Πέμπτη, 30 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Έντιτ Σέντεργκραν: Θρίαμβος να υπάρχεις…(γράφει η Δήμητρα Μήττα)

Έντιτ Σέντεργκραν: Θρίαμβος να υπάρχεις…(γράφει η Δήμητρα Μήττα)

0
155

 

γράφει η Δήμητρα Μήττα

Τα ποιήματα της Έντιτ Σέντεργκραν, παρά το προαναγγελθέν στην ίδια σύντομο τέλος του βίου της, δείχνουν έναν νέο άνθρωπο, μια νέα γυναίκα στην πιο καλή της ώρα, φουσκωμένη από την ορμή της νιότης, σπόρος που σκάει, διαρρηγνύει την επιφάνεια και διεκδικεί την ύπαρξη διαχέοντας τις δυνατότητές της, Γνωρίζοντας, προφανώς, την ελληνική αρχαιότητα, στην ποίησή της εμφανίζεται, η ίδια ή το ποιητικό υποκείμενο, ως βακχίδα που σεριανάει στη φύση και την αγκαλιάζει, που υμνεί τον Διόνυσο και παρασύρεται από αυτόν συμμετέχοντας στον θρίαμβό του (σ. 56), αμαζόνα που τρέχει ελεύθερα πάνω σε άλογο, Οδυσσέας που αγναντεύει τον καπνό απ’ τις καμινάδες της πατρίδας […] (σ. 23), σύντροφος Κενταύρων (σ. 25), Κασσάνδρα που με τις δάδες της αποκαλύπτει το τρομερό και την ομορφιά (σ. 54), Ναϊάδα (σ. 85) που κυκλοφορεί στα δάση, κοιμάται εκεί. Η ποιήτρια γνωρίζει την κυριαρχία της μοίρας και το αναπόδραστο αλλά και την επιθυμία για μια ελευθερία, ενίοτε άγρια, όπως των μαινάδων.

Η ποιήτρια επισημαίνει τη διεισδυτική ποιητική όραση, για παράδειγμα την ικανότητα του ποιητή να βλέπει απρόσιτα κουκουνάρια, να χρησιμοποιεί λέξεις αλλιώτικες –Είναι σαν άρωμα λουλουδιού τη νύχτα, /που κανείς δεν βλέπει (σ. 28). Και ο πρόωρος θάνατός της –της είχε προαναγγελθεί από νωρίς– καθιστά ποιήματα και στίχους της προφητικά: είδα μια γυναίκα, χαμογελαστή και βαμμένη, / να ρίχνει τα ζάρια στην τύχη της / και να βλέπει πως χάνει. // Ένας κύκλος χαράχτηκε γύρω από αυτά τα πράγματα / που κανείς δεν τον υπερβαίνει –είναι στίχοι από το πρώτο ποίημα της συλλογής, γραμμένο το 1916 όταν η ποιήτρια ήταν 24 χρονών (σ. 17). Αλλά βέβαια τέτοιες προφητείες για τον αναγνώστη που γνωρίζει τη βέβαιη κατάληξη μόνο θλίψη μπορεί να προκαλούν: Πρέπει να περιμένω τον ήρεμο θάνατο που φέρνει ελευθερία στην ψυχή μου! (σ. 20)

Η ανάγνωση κυλά, ο ρυθμός παρασέρνει, μέχρι που η αίσθηση σκοντάφτει πάνω στις απαιτήσεις του νου – [δεν] γέρνει το κεφάλι μου προς την καρδιά μου, σε αντίθεση με της ποιήτριας. Δίνω ένα παράδειγμα. Στο ποίημα «Η μέρα δροσίζει» σε αρκετούς στίχους η ποιήτρια απευθύνεται σε ένα εσύ: Πιες, Κράτα, Έριξες, Ω, εσύ, Αναζήτησες, βρήκες. Ποιο είναι αυτό το εσύ; Είναι ένας εραστής; Ο ίδιος ο θεός έρωτας; Ο θεός της ποίησης; Όποιος και να είναι προκαλεί τη δοτικότητα και τη δεκτικότητα του ποιητικού υποκειμένου, σαν να είναι παιδί (σ. 80), που ανοίγεται, διοχετεύει τη θέρμη, τη φλόγα του συναισθήματος και παίρνει. Ένα παρθενικό υποκείμενο, αγνό, λευκό, που ανοίγεται και εγχωρεί σε αυτό το άπαν, με ό,τι αυτό περιλαμβάνει, το όμορφο και το βίαιο, τη στιγμή και το εφήμερο: Έπειτα ανάλαφρα /το πνεύμα της στιγμής θα καθίσει /πίνοντας /από εύθραυστο χρυσό ποτήρι /στην υγειά της στιγμής (σ. 51). Όμως αυτό το «εσύ» έχει και τα στοιχεία μιας κατάκτησης, ενός βάρους, της απώλειας: Θα ήταν παράξενο να νιώσω, / μια νύχτα μόνο, μια νύχτα σαν αυτή, /στο στήθος μου το βαρύ σου κεφάλι […] Ω, εσύ, κυρίαρχε με τα ψυχρά μάτια, / αποδέχομαι το στέμμα που μου προσφέρεις, / που γέρνει το κεφάλι μου προς την καρδιά μου… […] Σήμερα είδα για πρώτη φορά τον αφέντη μου, / τρεμάμενη τον αναγνώρισα αμέσως. / Τώρα νιώθω κιόλας το βαρύ του χέρι στο ελαφρύ μου μπράτσο… […] Τώρα αισθάνομαι κιόλας το σφιχτό του κράτημα / στο τρεμάμενο σώμα μου (σ. 180). Αυτό το εσύ στερεί από το ποιητικό υποκείμενο το ηχηρό παρθένο γέλιο και το κάνει να αναρωτιέται για το πού είναι η γυναικεία ελευθερία που περπατούσε με ψηλά το κεφάλι, που το κάνει να ακούει τον σκληρό ήχο της πραγματικότητας που θραύει τα εύθραυστα όνειρα. Ποιο είναι αυτό το εσύ; Ενίοτε, η φιλολογική μου δυσκαμψία σκοντάφτει αναζητώντας το συγκεκριμένο πίσω από ένα ρυθμό που παρασέρνει και δονεί ανεπίγνωστα χάρη στη μετάφραση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη. Εκτός κι αν είναι ο θάνατος, οπότε μερικώς δικαιολογούμαι…

Αλλά αν η φιλολογική σκευή μου προκαλεί κάποιες φορές δυσκαμψία, άλλες πάλι φορές με βοηθά να δω, στη συγκεκριμένη περίπτωση την ισοσθένεια, σχεδόν, ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι –ίσος περίπου αριθμός λέξεων για τον ήλιο και τη νύχτα και το σκοτάδι, με εικονοπλασία τόσο για το ένα όσο και για το άλλο. Βυθιζόμαστε στις εικόνες της ποιήτριας και αναγνωρίζουμε δικά μας τοπία –το φεγγάρι στη θάλασσα, τις σκιές των θάμνων στο γυαλό, τη σιγή που ξεσηκώνουν τον ύπνο και το όνειρο, το φθινόπωρο με το χρυσό υπόστρωμα του δάσους («Νυχτερινό», «Οι μέρες του φθινοπώρου» σ. 21). Στα ποιήματα «Το τελευταίο λουλούδι του φθινοπώρου» (σ. 27) και στο «Οι μέρες του φθινοπώρου» (σ. 22) θαύμασα τον τρόπο που η ποιήτρια δίνει το πριν, το παρόν, το μετά, τον υπονοούμενο αδιατάρακτο κύκλο των εποχών. Το παρόν του φθινοπώρου είναι χωρίς επιθυμίες και λαχτάρες, χορτάτο από λουλούδια, κουρασμένο από την πρασινάδα των προηγούμενων εποχών, από το κρασί του τρύγου. Η μόνη βεβαιότητα είναι το χιόνι του χειμώνα. Και είναι αυτή η πληρότητα νομίζω που την κάνει να μιλά για τον θρίαμβο να υπάρχεις στο ομώνυμο με τη συλλογή ποίημα. Αλλά αν διαβάσουμε το ποίημα αυτό, το δεύτερο, σαν να αφορά τη λεγόμενη τρίτη ηλικία; Σαν μια συμβουλή ή σαν μια υπενθύμιση για την ησυχία που προσφέρει –καμιά προσμονή, καμιά ανασφάλεια για το τι πρόκειται να συμβεί, πλήρης, γεμάτος από μια ζωή που είχε και χρώματα και την κούραση της προσδοκίας, τις αντιφάσεις της: Οι μέρες του φθινοπώρου είναι διάφανες /βαμμένες στο χρυσό υπόστρωμα του δάσους… /Οι μέρες του φθινοπώρου χαμογελούν σε όλο τον κόσμο. /Είναι τόσο όμορφο ν’ αποκοιμιέσαι δίχως επιθυμία, /χορτασμένος από άνθη και κουρασμένος από την πρασινάδα, /με κρασιού κόκκινο στεφάνι στο προσκεφάλι… /Η φθινοπωρινή μέρα πια άλλη λαχτάρα δεν έχει, /τα δάχτυλά της είναι αμείλικτα κρύα, /στα όνειρά της παντού βλέπει /πώς πέφτουν αδιάκοπα λευκές νιφάδες… Το ποίημα αφήνεται στον αναγνώστη και στις προσωπικές του εμπειρίες και προσλαμβάνουσες.  

Στην ποίηση της Σέντεργκραν αποκαλύπτονται τους πυλώνες στους οποίους βασίστηκε ο ψυχισμός της: η ιστορία –Λαχταρώ πέρα στους παλιούς μου τάφους–, η φύση, και μάλιστα με μια οικολογική συνείδηση: μιλώ σιγανά με τα αιχμάλωτα δέντρα /και κάποιες φορές τα παρηγορώ (σ. 20), η αναζήτηση ταυτότητας, ορισμού του εαυτού («Εγώ», σ. 23) αλλά και σε μια αναρώτηση για το τι είναι Θεός, με θήτα κεφαλαίο και με θήτα μικρό, θαρρείς και ο θεός μπορεί να είναι το πιο μικρό (μαξιλάρι για το κεφάλι, στήριγμα για το πόδι…) ή ένα ον που περικλείει όλες τις αντιφάσεις –για παράδειγμα, άσπιλη ψυχή του αόρατου /     και το ήδη σηπόμενο σώμα του αδιανόητου […] μια φυλακή για τις ελεύθερες ψυχές […] άρπα για το χέρι της πιο δυνατής οργής (σ. 24), τράβηξε τις πυρωμένες ακτίνες του στην παγωμένη κάμαρα των ματιών σου! […] τότε το λυκόφως του θα είναι το φως σου και η ξηρασία του η πηγή σου, /όταν θα περιπλανιέσαι στις αίθουσες ενός απέραντου κάστρου / και θα νιώθεις ότι αγαπάς /και πως εκείνος ζει μόνο από το λευκό ψωμί της αγνότητάς σου /και πως το αίμα του ρέει μόνο /στο ρυάκι της μητρικής σου τρυφερότητας. /Θα είναι βαρύ και υπέροχο /και σκληρό κι αναπόσπαστο (σ. 42). Η ζωή είναι και τούτο και το άλλο, το ένα είναι συμπληρωματικό του άλλου: Το χέρι σου είναι πόθος — / το χέρι μου είναι λαχτάρα (σ. 43) αλλά και διαρκώς ένα ελλιπές, ανεκπλήρωτο, ακόρεστο, αλλιώτικο, μια διαρκής δίψα. Είναι άραγε τυχαίο ότι στη λαχτάρα παραχωρεί στίχους της η ποιήτρια δεκαέξι φορές; Θα τραγουδήσω ώστε η λαχτάρα μου να πάψει, /αυτή που ποτέ δεν έχει αναπαυθεί, /έτσι που να σπρώχνει τη λύρα από κοντά της /σαν να είχε εκπληρωθεί η αποστολή του τραγουδιού (σ. 45). Και αλλού γράφει: διψώντας για περισσότερα (σ. 46) ή επικαλείται τον αεί πεινασμένο Τάνταλο να γεμίσει την κούπα του (σ. 65). Εξάλλου, μέσα από επαναλήψεις και την αέναη κυκλική πορεία η ποιήτρια δείχνει την αδηφαγία του ανθρώπου, που ζητά και βρίσκει, όμως όχι ακριβώς αυτό που ζητά, δεν μένει ευχαριστημένος από αυτό που βρίσκει και απογοητεύεται: Αναζήτησες ένα λουλούδι /και βρήκες έναν καρπό. /Αναζήτησες μια πηγή /και βρήκες μια θάλασσα. /Αναζήτησες μια γυναίκα /και βρήκες μια ψυχή — /είσαι απογοητευμένος (σ. 19). Θεωρώ όμως ότι η υπέρτατη λαχτάρα της είναι η καθυποτακτική και μεταμορφωτική δύναμη της ποίησης, όπως φαίνεται σε ποιήματα το «Ορφέας» ή και το «Ο βωμός του ρόδου», όπου το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται ως Ιέρεια του ναού /μυημένη, φρουρός /της φωτιάς του μέλλοντος (σ. 51).

Η ποίησή της στρέφεται γύρω από τη γυναίκα, αναπόφευκτα δηλαδή και γύρω από τον άνδρα. Στο ποίημα «Βιολετί δειλινά» τέσσερις φορές αναφέρεται στον άνδρα αλλά με τρόπο αρνητικό: Ο άνδρας δεν έχει έρθει, ποτέ δεν υπήρξε, ποτέ δεν θα υπάρξει… / Ο άνδρας είναι ψεύτικος καθρέφτης που η κόρη του ήλιου, γεμάτη οργή, πετά στα βράχια, / ο άνδρας είναι ένα ψέμα, ακατανόητο για τo αγνό παιδί, / ο άνδρας είναι ένα σάπιο φρούτο που τα περήφανα χείλη περιφρονούν. (σ. 25). Το ίδιο και στο ποίημα «Εμείς οι γυναίκες»: Κάποτε αγάπησα έναν άνδρα — δεν πίστευε σε τίποτα… /Ήρθε μια κρύα μέρα με άδεια μάτια, /έφυγε μια βαριά μέρα με τη λησμονιά στο μέτωπο. /Αν το παιδί μου δεν ζει, είναι δικό του… (σ. 30) Μισεί άραγε τον άνδρα η ποιήτρια ή μήπως απαρνιέται τον άνδρα όπως τον φέρει ο χρόνος στο φαντασιακό των γυναικών; Η ποιήτρια επισημαίνει: Πόσο αργά διαβρώνει ο χρόνος την ουσία των πραγμάτων (σ. 20). Και δεν είναι μόνο η ουσία που μένει αναλλοίωτη στον χρόνο, είναι και τα στερεότυπα που δύσκολα μετατοπίζονται –γύρευα τα παραμύθια που άκουσα παιδί (σ. 29), Μαζί προσμένουμε /την ημέρα των παραμυθιών (σ. 55). Αντιστικτικά, φτιάχνει έναν ύμνο για τις γυναίκες που τις ταιριάζει ο ήλιος, ένα καθαρά αρσενικό σύμβολο: Κίτρινες ηλιόλουστες μέρες με λαμπερές ματιές, / μόνο οι ηλιαχτίδες τιμούν επάξια ένα τρυφερό γυναικείο σώμα… Αυτή, η γυναίκα, είναι η κόρη του ήλιου –στην ελληνική μυθολογία είναι η Πασιφάη που ερωτεύτηκε τον ταύρο- που προτρέπει τις άλλες σε ένα εγερτήριο κάλεσμα, σαν την Αγαύη στις Βάκχες του Ευριπίδη. Κι ωστόσο, θεωρώ ότι η Σέντεργκραν και για τη γυναίκα επιδιώκει την απέκδυση από τα στερεότυπα του φύλου της όταν λέει: Δεν είμαι γυναίκα. Είμαι ουδέτερο σ’ ένα ποίημα που όλοι οι στίχοι, εκτός από τον πρώτο, ξεκινά με το Είμαι προσθέτοντας συνεχώς προσδιορισμούς σε αυτό το υπαρκτικό ρήμα (σ. 26).

Η γυναίκα της Σέντεργκραν περιπλανιέται μοναχικά, χοϊκά –Εμείς οι γυναίκες είμαστε τόσο κοντά στη σκοτεινή γη (σ. 30)–, χάνεται, βρίσκεται, αισθάνεται, ψάχνει την ομορφιά και τη βρίσκει στο κάθε τι, στο σύνολο της ζωής, δεν χάνει τον πυρήνα της –Στον κήπο του αγαπημένου μου δε χάθηκα, /εκεί καθόταν ο χαρούμενος κούκος, που ακολούθησε η λαχτάρα μου (σ. 29)–, όμως έχει ανάγκη την αγάπη: Ω, κράτα με στην αγκαλιά σου τόσο σφιχτά /που να μη χρειάζομαι τίποτα (σ. 33) –δεν ξέρω αν βρήκα άλλο στίχο στη συλλογή των 24 χρόνων που να μιλά για κάτι τέτοιο, για την εξάρτηση, τη σημασία του άλλου, συνήθως διακηρύσσει Εγώ, δεσμώτης του εαυτού μου … (σ. 35), ενώ την αγάπη την εννοεί περισσότερο καθολικά («Ψυχή σε αναμονή», σ. 36).

Η ποιήτρια ψάχνει να ορίσει την ομορφιά, τη ζωή, τη γυναίκα, την ευτυχία, μια χώρα,  και το κάνει με αρνήσεις και θέσεις –δεν είναι, είναι– ή αντιστικτικά –στην ευτυχία αντιπαραβάλλει τον πόνο (σ. 37-38). Στα δεν αντιπαραβάλλονται τα θα δεν άγγιξε, δεν μέτρησε, δεν μπήκαν, δεν σε νοιάζει – θα έρθει, θα είναι, θα περιπλανιέσαι, θα νιώθεις (σ. 42), και η συγκεκριμενοποίηση του οράματος και του επιθυμητού (σ. 83). Γράφει για τον θρίαμβο της ύπαρξης εντάσσοντας το κάθε ον, ως μέρος, στο σύνολο του παντός. Κι ωστόσο, αν και με ορμή κατευθύνεται στην ύπαρξη, αν και ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στον φόβο επισημαίνοντας όλα όσα ο άνθρωπος ανασαίνει, όλα όσα ξετυλίγονται μέσα στον χρόνο, ωστόσο δεν στέκεται απέναντι στον χρόνο χωρίς φόβο: Χρόνε-φονιά — φύγε μακριά από μένα! / Ο ήλιος γεμίζει το στήθος μου με γλυκό μέλι ώς το χείλος /και λέει: όλα τ’ αστέρια κάποτε θα σβήσουν, όμως πάντα λάμπουν δίχως φόβο (σ. 41).

Το ποίημά της «Ο κόσμος κολυμπά στο αίμα…» (σ. 44) μου αποκαλύφθηκε μια διάσταση της ανθρωποθυσίας όπως την ξέρουμε από την αρχαιότητα που δεν την είχα σκεφτεί, κι ας είναι μια σκέψη που θα έπρεπε να είναι αυτονόητη. Ο Θεός, οι θεοί θρέφουν τη δύναμή τους μέσα από το αίμα, την καταστροφή, τις αστραπές, τα αγκάθια, όλα αυτά που είναι αναγκαία για κάθε αλλαγή. Πόσο σκληρό, τι τρόμο ξεσηκώνει αυτή η συνειδητοποίηση, ίλιγγο, σιωπή πριν από… Αυτό μοιάζει να είναι η άλλη πλευρά του έρωτα που δημιουργεί τον κόσμο νέο, που κοιτάζει με βλέμμα που καίει (σ. 67), ο Έρωτας, ο πιο σκληρός απ’ όλους τους θεούς (σ. 74).

Πιο σκοτεινή γίνεται η ποίησή της όσο πλησιάζει το δικό της τέλος, όσο αισθάνεται τη σκιά του μέλλοντος (σ. 64). Και πιο απαισιόδοξη –για τις μάχες των ανθρώπων μεταξύ τους, για τις ιδέες και τις ιδεολογίες, για την καταστροφή και τη σωτηρία, και τα δυο τυχαία, για το σκοτάδι που κυριαρχεί, για τη μοναξιά, για το αναπόφευκτο του θανάτου, για τα μυστικά και για τις σκέψεις που δεν τολμώ να δείξω σε κανέναν (σ. 75). Κι ωστόσο, όσο βιώνει την ευθραυστότητα του σώματος, τόσο αισθάνεται τη δύναμή του, γιγαντώνει η επιθυμία της η ποίησή της να γίνει δύναμη (σ. 68) –μέσα από τα χείλη μου ξεχύνεται η θέρμη ενός θεού (σ. 69)- αλλά συμβιβάζεται πια με τις σύντομες στιγμές που η έρημος ανθίζει (σ. 76), όμως κτίζει και το μέλλον της με τη σοφία ή την απελπισία που της δίνει η επίγνωση του τέλους και η εμπειρία της ζωής που έζησε, ένα εξαίσιο ποίημα που μπορεί να επαναφέρει εμάς τους ζωντανούς στην ουσία της ύπαρξης (σ. 77): Μια παράξενη στιγμή /μου έκλεψε το μέλλον, /το πρόσκαιρα συναρμολογημένο. /Θα το ξαναχτίσω πολύ πιο όμορφο. /όπως το είχα σκεφτεί από την αρχή. /Θα το θεμελιώσω πάνω σε στέρεο έδαφος /που λέγεται θέλησή μου. /Θα το υψώσω σε ψηλές κολώνες /που ονομάζονται ιδανικά μου. /Θα το χτίσω με μια μυστική κρυφή δίοδο /που λέγεται ψυχή μου. /Θα το χτίσω με έναν ψηλό πύργο /που λέγεται μοναξιά.

Μόνο που αν είναι, όπως η ίδια λέει, μια απύθμενη θέληση, ακολουθώντας τη νιτσεϊκή φιλοσοφία, ωστόσο η ποιήτρια, όχι η φιλοσοφική σκέψη, δεν γνωρίζει το αντικείμενο αυτής της βούλησης –θέλει, αλλά τι; Και επειδή γνωρίζουμε το τέλος της που επήλθε σε νεαρή ηλικία, βρίσκω σπαρακτικό το ποίημα «Επιστροφή στο σπίτι» όπου ένας μέγας φύλακας μου απλώνει το χέρι καλοσυνάτα (σ. 81). Πώς διαβάζεται χωρίς την εξωκειμενική πληροφορία του θανάτου της; Η ασφάλεια του σπιτιού, όπου επιστρέφει κανείς μετά από ταξίδια απομάκρυνσης; Η ασφάλεια ότι κάποιος είναι εκεί και περιμένει; Κι αν στην ποίησή της κυριαρχούσε ο ήλιος με την αρρενωπότητα και τη δύναμή του, στα τελευταία ποιήματα της συλλογής, κυριαρχεί το φεγγάρι με την κρυπτικότητά του (σ. 82) και κίονες (σ. 80), σαν αυτούς που απεικονίζονται στον «Τάφο του Βουτηχτή» στην αρχαία αποικία της Ποσειδωνίας (Paestum) με έναν νέο άνδρα να πηδά σε νερό, συμβολίζοντας τη μετάβαση της ψυχής στον Κάτω Κόσμο (περίπου 480 π.Χ.): Θα μου δείξεις μια θαυμάσια χώρα /όπου στέκουν ψηλές οι φοινικιές, /και εκεί ανάμεσα στις σειρές των κιόνων, /κυλούν τα κύματα της λαχτάρας («Άφιξη στον Άδη», σ. 84). Για να κλείσει η συλλογή με ένα ποίημα αποχαιρετιστήριο, το «Nocturne».

 

Έντιτ Σέντεργκραν, Θρίαμβος να υπάρχεις… μτφρ. Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη  (Θεσσαλονίκη: εκδ. Εντευκτήριο, 2025).

 

Προηγούμενο άρθροMorten Dürr: Ξεχνάμε πως βλέπαμε τον κόσμο όταν ήμασταν παιδιά..(συνέντευξη στην Βασιλική Βασιλούδη)
Επόμενο άρθροΕθνική φυγή (διήγημα της Δήμητρας Διδαγγέλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ