Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ Θωμάς Συμεωνίδης: σχεδιάζοντας τις βασικές λειτουργίες της γραφής (συνέντευξη στην Βαρβάρα Ρούσσου)

Θωμάς Συμεωνίδης: σχεδιάζοντας τις βασικές λειτουργίες της γραφής (συνέντευξη στην Βαρβάρα Ρούσσου)

0
1308

Συνέντευξη Θωμά Συμεωνίδη στην Βαρβάρα Ρούσσου

Ο Θωμάς Συμεωνίδης ασχολεί ται για χρόνια με το έργο του Ζακ Ρανσιέρ και έχει δώσει μεταφράσεις έργων του (Δυσφορία στην αισθητική εκδ. Εκκρεμές 2018, Το πεπρωμένο των εικόνων εκδ. Στερέωμα 2020, Ο χώρος των λέξεων εκδ. Στερέωμα 2024). Στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Σχεδιάζοντας το σώμα της γραφής. Αισθητική, πολιτική, φιλοσοφία (εκδ. Στερέωμα 2025), πάνω στους άξονες της ρανσιερικής σκέψης αλλά -και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία- και διασταυρώνοντάς τις με τη σκέψη άλλων σημαντικών στοχαστών καταθέτει τις θέσεις του, μια ολόκληρη αναγνωστική εργαλειοθήκη θα έλεγα, γύρω από τη (λογοτεχνική) γραφή. Η σκέψη του έχει ως βάση, εμβληματικά λογοτεχνικά κείμενα (Μπαλζάκ, Σταντάλ, Γουλφ κ.ά.) και αυτό δίνει την παραδειγματική εφαρμογή του «εργαλείου» που προανέφερα. Την ιδιαιτερότητα του εγχειρήματος ως (επανα)σχεδίαση της γραφής εξηγεί στη συνέντευξη που παραχώρησε για τον Αναγνώστη.

 

Ποια είναι η βασική πρόθεση του Σχεδιάζοντας το σώμα της γραφής και πού θα λέγατε ότι απευθύνεται;

 Αν θα θέλαμε να συνοψίσουμε τη βασική πρόθεση του Σχεδιάζοντας το σώμα της γραφής θα έλεγα ότι πρόκειται ακριβώς για αυτό που δηλώνει και ο ίδιος ο τίτλος, δηλαδή  ένα εγχείρημα σχεδίασης των βασικών λειτουργιών της γραφής. Αν θα ήθελα να είμαι ακόμα πιο ακριβής, θα έλεγα ότι πρόκειται για τη διαδοχική πράξη επανασχεδίασής τους μέσα από την εκ του σύνεγγυς ανάγνωση συγγραφέων που καλύπτουν χρονικά τον 19ο αιώνα (Σταντάλ, Μπαλζάκ, Μέλβιλ, Φλωμπέρ) και τις αρχές του 20ου (Κόνραντ, Προυστ, Γουλφ). Βέβαια, αυτές οι λειτουργίες και η σημασία τους είναι κάθε άλλο παρά δεδομένες και σταθερές μέσα στον χρόνο. Αυτό μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτό αν δοκιμάσουμε για παράδειγμα να απαντήσουμε σε ερωτήματα όπως: Πώς γράφεται μια ιστορία αγάπης; Πώς περιγράφουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα; Πώς ερμηνεύουμε έναν ήρωα; Πώς μιλάμε για τον χρόνο και τον χώρο; Πώς μιλάμε για μία εποχή, για ένα ιστορικό γεγονός; Τι είναι μυθοπλασία; Τι εμπλέκει η πλοκή; Σε τι συνίσταται η μορφή, το υλικό, τα περιεχόμενα; Ποια είναι η υλική διάσταση της γραφής; Αλλά και ερωτήματα μιας προβληματικής αμιγώς δευτέρου βαθμού, όπως, ποια είναι η λειτουργία της λογοτεχνίας, ποια η πολιτική και αισθητική της διάσταση, ποιο το σύνολο των πρακτικών που την καθιστούν τέχνη, πώς συνδέεται με τις άλλες τέχνες, ποιος ο ρόλος του συγγραφέα, της κριτικής, της θεωρίας, πώς κρίνουμε, πώς ασκείται και με τη μορφή εκδηλώνεται αυτή η κρίση, πώς σκέφτεται η λογοτεχνία και το κυριότερο ίσως, πώς σκεφτόμαστε εμείς μαζί της. Πρόκειται για το ενδεικτικό σχήμα μιας προβληματικής, που σε ό,τι με αφορά, αρθρώνεται στο πλαίσιο της αναγνωστικής, συγγραφικής, διδακτικής και ερευνητικής μου πρακτικής. Αντίστοιχα, αν θα θέλαμε να προδιαγράψουμε έναν ενδεικτικό προορισμό για το βιβλίο, θα έλεγα ότι αφορά και όλους όσους βρίσκουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον εαυτό και την πρακτική τους στην ίδια προβληματική, χωρίς να υποτιμώ, το αντίθετο μάλιστα, την παραγωγική δυναμική της τυχαίας συνάντησης και της μεταφρασιμότητας σε άλλα πεδία.

Πώς έχει δομηθεί το βιβλίο; Ή, σε συνομιλία με τον τίτλο, θα μπορούσα να ρωτήσω: πώς έχει σχεδιαστεί;

 Όπως ανέφερα και πιο πάνω, πρόκειται για ένα εγχείρημα επανασχεδίασης. Η θεωρητική αρχή της επανασχεδίασης αντλεί από τον Μπρούνο Λατούρ. Στην απόπειρά του να θέσει πολύ συνοπτικά τους άξονες μιας φιλοσοφίας του σχεδιασμού, θα θέσει εμφατικά ότι κάθε σχεδίαση είναι πάντα μια επανασχεδίαση. Βέβαια, ο Λατούρ δεν αναφέρεται σε λογοτεχνικά κείμενα. Η διπλή μετατόπιση, από τη γενική έννοια του αντικείμενου στο λογοτεχνικό κείμενο, και στη συνέχεια, από το λογοτεχνικό κείμενο στο σώμα της γραφής, είναι μια δική μου, διακριτή θέλω να πιστεύω, μεθοδολογική συνεισφορά. Το δεύτερο δομικό, και μεθοδολογικό ταυτόχρονα, στοιχείο που συγκροτεί το Σχεδιάζοντας είναι η πράξη της επάλληλης ανάγνωσης. Το κάθε κείμενο που εξετάζω επανασχεδιάζεται ως προς την ερμηνεία, τις βασικές υποθέσεις και τα εργαλεία που έχουν χρησιμοποιηθεί για τη συγγραφή του, μέσα από διακριτές ζώνες ανάγνωσης. Για παράδειγμα, στο Κόκκινο και το Μαύρο του Σταντάλ, αυτή η ζώνη διαμορφώνεται από την ανάγνωση του Άουερμπαχ, από την ανάγνωση του Ρανσιέρ και την κριτική του στον Άουερμπαχ, από τους κριτικούς της εποχής και τις σύγχρονες ερμηνείες, σε συνδυασμό με διαισθήσεις που έρχονται απευθείας από τη ζωή του ίδιου του Σταντάλ, όπως επίσης και άλλα βιβλία του. Με παρόμοιο τρόπο, η αναγνωστική ζώνη για το Μπάρτλμπυ του Μέλβιλ διαμορφώνεται από την ανάγνωση του Ντελέζ, την κριτική του Ρανσιέρ στον Ντελέζ, αλλά και από τις επιμέρους αναφορές και κριτικές προσεγγίσεις που αναπτύσσονται κατά μήκος του άξονα που συνδέει τον Ντελέζ με τον Ρανσιέρ. Τέλος, ενδεικτικά και πάλι, η ανάγνωση του διηγήματος Μια απλή καρδιά του Φλωμπέρ οργανώνεται γύρω από την κριτική αντιπαράθεση του Ρανσιέρ με τον Μπαρτ, διαμορφώνοντας μια αναγνωστική ζώνη εντός της οποίας αναλύεται το εργαστήριο του πραγματικού και η ποιητική ενός νέου κόσμου. Στο σύνολό του το Σχεδιάζοντας δομείται ως αλληλουχία επτά διακριτών ασκήσεων επανασχεδίασης. Κάθε ενότητα είναι και ένα επεισόδιο που συνεισφέρει διακριτά, και με όρους ιστορικής εξέλιξης, στη σχεδίαση του σώματος της γραφής. Αλλά και πιο συγκεκριμένα, η κάθε ενότητα οργανώνεται εσωτερικά μέσα από την τυποποίηση εργαλείων, πρακτικών και χειρονομιών που τροποποιούν την εμπειρία της ανάγνωσης και της γραφής με τρόπο που να αφορούν πλέον την ανάγνωση και τη γραφή του κόσμου, τις διαφορετικές μορφές δηλαδή που μπορεί να λάβει η κατανόηση και ο μετασχηματισμός του.

Στο βιβλίο σας θα λέγαμε ότι τον ρόλο του προνομιακού συνομιλητή έχει ο Ρανσιέρ. Αξιοποιείτε έννοιες και σχήματα που τον έχουν κάνει γνωστό, όπως τη διαφωνία ή τη διάκριση ανάμεσα σε ποιητικό και αισθητικό καθεστώς της τέχνης. Θα μπορούσατε να μας πείτε πολύ σύντομα, με ποιον τρόπο η δική σας προσέγγιση απομακρύνεται από τη λογική μιας επαλήθευσης των ρανσιερικών θέσεων; Θα ήθελα να θίξουμε και το ζήτημα της δυσκολίας που έχει η επαφή με τη σκέψη του Ρανσιέρ. Προσωπικά, διαβάζοντας το βιβλίο σας δεν ένιωσα να δυσκολεύομαι αναγνωστικά. Αλλά ας ρωτήσω εσάς καλύτερα: πώς πιστεύετε ότι το βιβλίο σας είναι επωφελές για τον Έλληνα αναγνώστη;

 Χαίρομαι που τίθεται αυτή η ερώτηση. Να πω καταρχάς ότι με τον Ρανσιέρ υπάρχει μια ενεργή συνομιλία. Η πιο εμφανής ίσως εκδήλωσή της στο ελληνικό κοινό είναι η μεταφραστική μου εργασία πάνω στο έργο του. Αλλά αυτή η εργασία είναι ταυτόχρονα και ένα εργοτάξιο κριτικής πρόσληψης και κατανόησης, ένα εργαστήριο δυνατοτήτων που προδιαγράφουν, θέλω να πιστεύω, μια μεγάλη επικράτεια μετασχηματισμών. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει να μοιραστώ με το ελληνικό κοινό, και όχι τις θέσεις του Ρανσιέρ, του Ντελέζ ή τις δικές μου. Να συμπληρώσω επίσης ότι δεν διαχωρίζω ανάμεσα σε θεωρία και πρακτική, και αυτό δεν αφορά τον βαθμό που μπορεί να διατυπωθεί η μία ή η άλλη, αλλά περισσότερο, τις διορθώσεις και κατά προέκταση τις δυνατότητες που φέρουν αμοιβαία. Βέβαια, σπεύδω να τονίσω ότι το Σχεδιάζοντας δεν είναι ένα εγχείρημα, ας πούμε, θεωρίας της δημιουργικής γραφής, θεωρίας του μυθιστορήματος, τυποποίησης αφηγηματικών τεχνικών ή ακόμα και εννοιών. Οι τρεις λέξεις που συγκροτούν τον υπότιτλο, αισθητική, πολιτική, φιλοσοφία, έρχονται να δηλώσουν τη μεγάλη σημασία που αποδίδω στην κριτική εργασία των διαδικασιών παραγωγής εικόνων του εαυτού, του άλλου, του κόσμου, και των αντίστοιχων ιδεών, που προϋποθέτει και επεξεργάζεται στο εσωτερικό του κάθε εγχειρήματος γραφής. Αν αυτό το εγχείρημα είναι δύσκολο, αυτό είναι ένα άλλο ερώτημα, που αντιμετωπίζω όμως ως βασικό λόγο ύπαρξης του Σχεδιάζοντας. Μπορούμε, στο ίδιο μήκος κύματος, να ρωτήσουμε αν ο Ρανσιέρ είναι εύκολος ή δύσκολος στοχαστής. Θα απαντήσω, λέγοντας, εξαρτάται τι είναι αυτό που αναζητώ και τι διαδρομές μου παρέχει ή μπορώ να σχεδιάσω στο εσωτερικό της σκέψης του. Πρόκειται πάντως για έναν από τους σημαντικότερους, κατά γενική ομολογία, εν ζωή διανοητές στον κόσμο. Να προσθέσω επίσης, ότι ένα σημαντικό μέρος του έργου του, αμετάφραστο στα ελληνικά, αφορά τη λογοτεχνία. Σε αυτό ακριβώς το έργο θεμελιώνεται κριτικά το εγχείρημα του Σχεδιάζοντας, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η παραμικρή πρόθεση, όπως αναφέρω και πιο πάνω, επίδειξης ή επαλήθευσης των ρανσιερικών θέσεων. Ειδολογικά, θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα εγχείρημα ιστορίας, θεωρίας και κριτικής της λογοτεχνίας, που ξεδιπλώνεται κυρίως μέσα από τη διευρυμένη οπτική της αισθητικής και τη μέριμνα για τη συνθετότητα που υπόσχεται, πολύ σχηματικά, αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως φιλοσοφία.

Προσωπικά, δεν είμαι σίγουρη για τη θέση που έχει το δίπολο αισθητικής – πολιτικής στον σύγχρονο κριτικό λόγο στην Ελλάδα. Μάλλον τείνει να δηλώνει ακόμα, τη μορφή του έργου από τη μία, τις θέσεις του συγγραφέα από την άλλη. Το Σχεδιάζοντας με ποιον τρόπο αξιοποιεί αυτό το δίπολο, που βρίσκει επίσης τη θέση του στον υπότιτλό του;

 Επανερχόμαστε σε ένα ζήτημα, αρκετά φορτισμένο θα έλεγα, είναι αυτό το ζήτημα που είχαμε θέσει και ως αντικείμενο της πρώτης συνάντησης της πειραματικής λειτουργίας του Διαρκούς Σεμιναρίου «Πολιτική και αισθητική της γραφής: Θεωρία, πράξη, κριτική», στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού των Εικαστικών Τεχνών (ΜΕΤ) στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), τον Μάιο του 2024, όπου είχαμε την ευκαιρία, ως συνομιλητές, να ορίσουμε ένα πρώτο περίγραμμα επαναδιαπραγμάτευσης, ο καθένας, από τη δική του θέση ασφαλώς. Να αναφέρω εδώ πληροφοριακά ότι αυτό το ζήτημα θα το συναντήσουμε επίσης ως βασικό άξονα προβληματικής στο συνέδριο που διοργανώνει το Δίκτυο Συγγραφέων και το περιοδικό ΦΡΜΚ σε συνεργασία με το Διαρκές Σεμινάριο στο ΜΕΤ, στις 27-29 Μαρτίου στην Αθήνα, με τη συμμετοχή ομιλητών από την Ελλάδα και το Εξωτερικό. Αναφέρω τα δύο αυτά συμβάντα για να δώσω ένα πρόχειρο στίγμα της κινητικότητας που εξακολουθεί να υπάρχει γύρω από το ζήτημα.

Επιχειρώντας όμως μια απάντηση στο ερώτημά σας, πολύ σχηματικά, όλα ξεκινούν από τις ικανότητες που αναγνωρίζουμε σε ένα υποκείμενο και τον βαθμό που θεωρούμε ότι αυτές επηρεάζονται, εμποδίζονται ή και καταστρέφονται ακόμα, ανάλογα με τη συνθήκη, γεωγραφική, κοινωνική, ιστορική, πολιτισμική, κ.α. Θέλω να πω ότι αν μιλήσουμε π.χ. για τη σχέση της αισθητικής με το ωραίο σήμερα, μπορεί να κατηγορηθούμε ότι αγνοούμε ή και ακόμα ότι υποτιμούμε την αρνητικότητα, δηλαδή την προβληματικότητα, διάσπαρτη, στον κόσμο σήμερα. Με άλλα λόγια, μπορεί να κατηγορηθούμε ότι υποφέρουμε από ένα πρόβλημα αίσθησης, που σημαίνει ότι δεν αναγνωριζόμαστε ως ικανοί να μιλήσουμε για το ωραίο σήμερα, παρά την επίγνωση της σύνθετης δυσκολίας που εγείρει η επίκλησή του. Η αλήθεια όμως είναι ότι τα πράγματα με το ωραίο ποτέ δεν ήταν απλά. Αυτό το οποίο εξακολουθεί να συμβαίνει σήμερα, όχι από όλες τις πλευρές, είναι η άρνηση ή η αδυναμία αποδοχής ότι τόσο η αισθητική, όσο και το ωραίο, δηλώνουν περισσότερο έναν τρόπο σκέψης και μια ορισμένη στάση, ας την πούμε θετική ή δεκτική, απέναντι στην απροσδιοριστία και την πολυσημία, και λιγότερο την έκφραση μιας αξιολογικής κρίσης. Σε αυτή την ασάφεια, μπορούμε να εντοπίσουμε τον λόγο που επιμένουν οι συζητήσεις περί κριτηρίων αποτίμησης ενός λογοτεχνικού έργου. Προφανώς, υπάρχει το διαρκές αίτημα της διαφάνειας, της δίκαιης μεταχείρισης, της επαρκούς αιτιολόγησης. Η συζήτηση μπορεί να ανοίξει προς πολλές κατευθύνσεις, και σίγουρα, δεν πιστεύω στους μαγικούς τρόπους με τους οποίους ένα ανεπαρκές έργο μπορεί να κριθεί ως καλό και το αντίστροφο, έστω και αν είναι κάτι που το βλέπουμε να συμβαίνει πολύ συχνά, και που αποδεχόμαστε ως αναγκαίο κακό, ή και καλό, ως όρο επιβίωσης και διεύρυνσης μιας αγοράς, ως αντανάκλαση μιας μεσοσταθμικής κατασκευής του αναγνώστη, του συγγραφέα, του διαπιστευμένου κριτικού λογοτεχνίας. Προσωπικά, ένα κρίσιμο νήμα που μπορώ να πω ότι διατρέχει το Σχεδιάζοντας είναι η πολιτική σημασία μιας παιδαγωγικής των αισθήσεων, η μέριμνα για την ανάπτυξη της προσοχής και της πειραματικής αναγνώρισης των διαφορών που υπάρχουν, όχι με σκοπό τη γεφύρωση ή την εξάλειψή τους, αλλά κυρίως, τη θεώρησή τους με όρους δυνατότητας, δηλαδή, ανατροπής, αναδιανομής, ανακατασκευής. Το ίδιο το σχήμα που επιλέγω για το Σχεδιάζοντας, έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή την πολιτική συνθήκη μέσα από την εξέλιξη της ίδιας της μυθιστορηματικής γραφής, μέσα από τον συνεχή ανασχεδιασμό και την κατανόηση των δυνατότητων των επιμέρους λειτουργιών που φέρει το σώμα της γραφής. Ποιο σώμα λοιπόν; Το σώμα ως ενεργητικός μηχανισμός που έχει την ικανότητα να εκπαιδεύει και να εκπαιδεύεται, να δημιουργεί και να δημιουργείται.

Αισθητική, πολιτική, λέτε, και φιλοσοφία. Με τι τρόπο; Και ας τολμήσω να ρωτήσω: γιατί;

Η φιλοσοφία είναι αλληλένδετη με την αισθητική και την πολιτική. Αν η αισθητική αφορά έναν ορισμένο τρόπο σκέψης και αντίληψης, και η πολιτική μια διακριτή υπόσταση κοινότητας και τις δυνατότητές της, τότε η φιλοσοφία, σε αυτό το πλαίσιο, είναι η κριτική δραστηριότητα που έρχεται να σκεφτεί τη διαφορά ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα αιτήματα που εμφανίζονται με το ίδιο όνομα, δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες εκδοχές, σημασίες, αισθήσεις του ίδιου πράγματος. Σε αυτή την περίπτωση, ποιος έχει δίκιο; Και πώς μπορώ να κρίνω ποιο από τα αιτήματα αυτά είναι το πιο δίκαιο; Μπορούν να συνυπάρξουν; Με ποιο τίμημα; Για παράδειγμα, βασικοί ήρωες του Σχεδιάζοντας, όπως ο Ζυλιέν Σορέλ του Σταντάλ, η Μποβαρύ του Φλωμπέρ ή ο Μπάρτλμπυ του Μέλβιλ, εκδηλώνουν ένα αίτημα ελευθερίας που έρχεται σε αντίθεση με το μυθοπλαστικό τους περιβάλλον ή ακόμα και με τον συγγραφέας τους, όπως συμβαίνει ειδικά με τον Φλωμπέρ και την Έμμα Μποβαρύ ή τη Γουλφ και τον Σέπτιμους στην Κυρία Νταλογουέι. Η λογοτεχνία από αυτή την άποψη, μετασχηματίζει σε πλοκή αυτή τη διαφωνία, επιχειρώντας καταρχάς, να της δώσει σάρκα και οστά, και να φέρει στον ίδιο χώρο, ιδέες, λόγους και λέξεις, συστήνοντας τον δικό της πειραματικό χωροχρόνο και τη διαδικασία παρατήρησης ενός συγκεκριμένου ήρωα, επιλεγμένων εικόνων, δυνατοτήτων, διαδρομών. Στο Σχεδιάζοντας αναφέρω σε διαφορετικά σημεία την ιδέα μιας αισθητικής πρακτικής της φιλοσοφίας ακριβώς με αυτή τη σημασία: την κατανόηση της λογοτεχνίας ως μιας πειραματικής επιφάνειας στην οποία μπορώ να σχεδιάσω και να δοκιμάσω τις δυνατότητες και τα πεπρωμένα ιδεών, σκέψεων, προσώπων, σχηματισμών του χώρου και του χρόνου, αρχιτεκτονικές πιθανές ή λιγότερο πιθανές προκειμένου να σκεφτώ, να αισθανθώ, τι περισσότερο ή τι λιγότερο, και προς ποια κατεύθυνση, θα μπορούσε να βελτιώσει αυτό που αποκαλούμε ζωή.

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ Καβάφης στην εποχή του (γράφει η Σοφία Ιακωβίδου)
Επόμενο άρθροΔισκογραφία με ελληνικό ενδιαφέρον και τα “χαμένα τραγούδια” του Μίκη (του Γιάννη Μουγγολιά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ