματικότητας· κι ο κώδικας αυτός σου επέβαλε ένα απαραβίαστο ή αδέκαστο μέτρο αυστηρότητας και ιδιώτευσης – «Ήταν στρυφνός, οι φίλοι του ήταν λίγοι», όπως έγραψες στο ποίημά σου «Ευριπίδης, Αθηναίος», αλλά συνάμα και δίκαιης, νηφάλιας κρίσης προσώπων, συμπεριφορών και καταστάσεων. Δεν ήσουν ούτε καιροσκόπος ούτε μηχανορράφος. Εύστοχα έγραψε πριν από δύο χρόνια ο βιβλιογράφος και μελετητής σου Δημήτρης Δασκαλόπουλος: «Πολλοί καλοθελητές αποδίδουν σήμερα μομφή στον ποιητή για την τόσο προσεκτική φροντίδα που έδειχνε ισοβίως για την τύχη του έργου του. Ας μην λησμονούμε πως αρκετοί σύγχρονοί μας επιδεικνύουν αναφανδόν ποικίλους ενοχλητικούς τρόπους για την προβολή και την υστεροφημία τους»[6] – με τα δικά σου λόγια, θα σχολίαζα: «Κύριε, όχι μ’ αυτούς». Με δύο λόγια, ήσουν ένας τίμιος άνθρωπος. Αυτό επαλήθευσα πρόσφατα, άλλη μία φορά, μελετώντας και ετοιμάζοντας για έκδοση το μικρό σώμα της αλληλογραφίας σου με τον Έλληνα πρέσβη στη Στοκχόλμη, τον Μιχαήλ Παπαδόπουλο, την περίοδο πριν απ’ τη βράβευσή σου με το Νόμπελ. Η αλήθεια αυτής της αλληλογραφίας είναι αναντίρρητη: τήρησες απαρέγκλιτα τον αξιακό κώδικά σου – σε μία επιστολή του γράφεις ενδεικτικά: «Είμαι ανίκανος, μα ολωσδιόλου ανίκανος να προβάλω τον εαυτό μου – δεν υπάρχει βραβείο που να μπορεί να με κάνει ν’ αλλάξω».[7]
Η τιμιότητα, σε συνδυασμό με τη διορατικότητα και την πολιτική οξύνοιά σου, στάθηκαν επίσης γνώμονας του τρόπου με τον οποίο υπηρέτησες την πατρίδα σου ως διπλωμάτης, εκδηλώνοντας έτσι την αγάπη σου γι’ αυτήν, ενώ παράλληλα έφερες το βάρος από το ισόβιο βίωμα του ανθρώπου που νιώθει πρόσφυγας, ψυχοσυναισθηματικά ξένος στον τόπο του, ανέστιος ανάμεσα σε ανθρώπους που οι περισσότεροί τους δεν μπορούσαν να σε καταλάβουν. Όπως, τέλος, η πίστη στις αξίες σου και η πολιτική σου τόλμη σε έφεραν ευθέως αντιμέτωπο, με τα μνημειώδη τελευταία ποιήματα και τη δημόσια δήλωσή σου, με τη δικτατορία των μικρόνοων συνταγματαρχών. Με λίγα λόγια, το συνολικό συγγραφικό έργο σου, φωτισμένο από την απόσταση του μισού και περισσότερο αιώνα από τον θάνατό σου, επαληθεύει τη διορατική διαπίστωση του αρκετά νεότερου φίλου σου και φιλολογικού εκδότη των ποιημάτων σου, του Γιώργου Σαββίδη, γραμμένη το 1963 στο κείμενό του «Γιατί αξίζει τον κόπο να διαβάζουμε Σεφέρη;»: «[Επειδή ο Σεφέρης είναι] ένας από τους ελάχιστους εκείνους που, με την ιστορική τους συνείδηση και με την απόλυτη αφοσίωσή τους στην τέχνη του λόγου, μας βοηθούν και να αισθανθούμε ακριβέστερα, αλλά ιδίως να ζήσουμε και να πεθάνουμε ορθότερα, και ως ιδιώτες και ως πολίτες, και ως άνθρωποι και ως Έλληνες».[8] Αυτά έγραψε ο Σαββίδης – ίσως τα θυμάσαι.
Αποχαιρετώντας σε, γι’ άλλη μια φορά, με τη βαθιά πεποίθηση ότι σύντομα θα σου ξαναμιλήσω, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ας γίνω λίγο πιο φιλολογικός με την καταληκτική μου διαπίστωση. Η δραματική αίσθηση της ιστορικής πραγματικότητας κι η λυτρωτική καταφυγή στον διαχρονικό μύθο, η γλωσσική καθαρότητα σε συνδυασμό με τον κουβεντιαστό τόνο μίας οικείας φωνής, η μεταφορική ευρηματικότητα, η εικονιστική ενάργεια, το αυστηρά φιλτραρισμένο συναίσθημα που κρατά αποστάσεις από τον συναισθηματισμό, ο βαθιά κατασταλαγμένος στο βίωμα και στα πάθη του σώματος στοχασμός συναρθρώνουν το οργανικό σώμα της ποίησής σου και το κρατούν ζωντανό.
[1] Το κείμενο αυτό αναγνώστηκε στην εκδήλωση «Γεώργιος Σεφέρης – Οδυσσέας Ελύτης. Δίκαιο και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών» (Αίθουσα Τελετών Πανεπιστημίου Αθηνών, Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026) που διοργανώθηκε από το ΕΚΠΑ.
[2] Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει. Ένας διά-λογος με τον Σεφέρη, Αθήνα, Περισπωμένη 2019.
[3] Ρόντρικ Μπήτον, Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον άγγελο. Βιογραφία, Μετάφραση Μίκα Προβατά, θεώρηση μετάφρασης Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Αθήνα, Ωκεανίδα 2003, σ. 64.
[4] Ρόντρικ Μπήτον, Γιώργος Σεφέρης, ό.π., σ. 59.
[5] Οι σκέψεις του Μαρωνίτη έχουν ειπωθεί και περιέχονται στο ντοκιμαντέρ «80 χρόνια από τη γέννηση του Γιώργου Σεφέρη», Σύμβουλος εκπομπής: Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Τηλεοπτική παραγωγή: Γιώργος Σγουράκης, Διεύθυνση παραγωγής: Ηρώ Σγουράκη, Σκηνοθεσία: Γιώργος Καριπίδης, 1980, απόσπασμα, 50΄12΄΄-50΄ 40΄΄. Βλ. https://www.youtube.com/watch?v=J0PVElaQV4I (ημερομηνία επίσκεψης: 3 Μαρτίου 2026).
[6] Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Γιατί ο Σεφέρης σήμερα;», Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί. Περιδιαβάζοντας τα Ημερολόγια Καταστρώματος του Γ. Σεφέρη. Εικαστική αποτύπωση του Ημερολογίου Καταστρώματος Γ΄ από τον Γιώργο Κόρδη, Επιμέλεια Στέφανος Κακλαμάνης, Αθήνα, Εκδόσεις Αρμός 2024, σ. 27.
[7] Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Η δημόσια παρουσία (και απουσία) του Σεφέρη μετά το βραβείο Νόμπελ. Παράρτημα: Η αλληλογραφία Σεφέρη – Μιχαήλ Παπαδόπουλου», Χάρτης, τχ. 67, Ιούλιος 2024, Ημερ. ανάρτησης: 1η Ιουλίου 2024, https://www.hartismag.gr/hartis-67/dokimio/i-dimosia-paroisia-kai-apoisia-toi-seferi-meta-to-vraveio-nompel.
[8] Βλ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Γιατί ο Σεφέρης σήμερα;», ό.π., σ. 29-30.






















