Παρασκευή, 1 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ «Off-off» Θεατρικά στο Μανχάτταν (γραφει ο Χρήστος Τσιάμης)

«Off-off» Θεατρικά στο Μανχάτταν (γραφει ο Χρήστος Τσιάμης)

0
134

γραφει ο Χρήστος Τσιάμης

  

Namedropping

zosia-mamet

Δεν περίμενα να βγω έξω αυτό το βράδυ, και μάλιστα να πάω σε μια θεατρική παράσταση. Ούτε και να βρεθώ σε αυτό εδώ το πάρτυ των ηθοποιών, αμέσως μετά, στο υπόγειο κλαμπ που είναι ένας σύντομος περίπατος από το θέατρο.  Ένα τηλεφώνημα όμως άλλαξε τα πάντα.  Και τώρα, αφού παίρνω το ποτό μου από το μπαρ, γυρίζω και βρίσκομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τη Ζόσια Μάμετ, τη νεαρή συμπρωταγωνίστρια τού έργου.  Μια ανταλλαγή χαμόγελων, και στη συνέχεια «small talk», όπως το απαιτούν οι κανόνες συναναστροφής εδώ.  Κάτι μου λέει αυτή, που τώρα δεν το συγκρατώ.  Πρέπει να της πω και εγώ κάτι.  Δυο πράγματα που έχουν ξεπεταχτεί αυτόματα στο μυαλό μου, και σπρώχνονται ποιο θα βγει από το στόμα πρώτο, σίγουρα δεν ταιριάζουν στη στιγμή.  Τι να της πω δηλαδή;  Πόσο απόλαυσα το όμορφο σώμα της, ολόγυμνο, σε εκείνη τη σκηνή διαρκείας;  Ή το πόσο αντιπαθής μου ήταν ο πατέρας της, ο διάσημος θεατρικός συγγραφέας Ντέϊβιντ Μάμετ;  Όχι τόσο από τα έργα του, αλλά από κάθε τι άλλο που ξεστομίζει πέρα από αυτά.  Αλαζονεία και άγιος ο Θεός…  Τότε, έρχεται σε αρωγή μου το ένστικτο, και βάζω αμέσως σε εφαρμογή μια δοκιμασμένη Νεοϋρκέζικη τακτική:  “name-dropping”.  «Λίγα έργα ανεβάζει το θέατρο αυτό, κρυμμένο εδώ στην Κρίστοφερ Στρητ», της λέω, «αλλά είναι όλα ένα και ένα.  Πριν από το δικό σας, είχα δει το έργο ‘Mrs. Klein’ με τη μεγάλη Ούτα Χάγκεν, τη Λάϊλα Ρόμπινς, και με τη φίλη μου την Έϊμυ Ράϊτ». «Ω!», μου απαντάει αμήχανα αυτή.  Και τότε πλησιάζει η όμορφη συμπρωταγωνίστρια της, η ξανθιά, που μου είχε μπει στο μάτι επάνω στη σκηνή.  Δεν χρειάζεται να μιλήσω άλλο εγώ.  Παρακολουθώ το πήγαινε έλα στην κουβέντα ανάμεσα τους.  Τι χάρη!  Μιλούν και οι δυο ακόμα “in character”, όπως θα το έλεγαν στη δική τους αργκό.  Θα πάρει χρόνο για να «ξεντυθούν» τους ρόλους τους.  Ίσως όταν βρεθούν στο σπίτι μόνες τους.  Και όχι μονάχα αυτές, αλλά και οι υπόλοιποι εμείς, οι θεατές, που έχουμε έρθει σε αυτή τη σύναξη εδώ καλεσμένοι…

H Ελίζαμπεθ Σουάντος μαζί με τον σκηνοθέτη Αντρέι Σερμπάν.

Η μουσικός, ο σκηνοθέτης, και οι αρχαίες λέξεις

Την Ελίζαμπεθ Σουέιντος και τον Αντρέι Σερμπάν τους είχα γνωρίσει το 1974 από άρθρα στους Νιού Γιόρκ Τάιμς.  Ήταν τα παιδιά θαύματα που η συνεργασία τους στο θέατρο Λα Μάμα, στο Ανατολικό Βίλλετζ, έστελνε τους Νεοϋρκέζους να στέκονται με τις ώρες στην ουρά για εισιτήρια.  Το έργο που τους είχε κάνει διάσημους ήταν το «Αποσπάσματα μιας τριλογίας – Μήδεια, Τρωάδες, Ηλέκτρα».  Οι αρχαίες Ελληνικές τραγωδίες, δηλαδή, που τις παρουσίαζαν με τρόπο εντελώς ευρηματικό για την εποχή, που συνδύαζε πανηγυρική μουσική, χορογραφία τολμηρή και του κοινού τη συμμετοχή.  Τη Σουέιντος τη γνώρισα ξανά, προσωπικά αυτή τη φορά, σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα.  Τη γνώρισα ως Λιζ αυτή τη φορά, τη γειτόνισσα της φίλης μας σε μια πολυκατοικία με λοφτ στο Γκρήνουιτς Βίλλετζ.  Με τον καιρό, με είχε καλέσει και στο δικό της λοφτ, και μου είχε δείξει τη μεγάλη συλλογή της από μουσικά όργανα απ’ όλα τα μέρη της γης. Όργανα που την ενέπνεαν στις μουσικές της συνθέσεις, όπως μου είχε πει.  Και συνεχίζαμε τη συζήτηση μας όποτε τύχαινε να συναντηθούμε, ακόμα και στο Γκραντ Γιούνιον, το σουπερμάρκετ τής γειτονιάς.

Μια νύχτα με παγωνιά, στη βραδινή μου βόλτα, έπεσα επάνω στη Λιζ καθώς έκλεινε την καγκελόπορτα τού κήπου τού κτιρίου της στην οδό Μέρσερ.  «Γειά σου, Λιζ.  Σε βλέπω βιαστική…», της λέω.  «Έχουμε πρόβα απόψε και έχω αργήσει.  Μήπως θέλεις να έρθεις να μας παρακολουθήσεις;».  Και έτσι βρέθηκα στο υπόγειο του θεάτρου Λα Μάμα, ο μόνος θεατής, στην πρόβα μιας παράστασης που την είχα δει σε όλο της το μεγαλείο την προηγούμενη δεκαετία.  Ήταν σαν να είχα μπει στο μυαλό των δυο αυτών ανθρώπων που έστηναν το έργο με μια υψηλή ενέργεια ανταλλαγής ιδεών, γεμάτη ζωηράδα και χιούμορ.  Και σε ένα διάλειμμα των δοκιμών, η Λιζ φέρνει τον Αντρέι, τον Ρουμάνο σκηνοθέτη (που αργότερα έμαθα ότι είχε μητέρα την Ελπίδα, από ελληνική οικογένεια εμπόρων απ’ την Κεφαλονιά), τον φέρνει στην ξύλινη κερκίδα όπου κάθομαι να του συστήσει τον «φίλο Έλληνα ποιητή».  Και εκείνος αντιδράει με ένα «Ωχ!».  Και χαριτολογώντας γυρίζει προς τη Λιζ και λέει:  «… θα καταλάβει τα παιχνίδια μας με τις αρχαίες λέξεις, ότι βγάζουν μόνο μουσική και κανένα νόημα απολύτως, και θα μας εκθέσει δημοσίως!»   Και τότε του λέω: «Μα για να παίζουμε δεν είναι οι λέξεις;»  Και βάλαμε τα γέλια όλοι μαζί.  Πλην όμως, εγώ έβλεπα στο βάθος τού νου κάτι αυστηρούς Έλληνες να μου δείχνουν δόντια μαχαίρια…

Αυλαία με εξέχοντα πόδια

Ronald Tavel

Ήταν πολλά αυτά που δεν ήξερα εκείνη την εποχή, σχετικά νεόφερτος στη χώρα αυτή, και αυτός δεν ήταν κάποιος που μιλούσε πολύ για τον εαυτό του, πέρα από την τέχνη του στον παρόντα χρόνο.  Έτσι όσα είχα μάθει για αυτόν ήταν από την εφημερίδα «Βίλλετζ Βόϊς» που τότε την κατανάλωνα άπληστα.  Έμαθα για τα θεατρικά του έργα, κυρίως μονόπρακτα, που έκαναν πάταγο σαν παίζονταν σε μικρούς χώρους του Γκρήνουιτς Βίλλετζ που είχαν μετατραπεί σε πρωτόγονα θέατρα και ονομάζονταν συλλογικά offoff Broadway.  Δηλαδή τα περιθωριακά των περιθωριακών… Από αυτά τα διαβάσματα μου είχα μάθει, επίσης, ότι τον θεωρούσαν, σε αυτόν το χώρο, ως τον πατέρα ενός νέου είδους θεάτρου που ο ίδιος το είχε βαφτίσει «Θέατρο του Γελοίου».

Τον έλεγαν Ρον Ταβέλ και ήταν Αμερικανοεβραίος από το Μπρούκλυν.  Εκείνη τη μέρα ήταν η πρεμιέρα του θεατρικού του έργου «Η ζωή τής Χουανίτας Κάστρο».  Είχε καλέσει κάποιους φίλους του, το απόγευμα πριν τη παράσταση, να το γιορτάσουν στο σπίτι του.  Ζούσε στο Σόχο σε ένα από τα εξαώροφα κτίρια, χωρίς ασανσέρ, απ’ τις αρχές του εικοστού αιώνα, που στέγαζαν Ιταλούς και Πορτογάλους μετανάστες κυρίως, μέχρι που άρχισαν να έρχονται σιγά σιγά και νεαροί καλλιτέχνες λόγω των χαμηλών ενοικίων.  Όταν μπήκα, το διαμέρισμα των σαράντα τετραγωνικών ήταν γεμάτο και οι ζωηροί διάλογοι ήταν στη διαπασών.  (Απ’ ό,τι κατάλαβα αργότερα, οι πιο πολλοί ήταν οι ηθοποιοί της παράστασης).  Και τότε υπέπεσε στην αντίληψη μου κάτι περίεργο.  Σε μια γωνία του δωματίου υπήρχε μια μακριά γκρίζα κουρτίνα κρεμασμένη σε μια πόρτα, και ανάμεσα στον πάτο της κουρτίνας και στο πάτωμα προεξείχαν δυο γυμνά πόδια με πέδιλα.  Προσπάθησα να κρύψω το σάστισμα μου, καθώς χαιρετούσα αυτούς που συναντούσα, όμως η ματιά μου διακριτικά όλο και κατευθυνόταν προς εκείνη τη μεριά.  Ώσπου, μαζί με τον ήχο νερού από ένα καζανάκι τουαλέτας, άνοιξε εκείνη η «αυλαία» και βγήκε θριαμβευτικά ένας ασουλούπωτος με σορτς μέχρι τα γόνατα και ένα κρεμαστό πουκάμισο από πάνω.  Ένας φωνακλάς με έξαλλες χειρονομίες που γέμιζαν του δωματίου τον λιγοστό αέρα.  Δυο πράγματα παρατήρησα στη θεατρική παράσταση μετά, σε έναν θεατρικό χώρο δίπλα στον ποταμό Χάτσον, κοντά στα παλιά σφαγεία.  Πρώτον, ότι ο τύπος που μόλις περιέγραψα έπαιζε τον ρόλο τής Χουανίτας Κάστρο στο έργο!  (Τους αρσενικούς χαρακτήρες – τον Φιντέλ Κάστρο, τον Ραούλ Κάστρο, τον Τσε Γκεβάρα – τους έπαιζαν γυναίκες ηθοποιοί).  Και δεύτερον, ότι ο συγγραφέας τού έργου, ο Ταβέλ, που καθόταν δίπλα μου, ξεκαρδιζόταν με αυτά που είχε γράψει, ακόμα και τις φορές που ήταν προφανές πως το κοινό δεν τα έβρισκε αστεία.  Μάλλον, έβγαλα το συμπέρασμα, για αυτόν το αστείο ήταν ο τρόπος με τον οποίον οι ηθοποιοί τα εξέφραζαν.

Εκ των υστέρων, μαθαίνω το ιστορικό τού έργου.  Βασιζόταν, λέει, σε ένα άρθρο  που είχε γράψει στο Αμερικανικό περιοδικό LIFE η Χουανίτα, η αδερφή τού Φιντέλ Κάστρο, η οποία είχε καταφύγει στην Αμερική μετά από την επανάσταση, το 1959, στην Κούβα.  Το άρθρο είχε τίτλο «Ο Αδερφός μου είναι ένας Τύραννος και Πρέπει να Φύγει».  Ο Ταβέλ, λέει, αρχικά, το είχε γράψει σαν σενάριο για να το γυρίσει κινηματογραφικό έργο ο Άντυ Γουόρχολ.  Από το 1964 που τον είχε ανακαλύψει ο Γουόρχολ, ο Ταβέλ είχε γράψει περίπου είκοσι σενάρια για αυτόν. Πολλά από αυτά, αργότερα, άρχισε να τα διασκευάζει για το θέατρο και έτσι να χτίζει τη δική του φήμη σαν θεατρικός συγγραφέας.  Το 1973, ο κριτικός θεάτρου των Τάϊμς της Νέας Υόρκης είχε γράψει ότι θεωρούσε πως ο Ταβέλ έγραφε πολιτικό θέατρο που τότε, την εποχή τού πολιτικού σκανδάλου Γουότεργκεϊτ, ήταν πολύ απαραίτητο για την Αμερική.  Η συγκεκριμένη κριτική ήταν για το έργο του «Βασίλισσα της Ελλάδος» (Ο αρχικός τίτλος ήταν «Πώς η Τζάκελιν Κέννεντυ  έγινε η Βασίλισσα της Ελλάδος», αλλά τον άλλαξαν υπό την απειλή προσφυγής στα δικαστήρια από την πλευρά τής Τζάκυ.)  Το έργο, που είχε χαρακτήρες τον Πλάτωνα, τον Σωκράτη, έναν δικτάτορα με το όνομα «Papa Pig» (Πάπα Χοίρος – με προφανή αναφορά στο όνομα τού Έλληνα δικτάτορα), τον Αριστοτέλη τον φιλόσοφο, και τον Αριστοτέλη τον μεγιστάνα, έκανε τον κριτικό των Τάϊμς να γράψει πως ο Ταβέλ «δείχνει ότι μπορεί να γίνει ο Αμερικανός Αριστοφάνης».

«Έχουμε πάει πέρα από το παράλογο. Η θέση μας είναι απολύτως εξωφρενική». Με αυτά τα λόγια είχε χαρακτηρίσει ο Ταβέλ τη φιλοσοφία τού είδους τού θεάτρου που είχε ιδρύσει, ενός είδους που ακολούθησε κατά πόδας το Θέατρο του Παράλογου τού Μπέκετ και τού Ιονέσκο.  Και τώρα προσπαθώ να φανταστώ, τι έργο θα έγραφε για τη δική του ζωή όπως τη βλέπουμε τώρα εμείς.  Και ποιόν τίτλο άραγε θα αράδιαζε δίπλα σε αυτούς: «Μεγαλοπόδαρος» («Bigfoot»), «Παιδί στην Καρέκλα με-όρθια-ράχη» («Boy in the Straightback Chair»);  Θα του φάνταζε μήπως, έτσι όπως εξελίχτηκε η ζωή, εντελώς γελοία και εξωφρενική;  Όπου ο τότε στερούμενος ταλέντου ηθοποιός, που είχε υποδυθεί τη Χουανίτα, γίνεται τώρα σταρ: ο διάσημος πιά Χάρβυ Φάϊρστιν τού Μπρόντγουεϊ, με τα δικά του μιούζικαλ θεατρικά έργα για τη ζωή των γκέι.  Και αυτός, ο ευγενικός, ο ιδιοφυής, και ταλαντούχος θεατρικός συγγραφέας να κάνει τον γύρο των πανεπιστημίων, για να διδάξει και να δώσει διαλέξεις, χωρίς την αναγνώριση, όμως, από το πλατύ κοινό, με την οικονομική ευμάρεια που συνεπάγεται αυτό, που είχε απολαύσει ο φίλος του.  Αυτός που ο μεγάλος του καημός ήταν να μπορούσε να γράψει «διαλόγους σαν αυτούς του Σωκράτη».  (Αυτό μου το είχε εκμυστηρευθεί, αυτολεξεί, όταν ένα απόγευμα καθόμαστε σε ένα παγκάκι, στη μικρή πλατεία στη συμβολή της οδού Πρινς και τής  Έκτης Λεωφόρου.  Είχαμε δώσει ραντεβού εκεί για να πάμε, κατά δική του πρόταση, σε μια παράσταση στα αγγλικά τού θεατρικού έργου τού Δημήτρη Κεχαΐδη «Το τάβλι».)  Και ζήλευε τις επιτυχίες τού ανερχόμενου, τότε, συνομήλικου του θεατρικού συγγραφέα  και ηθοποιού Σαμ Σέπαρντ.  Αυτός που αργά στη ζωή είχε βρει κάτι το ελκυστικό (για το σώμα, για το πνεύμα, και για τα δυο;) στη μακρινή, και εξωτική, Ταϋλάνδη.  Και σε ένα πολύωρο ταξίδι επιστροφής του στη χώρα αυτή, στα μεσουράνια, σε ένα αεροπλάνο που θα μπορούσε να ονομαστεί «αεροπλάνο ο πόθος», άφησε την τελευταία του πνοή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΜεσολόγγι- 200 χρόνια μετά : “Έξοδος 1826-2026” (του Ιάσονα Νεύρη)
Επόμενο άρθροΕίναι το αστυνομικό μυθιστόρημα, το νέο κοινωνικό μυθιστόρημα: (από τον Πάνο Ιωαννίδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ