του Δημήτρη Μαμαλούκα
Ο Μάρκος έφυγε από τη δουλειά του αργά το βράδυ. Μπήκε στο αυτοκίνητο με αργές, προσεκτικές κινήσεις. Ένιωθε πολύ κουρασμένος. Εργαζόταν ως νοσοκόμος σ’ ένα απομονωμένο σπίτι, χαμένο σ’ ένα απομακρυσμένο προάστιο της μεγαλούπολης. Περιποιόταν έναν ανήμπορο ηλικιωμένο ο οποίος δεν μιλούσε καθόλου.
Πριν βάλει μπροστά τη μηχανή έφερε στον νου του τις κινήσεις του, καθώς βοηθούσε τον ηλικιωμένο να σηκωθεί ή όταν τον συνόδευε στα λιγοστά βήματά του, μέσα στο σπίτι. Αναλογίστηκε, ίσως για πρώτη φορά, ότι οι δικές του κινήσεις ήταν μηχανικές και τις πραγματοποιούσε απόλυτα ήρεμος, προσηλωμένος, σχεδόν σαν υπνωτισμένος. Έδιωξε τη σκέψη και βγήκε στο δρόμο ακολουθώντας την αραιή ροή των αυτοκινήτων.
Παρέλαβε τη γυναίκα του εκεί όπου είχαν δώσει ραντεβού. Καθώς την είδε να μπαίνει και να κάθεται δίπλα του συνειδητοποίησε πόσο νέα και πόσο όμορφη ήταν. Όπως κι εκείνος, απ’ ό,τι του έλεγαν. Οδήγησε για μερικά χιλιόμετρα χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα κι έπειτα τη ρώτησε αν ήθελε να κάνει στην άκρη, να σταματήσουν για λίγο. Εκείνη του είπε ναι.
Ακινητοποίησε το όχημα δίπλα σ’ ένα άχτιστο οικόπεδο, στο οποίο υπήρχαν μερικά μεγάλα πεύκα. Όλα τώρα ήταν βουτηγμένα στο σκοτάδι και τα δέντρα έμοιαζαν πελώρια και τρομακτικά. Λίγο παρακάτω όμως φαινόταν μια πλατεία με μερικά φωτισμένα καταστήματα κι ένα μεγάλο περίπτερο.
Πέρασαν στο πίσω κάθισμα με δυο κινήσεις, με χαρακτηριστική ευκολία. Αν τους έβλεπε κανείς θα νόμιζε πως πήγαν για να κάνουν έρωτα ή για να χαϊδευτούν, όπως κάνουν τα πολύ νεαρά ζευγάρια. Όμως εκείνοι πήγαν εκεί για να κλάψουν, κρυμμένοι από όλους και απ’ όλα, ακόμα κι απ’ το ίδιο τους το σπίτι.
Εκείνη είναι άρρωστη. Της απομένουν μόνο λίγες εβδομάδες ζωής. Το έμαθαν μόλις λίγες μέρες πριν. Ταυτόχρονα χρειάζεται επειγόντως θεραπεία, εισαγωγή σε νοσοκομείο, φάρμακα. Δεν έχουν προλάβει καν ν’ αγκαλιαστούν –εκείνος σκέφτεται το πότε θα έρθουν τα δάκρυά του– όταν δίπλα τους, από τη μεριά του δρόμου, ένα μεγάλο φορτηγό έρχεται αντιμέτωπο μ’ ένα πούλμαν. Ο οδηγός του φορτηγού από τον τρόπο που οδηγεί φαίνεται εκνευρισμένος. Θέλει να κάνει αναστροφή κι ο οδηγός του πούλμαν δεν τον αφήνει. Έτσι βγαίνει από τον δρόμο και τη μανούβρα του τώρα την εμποδίζει το αυτοκίνητο του ζευγαριού. Τα εκτυφλωτικά φώτα του φορτηγού πλημμυρίζουν το πίσω τζάμι τους. Τους κυριεύει μεγάλος φόβος. Σε λίγο ο δρόμος έχει μπλοκάρει από οχήματα που δεν μπορούν να περάσουν. Φώτα από παντού και κορναρίσματα.
Ο Μάρκος τη ρωτάει ανήσυχος αν θέλει να φύγουν. «Ναι, ναι, πάμε» απαντάει η γυναίκα του κι εκείνος πηδάει στη θέση του οδηγού και φεύγει απότομα, κάνοντας μερικούς επικίνδυνους ελιγμούς ανάμεσα στα ακινητοποιημένα αμάξια. Φτάνουν στην πλατεία, η οποία είναι κατάφωτη και γεμάτη αυτοκίνητα, όταν εκείνος βλέπει μακριά τρία άτομα να του κάνουν νοήματα. Διακρίνει ότι οι δύο είναι αστυνομικοί ενώ τον τρίτο τον περνάει για στρατιώτη. Λέει στον εαυτό του ότι κάνει λάθος και δεν θα είδε καλά. Όταν πλησιάζει περισσότερο οι δύο αστυνομικοί του κάνουν νόημα ότι πρέπει να σταματήσει. Νομίζει ότι πρόκειται για τον προηγούμενο επικίνδυνο ελιγμό. Σταματάει κι ετοιμάζεται ν’ απολογηθεί. Όταν κατεβάζει το τζάμι όμως οι αστυνομικοί τον ρωτάνε κάτι τελείως διαφορετικό.
«Πού πηγαίνετε;»
«Στο σπίτι μας» απαντάει απορημένος.
«Μένετε μακριά;»
«Στο κέντρο».
Οι επόμενες ερωτήσεις του αστυνομικού είναι αρκετά τρελές, σουρεαλιστικές είναι η λέξη που του έρχεται στον νου.
«Έχετε κάποιο άλλο μέσο να πάτε; Μηχανάκι; Ποδήλατο;»
Ψελλίζει απορημένος: «όχι. Γιατί;»
«Γιατί η κυκλοφορία για τα αυτοκίνητα μόλις απαγορεύτηκε, κύριε».
Και τότε εκείνος ξεχωρίζει καλύτερα τον τρίτο άντρα. Είναι πράγματι στρατιώτης και κρατάει ένα μεγάλο όπλο. Αμέσως μετά προσπαθεί να βρει μια δικαιολογία για να τον αφήσουν να συνεχίσει.
«Ξέρετε, η γυναίκα μου είναι άρρωστη… πεθαίνει… χρειάζεται φάρμακα, νοσοκομείο».
Ο αστυνομικός, σαν να μην δίνει μεγάλη σημασία σ’ όλα αυτά, του λέει απλώς «συνεχίστε» κι εκείνος τον ευχαριστεί. Όταν όμως προχωρεί καταλαβαίνει ότι έχει μπει κατά λάθος σ’ ένα βενζινάδικο και φρενάρει διότι μπροστά του υπάρχουν συγκεντρωμένοι πεζοί.
«Θα κάνω πίσω για να φύγουμε» λέει στη γυναίκα του κι εκείνη απαντάει «ναι» μ’ ένα λαχάνιασμα στη φωνή. Όταν όμως ο Μάρκος κοιτάζει από τον εσωτερικό καθρέφτη, βλέπει ότι και στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου στέκονται πολλοί πεζοί και τον εμποδίζουν να κινηθεί. Στρέφει το κεφάλι. Μπροστά μαζεύονται κι άλλοι άνθρωποι, πολλοί, τώρα έχουν περικυκλώσει το αμάξι. Εκείνος κοιτάζει με περιέργεια, που πολύ γρήγορα γίνεται αγωνία, τι θέλουν όλοι εκείνοι οι πεζοί εκεί. Του φαίνεται ότι υπάρχει ένα ΑΤΜ κι έχουν κάνει μια τεράστια ουρά για να πάρουν χρήματα, ενώ άλλοι έχουν σχηματίσει μια άλλη ουρά για να προμηθευτούν βενζίνη.
Τότε εκείνος συνειδητοποιεί με τρόμο πως αυτές είναι οι πρώτες στιγμές μιας μεγάλης καταστροφής ή ενός ξαφνικού πολέμου. Και ότι τώρα το αμάξι του δεν μπορεί να κινηθεί αφού ο κόσμος είναι κυριολεκτικά πάνω στο καπό, πιέζει τις λαμαρίνες.
Η τελευταία εικόνα του Μάρκου είναι ότι ένας άνθρωπος, ένας από το ανώνυμο πλήθος, έχει ανοίξει την πόρτα και έχει σκύψει μέσα, το στήθος του βρίσκεται πάνω από τα γόνατά του, αρπάζει το τιμόνι, την ώρα που ακούει τη γυναίκα του να ουρλιάζει κι εκεί σβήνουν όλα.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)














