από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου
Η περίπτωση του Ε. Χ. Γονατά (1924-2006) ως πεζογράφου παραμένει μέχρι και τις ημέρες μας εντελώς μοναχική, όποια εκδοχή του έργου του κι αν εξετάσουμε, ακόμα και αν λάβουμε υπόψη το νεανικό κοινό το οποίο μοιάζει να ανακαλύπτει πλέον έναν όντως αγνοημένο θησαυρό. Ο Γονατάς έγραψε μόνο αφηγήματα και διηγήματα (αν μπορούμε όντως να διακρίνουμε ανάμεσα στα δύο), άλλοτε μεμονωμένα κι άλλοτε ενταγμένα σε ένα μικρό, αλλά πυκνό σύνολο. Μετά το 1974 θα δημοσιευτούν τρία πεζογραφικά βιβλία του: Ο φιλόξενος καρδινάλιος (1986), Η προετοιμασία (1991) και Τρεις δεκάρες (2006). Προδικτατορικά θα κυκλοφορήσουν άλλα τρία: Ο ταξιδιώτης (1945), Το βάραθρο (1963) και Οι αγελάδες (1963). Ο εξαρχής υπονομευμένος ρεαλισμός της απόδοσης της εξωτερικής πραγματικότητας, η από σκοπού αοριστία και ασάφεια με την οποία σχηματίζονται οι μορφές της, σε συνδυασμό με ένα μόνιμο κλίμα ονείρου και υπέρβασης, δείχνουν αμέσως την όσμωση της πρόζας του Γονατά με την ελευθερία και με τη φαντασία του ποιητικού λόγου. Σε ένα άλλο επίπεδο, σημαντικό ρόλο θα παίξουν στα κείμενά του και ο υπερρεαλισμός ή το παράλογο. Ο αποσπασματικός ιστός και οι αιφνίδιες διακοπές της δράσης, που αφήνουν τα τεκταινόμενα κυριολεκτικώς στη μέση του πουθενά, αλλά και τα παράταιρα, κάποτε χιουμοριστικά συμπλέγματα με τα οποία καλύπτονται τα προκαλούμενα κενά, προσδίδουν μιαν ιδιαίτερη, ανορθολογική ρευστότητα στα έμβια (πρόσωπα, ζώα, φυτά) και τα άβια (αντικείμενα) των ιστοριών του. Παρόλα αυτά, ο Γονατάς θα φλερτάρει με την ποίηση και με τον υπερρεαλισμό ή με το παράλογο δίχως να εγκλωβιστεί ποτέ στα όριά τους. Το ίδιο θα συμβεί και με τον εξπρεσιονισμό, με τους εκπροσώπους του οποίου θα εμπλακεί και μεταφραστικά.
Αυτό είναι το φάσμα το οποίο θα διατρέξει η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου με το βιβλίο της Ε. Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη με τον χαρακτήρα μιας πολλαπλά συνθετικής μελέτης. Συνθετική επειδή αναλαμβάνει να συμπλέξει την εξιστόρηση του προσωπικού, του διανοητικού και του καλλιτεχνικού βίου του Γονατά με μια εις βάθος και πολυμερή έρευνα για τους δεσμούς του πεζού του έργου, όπως τους προλάβαμε πρωτύτερα, με τη φαντασία και με το όνειρο της ποιητικής γλώσσας, με τον υπερρεαλισμό, με τον εξπρεσιονισμό, με το παράλογο, με το αστείο και με το χιούμορ, καθώς και με το παράξενο, με το παράδοξο και με το φανταστικό υπό την έννοια των αυτοδύναμων λογοτεχνικών ειδών.
Συνθετική, όμως, παραμένει η Αμπατζοπούλου και εξαιτίας του ότι τη θεωρία που δοκιμάζει το βιβλίο της ad hoc -και όχι γενικά και αφηρημένα- επί των κειμένων του Γονατά, τη συνταιριάζει με την ελευθερία και με τη ζωντανή, σχεδόν σωματική και οπωσδήποτε αντι-ακαδημαϊκή έκφραση του δοκιμίου. Θα παρακολουθήσουμε εν προκειμένω τον διάλογο, την πολυφωνία και το αναποδογύρισμα των σημασιών, των αξιών και του κόσμου μέσα από το παιχνίδι του καρναβαλιού του Μπαχτίν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει τις εικόνες ο Γονατάς, συνομιλώντας με τις λογοτεχνικές ιδέες του Ιβάν Γκολ. Χωρίς ποτέ, πάλι όπως το σημείωνα προεισαγωγικά, να μένει στην πεπατημένη και να κλείνεται σε ειδολογικά τείχη, όση πρωτοτυπία κι αν φέρνουν στο εσωτερικό τους όταν τα πρωτοσυναντά. Η Αμπατζοπούλου θα τονίσει άλλωστε από την πρώτη στιγμή τη μακρά γραμμή φιλίας που είχαν με τον Γονατά μέχρι τον θάνατό του και το ελεύθερο και ανοιχτό πνεύμα που συνείχε τον ίδιο σε όλες τις κινήσεις και τις επιλογές του.
Μικρασιατικής καταγωγής, από το Αϊβαλί, ανιψιός του βενιζελικού στρατιωτικού και πολιτικού Στυλιανού Γονατά, ο Επαμεινώνδας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα σε ένα απολύτως ευνοϊκό περιβάλλον για το μέλλον του. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου θα τον ενθαρρύνει με τα πρώτα γραπτά του, ο κατοπινός αυτόχειρας Γιώργος Μακρής θα του ανοίξει στο σχολείο τους τον δρόμο για τη γαλλική και για τη ρωσική λογοτεχνία, ο Γιώργος Κοτζιούλας θα του μάθει τις αφανείς δυνατότητες της ηθογραφίας, με τον Δ. Π. Παπαδίτσα και με το βραχύβιο πλην εξαιρετικά ανήσυχο και διερευνητικό περιοδικό τους Πρώτη Υλη θα ξεναγήσουν και θα ξεναγηθούν σε πρωτόφαντες σφαίρες και με τον Νίκο Καχτίτση θα τους ενώσει αειθαλής αλληλογραφία.
Και μια και ανιχνεύουμε λογοτεχνικές πηγές, θα επιμείνω κάπως, προεκτείνοντας τις σκέψεις της Αμπατζοπούλου, στη γόνιμα χαλαρή σχέση του Γονατά με τη γοτθική παράδοση και με το φανταστικό καθώς αμφότερες οι κατηγορίες δεν θα αποκτήσουν επ’ ουδενί στον λόγο του αυξημένη τυπική ισχύ. Ο τρόμος, επί παραδείγματι, που αποτελεί εκ ων ουκ άνευ στοιχείο της γοτθικής παράδοσης, θα προσλάβει στα γραπτά του μιαν υπογείως παρωδιακή υφή μέσα από ένα σύμπλεγμα λεπτών ειρωνικών αποχρώσεων οι οποίες θα μετατοπίσουν το κέντρο βάρους από τα δρώμενα προς τη διαδικασία της παραγωγής τους και προς τα εργαλεία τα οποία θα επιστρατευτούν αν χρειάζεται να γίνει φανερό το προσχηματικό του μύθου και της πλοκής. Αναλόγως θα κινηθεί ο συγγραφέας και ως προς το φανταστικό. Αντί να επινοήσει κάτι εξόφθαλμα υπερβατικό και μη πιστευτό, υπογράφοντας μια νοερή συμφωνία με τον αναγνώστη για την αποδοχή του, προτιμά να αφήσει τον τελευταίο σε μια κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, σε ένα μετέωρο «αναμεταξύ», το οποίο θα εντείνει το αίσθημα της αναμονής και θα τον καταστήσει, λόγω της πολυσημίας του, προνομιακό ερμηνευτικό πρωταγωνιστή.
Σε μιαν εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας το βάρος της πολιτικής και της Ιστορίας θα πέσει με όλη του τη δύναμη στις πλάτες της τέχνης, ο Γονατάς θα τραβήξει τον δικό του, πέρα για πέρα ανεξάρτητο δρόμο, διαγράφοντας την τροχιά του έξω από τον ιστορικό χρόνο ή, για να το πω καλύτερα, έξω από οιονδήποτε χρόνο. Και η Αμπατζοπούλου πορεύεται σε όλο τον δρόμο δίπλα του, φωτίζοντας κρυφά σημεία τόσο με τον επιστημονικό και με τον κριτικό οπλισμό της όσο με τους υποβλητικούς μα πρωτίστως αισθαντικούς τρόπους της γραφής της.
Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ε. Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες, Πατάκης
![]()





















