του Γιώργου Παναγιωτάκη
Μου τηλεφώνησαν μέσα στη νύχτα. Το θύμα αυτή τη φορά άντρας. Μεσήλικας, πεταμένος σαν παλιό στρώμα σ’ ένα στενό του Κολωνού. Και φυσικά χωρίς μύτη.
Ευτυχώς φτάνω γρήγορα – τον ξέρω τον δρόμο.
Βρίσκω τους συναδέλφους στην τσίτα. Αναμενόμενο. Τρίτο θύμα μέσα στον μήνα. Οι από πάνω τους τρέχουν άσχημα. Μόνο ο Ευθυμίου είναι στον κόσμο του. Νομίζει ότι παίζει σε αμερικάνικη ταινία. Έχει βγάλει και παρατσούκλι για τον δολοφόνο: Φουστάνος. Θα το ακούσει κανένας δημοσιογράφος και καλά ξεμπερδέματα μετά.
Τι με νοιάζουν όμως εμένα αυτά; Περνώ κάτω απ’ την κορδέλα, δηλώνω παρουσία στον αξιωματικό ασφαλείας και βγάζω από την τσάντα την Nikon. Φιλμ τετρακοσάρι. Αν ξέρεις να το κουμαντάρεις ο κόκκος δίνει στις λήψεις σου κάτι το χειροπιαστό, το αληθινό. Λένε πως σε λίγα χρόνια, μέχρι το 2004 το πολύ, το φιλμ θα είναι παρελθόν, ότι θα τραβάμε μόνο ψηφιακά στην υπηρεσία. Εγώ δεν το πολυπιστεύω. Δε θέλω, τουλάχιστον. Θα χαθεί ο ρομαντισμός. Ο κάθε άσχετος θα γίνει φωτογράφος. Δεν ξέρω, μπορεί και να παραιτηθώ τότε.
Κάνω στα γρήγορα τις γενικές με τον ευρυγώνιο: Βόρεια, νότια, ανατολικά δυτικά. Με φλας. Ό,τι λέει το εγχειρίδιο, για να μη με πρήζουν. Έπειτα τις λεπτομέρειες στην πληγή, στους μώλωπες, στα σημάδια γύρω από το λαρύγγι… Χάλια θα βγουν, όλο γυαλάδες. Κι ας είναι αψεγάδιαστη η τομή στη θέση της μύτης. Τι να τους κάνω, ας πρόσεχαν.
Έχει έρθει η ώρα. Βάζω το φλας στο off και τσεκάρω με το φωτόμετρο. Διάφραγμα 2,8. Θέλω μικρό βάθος πεδίου, να μην κλέβει τη ματιά το φόντο. Στήνω το τρίποδο πολύ χαμηλά, παράλληλα σχεδόν με το πρόσωπο. Το φως από τη λάμπα του δρόμου πέφτει ιδανικά. Βγάζει μια θαλπωρή έτσι όπως πορτοκαλίζει. Θα του άρεσε του πατέρα μου. Ή και όχι, δεν ξέρω. Πάντα ανικανοποίητος ήταν.
«Τι κάνεις ρε καλλιτέχνη;» ακούω πίσω μου τον Ευθυμίου. «Πίνακα ζωγραφίζεις;»
Άθελά μου χαμογελάω. Λες και είχε ακούσει τις σκέψεις μου.
Ο πατέρας μου. Ο Ζωγράφος με τη Hasselblad, έτσι τον έλεγαν. Ο καλύτερος φωτογράφος πορτρέτων της γενιάς του. Ο άρχοντας του φωτός. Εμένα με έλεγε βασιλιά του σκότους. Επειδή μία φορά, μία μόνο φορά, του είχα φέρει μια υποφωτισμένη λήψη. Και δεν έφταιγα, απλά είχε χαλάσει το φωτόμετρο.
«Ο άσχετος ο φωτογράφος φαίνεται από εδώ» μου έλεγε αγγίζοντας το πρόσωπό του δίπλα στη μύτη. «Δεν υπάρχει μύτη χωρίς σκιά. Αλλά τη σκιά αυτή, ο καλός πορτρετίστας τη σβήνει όμορφα, την κάνει αθέατη».
Θυμάμαι να πασχίζω να στήσω τα στούντιο φλας κι εκείνος να σηκώνει το κεφάλι από τη μηχανή και να με ξεφτιλίζει μπροστά στην πελάτισσα. «Όχι έτσι, αγόρι μου! Πού είναι το ζυγωματικό της κυρίας; Πάει, το έφαγε η σκιά της μύτης!»
Μια φορά τόλμησα να του πω πως ίσως δεν είναι και τόσο κακό πράγμα η σκιά της μύτης — κάνει το πρόσωπο μυστηριώδες. Με κοίταξε όπως ο μανάβης το σάπιο μήλο στο καφάσι. «Η φωτογραφία δεν είναι μυστήριο» μου είπε. «Είναι αποκάλυψη».
Μετά πέθανε. Κι έμεινα δίχως τις συμβουλές του. Η πελατεία στο φωτογραφείο φυλλορρόησε, τα χρέη μαζεύτηκαν. Κανείς δεν ήθελε τον βασιλιά του σκότους όταν είχε δοκιμάσει τον άρχοντα του φωτός. Έτσι κατέληξα στην υπηρεσία. Ρουσφέτι, από έναν απ’ τους πελάτες του.
Μετακινώ μια ιδέα το κεφάλι. Δεν είναι και τόσο συμβατό με το εγχειρίδιο, αλλά αφού δε με βλέπουν…. Ναι, τώρα η σύνθεση απέκτησε μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Υπάρχει μόνο μια αντανάκλαση πάνω στο τραύμα, αλλά θα την αποφύγω. Τραβάω μερικές με τον ογδονταπεντάρη και μετά βάζω τον πενηντάρη για να αναδείξω καλύτερα τους όγκους.
«Ακόμα εδώ είσαι εσύ;» μου λέει ξαφνικά ο αξιωματικός ασφαλείας. «Το πρωί τις θέλουν τις φωτογραφίες».
Το στομάχι μου σφίγγεται – σαν να με κοιτάει περίεργα. Όχι, άδικα ανησυχώ. Απλά τον ξενίζει η ψυχραιμία μου. Τον καταλαβαίνω. Είμαστε δυο διαφορετικοί κόσμοι. Αυτός βλέπει ένα κατακρεουργημένο πτώμα. Εγώ ένα πρόσωπο απαλλαγμένο, επιτέλους, από την κυριαρχία της σκιάς. Ένα πρόσωπο ελεύθερο.
Φτάνω σπίτι και μπαίνω αμέσως στον σκοτεινό θάλαμο. Η γνώριμη μυρωδιά των χημικών διώχνει την κούραση από πάνω μου. Εμφάνιση, στοπ, στερέωση. Μέχρι να στεγνώσουν τα αρνητικά βάζω ένα ουίσκι. Χωρίς πάγο δυστυχώς, δεν αντέχω να ανοίξω την κατάψυξη – άνθρωπος είμαι κι εγώ. Πίνω μια γουλιά κοιτώντας την. Ίσως να είναι βλακεία που τις κρατάω…
Τέλος πάντων, ώρα για τις εκτυπώσεις. Πρώτα τις δικές μου. Επιλέγω στα γρήγορα την καλύτερη λήψη. Ναι, είναι αυτή με τον πενηντάρη. Θα τυπώσω σε 20×25. Σατινέ.
Το καταλαβαίνω με το που εμφανίζεται το πρόσωπο. Εδώ έχουμε κάτι καλό. Ακολουθώ με ψυχραιμία τα υπόλοιπα στάδια και κρεμάω τη φωτογραφία στο σκοινί. Λοιπόν; Τι έχεις να πεις τώρα; Σχεδόν τέλεια, φαντάσου να είχα και Hasselblad.
Το μόνο που με χαλάει λίγο είναι αυτή η αντανάκλαση πάνω στο τραύμα. Δεν την απέφυγα τελικά. Προσπαθώ να την αγνοήσω μα το μάτι μου πέφτει συνεχώς εκεί. Πίνω μια γουλιά ουίσκι.
Δεν πειράζει. Την επόμενη φορά θα πάει καλύτερα.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)














