Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ Πρέπει να το γράψει (της Αμάντας Μιχαλοπούλου)

Πρέπει να το γράψει (της Αμάντας Μιχαλοπούλου)

0
280
Spread the love

της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Ο Μάρκος θέλει να γράψει ένα βιβλίο. Ξέρει ακριβώς τι θα περιέχει το βιβλίο αυτό. Ξέρει ακόμη και τα κοσμήματα που θα χωρίζουν τα κεφάλαια μεταξύ τους- ένα ακτινίδιο, μια συσκευασία μαλακτικού, ένα λάχανο. Μαθητής γυμνασίου, σηκώθηκε μια μέρα από το θρανίο χωρίς να ζητήσει άδεια κι άρχισε να τρέχει. Σταμάτησε μπροστά σ’ ένα μεγάλο κτήμα που το έβλεπε στο δρόμο για το σχολείο.  Σύρθηκε από μια τρύπα του συρματοπλέγματος σαν κομάντο και ξαπλώθηκε στη μέση του λαχανόκηπου. Κάποιος είχε πει κάποτε ότι τα παιδιά φυτρώνουν στα λάχανα. Μια πρωτόγνωρη σκέψη πέρασε από το μυαλό του: ό, τι φυτρώνει ξαναφυτρώνει και γίνεται να ξαναγεννήσεις τον εαυτό σου κοιλοπονώντας, να ζήσεις χωρίς σχολείο και χωρίς γονείς. Ο Μάρκος έφυγε από το σπίτι του στα 15. Τον μάζεψαν, ξανάφυγε κι αυτό συνεχίστηκε ως τα 18 που έφυγε οριστικά.

Τώρα ο Μάρκος τοποθετεί τα λάχανα το ένα δίπλα στο άλλο, σαν κεφάλια μωρών. Ψεκάζει λίγο νερό όπως του έμαθαν για να δημιουργεί την ψευδαίσθηση της βροχής, του χώματος και της αλήθειας. Όσα χρόνια οι συμμαθητές του σπούδαζαν εκείνος διάβαζε λογοτεχνία γραμμένη από άντρες που έκαναν χαμαλοδουλειές σαν κι αυτόν. Καθήκον του συγγραφέα είναι να ζει μέσα στον κόσμο, να παρατηρεί τους ανθρώπους ενώ διαλέγουν ένα λάχανο αντί για κάποιο άλλο. Η επιθυμία ή η λογική οδηγεί το χέρι τους στο μικρό σουπερ μάρκετ «Κρητικός» όπου δουλεύει ο Μάρκος. Θέλουν να αποκτήσουν κάτι, να το πάνε στο σπίτι τους, να το ξεγυμνώσουν στη μέση της κουζίνας από την πλαστική σακούλα και να το κλείσουν στο ψυγείο ή σ’ ένα ντουλάπι. Εκείνοι διαλέγουν, ο Μάρκος κοιτάζει.

Θέλει να γράψει για την Εξωγήινη. Μια ηλικιωμένη με μεγάλη καμπούρα που θυμίζει γριά γάτα: δεν μπορεί να σταθεί όρθια. Η μοίρα της είναι να κοιτάζει συνεχώς τα πόδια της και να βαδίζει αργά, στηριγμένη στο καρότσι με τις ρόδες. Αγοράζει πάνες, μωρομάντηλα και ανθότυρο.

Θέλει να γράψει για τις Τρίδυμες: τα μελαχρινά κορίτσια που μοιάζουν μεταξύ τους και σουφρώνουν βαφτικά και γατοτροφές.

Για τον παπά που αγοράζει κατεψυγμένα πιροσκί και σοκολάτες.

Για τη γυναίκα με τα τρία αγόρια που ψωνίζει μόνο προϊόντα σε προσφορά και λέει σε ανοιχτή ακρόαση στην αδερφή της «θα τα σκοτώσω καμιά μέρα πανάθεμά με».

Για τους άντρες της ομάδας Δίας που αγοράζουν πουράκια Caprice.

Θέλει να γράψει για τη Συγγραφέα. Γεμίζει το καλάθι της με κάψουλες καφέ και απορρυπαντικά. Δεν την έχει διαβάσει. Δε διαβάζει γυναίκες. Προτιμάει το σύμπαν των αντρών. Το ρυθμό της μικρής φράσης, τη σιωπή- ένα συνδυασμό ανωτερότητας, θυμού και απόσυρσης. Γενικά δεν τα πάει καλά με τις γυναίκες. Έχουν ξεσπαθώσει τελευταία. Για να είναι ειλικρινής δεν τα πάει καλά με κανέναν. Όπως όλοι οι συγγραφείς. Αν βρίσκεις νόημα στη ζωή, αν ξέρεις να παίρνεις και να δίνεις αγάπη, τότε γιατί γράφεις;

Η Συγγραφέας τού είπε τις προάλλες: «Εκτός από πελάτισσα είμαι και συγγραφέας. Ήθελα να σας ρωτήσω για τη δουλειά σας αν έχετε λίγο χρόνο. Γράφω ένα διήγημα για τα σούπερ μάρκετ».

«Λυπάμαι αλλά δεν γίνεται εν ώρα εργασίας» απάντησε ο Μάρκος.

Η Συγγραφέας επέμενε: «Να τώρα που χτυπάτε τα ψώνια μου στην ταμειακή ήθελα να…».

«Δεν μπορώ να κάνω πράξεις και να μιλάω ταυτόχρονα» είπε ο Μάρκος.

«Τότε μετά;»

«Μετά θα έρθει ο επόμενος πελάτης».

«Μα δεν βλέπω κανέναν».

«Απαγορεύεται να μιλάμε εν ώρα εργασίας».

«Αν ξανάρθω στη λήξη της βάρδιας;»

«Αδύνατον. Τρέχω να προλάβω τον προαστιακό».

Η Συγγραφέας σήκωσε τους ώμους και απομακρύνθηκε.

Ο Μάρκος χάρηκε που την είδε απογοητευμένη. Μπορούσαν να του πάρουν τα πάντα. Αλλά το σούπερ μάρκετ είναι κατάδικό του. Μόνο εκείνος ξέρει πώς οργανώνεις το χάος, πώς στοιχίζεις ψωμί για τοστ και συσκευασμένο τυρί.

Το ίδιο βράδυ την έψαξε. Οι φωτογραφίες της ήταν φωτογραφίες μιας γυναίκας που δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι γερνάει. Δεν μοιάζει με συγγραφέα όταν φωτογραφίζεται. Στις συνεντεύξεις λέει διάφορα φεμινιστικά για τη γυναικεία γλώσσα και τις ίσες ευκαιρίες. Ύστερα έρχεται και αγοράζει απορρυπαντικά.

Ο Μάρκος έχει άλλη θεωρία. Η ισότητα δεν σχετίζεται με το φύλο αλλά με την ταξική συνείδηση. Στους συγγραφείς υπάρχει η Ανώτατη Τάξη (που παίρνει όλα τα βραβεία), η Ανώτερη Τάξη (που τη βρίσκεις στα αεροδρόμια των ευρωπαϊκών πόλεων) και η Εργατιά (τσαπίζει τα αυλάκια στο λαχανόκηπο). Υπάρχουν και αυτοί -οι περισσότεροι- που σκάβουν κάτω από τη γη, στα ορυχεία της γλώσσας. Ο Μάρκος είναι περήφανος που ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Απ’ όσα διάβασε συνάγει το συμπέρασμα ότι η συγγραφέας είναι εργάτρια κι εκείνη- απλώς έχει μαζέψει περισσότερα ένσημα. Στην ηλικία του Μάρκου σίγουρα πίστευε πως θα πάρει το Νόμπελ. Και ο Μάρκος το πιστεύει.

Όταν γράψει το βιβλίο για τη ζωή στο σούπερ- μάρκετ θα τον πάρουν από το ορυχείο και θα τον στείλουν να σκαλίζει στο λαχανόκηπο. Ή μπορεί να τον πάνε κατευθείαν στα σαλόνια όπου οι συγγραφείς συναντιούνται μεταξύ τους και βγάζουν κραυγούλες χαράς:

-Γεια σου Κολμ.

-Γεια σου Ρέιτσελ.

-Χρόνια και ζαμάνια Όλγκα!

-Πώς από δω Γκεόργκι;

Ο Μάρκος θα δείχνει βαριεστημένος σε αυτές τις συναντήσεις. Οι άλλοι συγγραφείς θα εξακολουθούν να είναι αντικείμενα προς παρατήρηση, σαν τα αφρόλουτρα. Θα φορούν την επιτήδευση τους σε χάρτινη συσκευασία που διατηρείται σε δροσερό και ξηρό περιβάλλον και πρέπει να αναλωθεί κατά προτίμηση πριν από την ημερομηνία θανάτου τους. Λόγω προυπηρεσίας θα ξέρει πώς να τους τοποθετεί σε κατηγορίες με απάθεια και σκληρότητα. Συγγραφείς με προσθήκη χρωστικών και συντηρητικών, με φυσικό άρωμα, με επικάλυψη, χαρακτήρες-απίστευτες προσφορές που παράγονται στα εργοστάσια της ανθρωπότητας με συγκεκριμένες προδιαγραφές. Συγγραφείς που κατασκευάζονται κάτω από βιολογικά πιστοποιημένες συνθήκες πρώτων υλών, με μεγάλη περιεκτικότητα σε αντιφάσεις. Συγγραφείς που γράφουν επειδή δεν ξέρουν πώς αλλιώς να συμβάλλουν στην προστασία των κυττάρων τους από το οξειδωτικό στρες.

Θα συνεχίσει να είναι αντικειμενικός παρατηρητής. Εξάλλου οι συγγραφείς είναι επίσης αντικείμενα. Τα βιβλία τους είναι διαφημιστικές καμπάνιες για την αγοραστική τους αξία. Θα συνεχίσει λοιπόν να παρατηρεί νυχθημερόν τις λυκοφιλίες τους, τον αγώνα τους για εξουσία. Τους διαγκωνισμούς τους ώσπου να πάρουν τη θέση του CEO της συγγραφικής ζωής.

Θα δουλεύει ακόμα στον «Κρητικό». Όση ώρα χτυπάει τιμές στην ταμειακή θα σκέφτεται τις λέξεις που θα χτυπήσει στον υπολογιστή του το βράδυ. Οι δημοσιογράφοι θα έρχονται να τον συναντήσουν στο σούπερ-μάρκετ κι ο Μάρκος θα λέει «απαγορεύεται να μιλάμε εν ώρα εργασίας». Η φήμη του θα φτάσει στα πέρατα του κόσμου. Όλοι θα μιλούν για τον εκκεντρικό συγγραφέα που ταχτοποιεί τα παξιμάδια σε στοίβες και στοιχίζει καλαθάκια με σύκα. Δεν θα αλλάξει τάξη επειδή τα βιβλία του θα κυκλοφορούν σε όλες τις γλώσσες.

Το βιβλίο του θα λέγεται «Σούπερ», λέξη εύθυμη και επιφανειακή. Αλλά θα γράφει εκεί βαθιά και σπαρακτικά για τη δουλειά του, τη δουλειά που πήγε να του κλέψει η Συγγραφέας.

Κάθε επεισόδιο θα είναι ένα προϊόν με αντίστοιχο τυπογραφικό κόσμημα. Στα «Λάχανα» θα γράψει για το φύλλο μέσα στο φύλλο, για το ιλιγγιώδες στριφογύρισμα της σάρκας τους, για την προστατευμένη καρδιά τους. Στα «Απορρυπαντικά» για την αξία της σκόνης και το χάος. Στην «Σπανακόπιτα» για τα πτώματα της κατάψυξης και τον θρυμματισμό κάθε κρούστας.

Έχει σκεφτεί εδώ και χρόνια τη θεμελιώδη οργανωτική αρχή, τους εκδοτικούς οίκους στους οποίους θα στείλει το χειρόγραφο. Αλλά πρώτα πρέπει να το γράψει.

 

Αμάντα Μιχαλοπούλου

Προηγούμενο άρθροΒρέχει έμπνευση! (της Ελένης Γεωργοστάθη)
Επόμενο άρθρο«Η αναπότρεπτη και οδυνηρή επέλαση της ενηλικίωσης» (γράφει η Παναγιώτα Τυρπάνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ