«Συνεταιρισμός θυρωρών» του Αντώνη Τσόκου (γράφει ο Γιώργος Χ. Ζαχαρόπουλος)

0
37
Spread the love

 

γράφει ο Γιώργος Χ. Ζαχαρόπουλος

Ο Αντώνης Τσόκος επέλεξε να ονομάσει την πέμπτη ποιητική του συλλογή «Συνεταιρισμός θυρωρών» και στο εξώφυλλο παραθέτει μια φωτογραφία της στάσης του αστικού λεωφορείου από την οποία εμπνεύστηκε τον τίτλο. Όπως με έναν άνθρωπο, έτσι και με ένα βιβλίο η πρώτη εντύπωση είναι μεγάλης σημασίας και στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι προπομπός του περιεχομένου. Ο θυρωρός, μια ιδιότητα που ορίζει, διαφυλάσσει και συντηρεί ένα χώρο, ένα από τα κατεξοχήν μοναχικά επαγγέλματα, συνεταιρίζεται, βιώνει δηλαδή τη μοναδική μη μονήρη κατάστασή του, βρίσκεται εν τέλει ανάμεσα σε ομοίους. Ο τίτλος της συλλογής προετοιμάζει για δύο από τις σπουδαίες ιδιότητες του ποιητικού υποκειμένου. Αφενός, την αναγωγή του ειδικού στο οικουμενικό, καθώς το βίωμα και η ματιά του μοναχικού θυρωρού, του εξωτερικού παρατηρητή, μέσω της ποιητικής γλώσσας βρίσκει και συγκινεί τον αναγνώστη και, αφετέρου, την απαράμιλλη ικανότητα του Τσόκου να βρίσκει την ποίηση μέσω της γωνίας θέασης του κόσμου. Η στάση του αστικού λεωφορείου ήταν πάντα εκεί και χιλιάδες άνθρωποι την έβλεπαν καθημερινά. Η αλλαγή του πλαισίου, η τοποθέτησή της σε ένα εξώφυλλο εν είδει readymade του Marcel Duchamp, αποκαλύπτει την ποίηση που αδρανούσε εντός της. Αυτή την αθέατη ποιητική αξία στα πράγματα που υπάρχουν γύρω μας μετουσιώνει στο χαρτί ο συγγραφέας.

 Η Γωνία Θέασης

Η εικονοποιία του Αντώνη Τσόκου είναι εξαιρετική. Αυτό οφείλεται στην καίρια, ώριμη και λιτή γραφή του και, το κυριότερο, στον τρόπο που εκείνος εκλαμβάνει την πραγματικότητα. Η ανάγνωση της συλλογής αυτής είναι ένα ταξίδι μέσα από τη ματιά του ποιητικού υποκειμένου. Δίχως περίτεχνα στολίσματα και εκκωφαντικές εκφράσεις, η συναισθηματική σύνδεση με τον αναγνώστη επιτυγχάνεται μέσω της φαντασίας του ποιητή, καθώς τον αφήνει να βιώσει τον κόσμο μέσα από το βλέμμα του. Ένα βλέμμα αεικίνητο, που μεταλλάσσεται παράλληλα με το ποιητικό υποκείμενο και τους ρόλους που αυτό επωμίζεται. Η αϋπνία, μια βροχερή Δευτέρα, ο θάνατος του πατέρα, η τάση αυτοχειρίας, ένας βλαστός, τα μυρμήγκια, ιδωμένα μέσα από το πρίσμα και τη διάθλαση της ποιητικής ματιάς, αποκτούν λυρική υπόσταση, μεταμορφώνονται σε αγωγούς συναισθημάτων. Πράγματα οικεία, καθημερινά, επαναπροσδιορίζονται και ανατροφοδοτούνται με ένα ατόφιο ποιητικό περικείμενο. Μέσα από τις λεπτομέρειες, από τα απαρατήρητα θραύσματα της πραγματικότητας που βιώνονται εκ νέου, ανθίζει και αναπτύσσεται η ποιητική του Τσόκου.

Η Γραφή

Ο λόγος του Αντώνη Τσόκου είναι κρυστάλλινος, καθαρός και τίμιος. Φαντάζει να πηγάζει αυθόρμητα μέσα από την ευαισθησία του. Με απλότητα και αμεσότητα, που φέρνουν στη σκέψη την ποιητική οικονομία του Αργύρη Χιόνη, καταγράφει, πλάθει και αφηγείται. Άλλοτε καταγράφει ατόφια σπαραξικάρδια στιγμιότυπα, άλλοτε, με ένα υποδόριο χιούμορ και μια περιπαιχτική διάθεση, εισέρχεται στην αυτοκριτική και στην κριτική εν γένει. Σκηνές από το αστικό τοπίο εναλλάσσονται με σκηνές από το φυσικό· αναφορές και διάλογοι με τους λογοτεχνικούς του ήρωες γεννούν μικρούς κόσμους και ζωντανεύουν χαρακτήρες.

Ένα σημαντικό κομμάτι της γραφής του Τσόκου είναι η αφαίρεση. Χειρίζεται και αξιοποιεί τη σιωπή, την παύση, το μη-λόγο, όπως ένας συνθέτης. Ο Τσόκος δεν αναλώνεται σε μακροσκελείς αναπαραστάσεις, ούτε σε αχαλίνωτα λυρικά κρεσέντο και λεξιθηρίες. Χρησιμοποιεί λίγους και φαινομενικά απλούς στίχους, διότι εννοιολογικά δεν έχει την ανάγκη να καταφύγει σε περίτεχνους. Με μια σχεδόν μοντερνιστική διάθεση, διυλίζει τον ποιητικό λόγο, ξεγυμνώνει την ουσία και προσφέρει μια ακέραια στιχουργική, της οποίας η μινιμαλιστική διάθεση ενεργοποιεί μια αγνή συναισθηματική φόρτιση στον αναγνώστη.

Συνοψίζοντας, ο «Συνεταιρισμός θυρωρών» είναι μια ποιητική συλλογή με έντονο προσωπικό ύφος, υπερχειλίζουσα από ευαισθησία. Υπαρξιακά άγχη, έρωτας και θάνατος, από προσωπικές αναζητήσεις, μέσω της τρυφερής γραφής, ανάγονται σε συλλογικές. Πέρα από τη δεξιοτεχνία της ποιητικής του Τσόκου αυτή καθ’ εαυτήν, είναι η ειλικρίνειά του που κερδίζει τον αναγνώστη. Ο ποιητής γράφει την αλήθεια και αυτό είναι πασιφανές, ως θυρωρός εποπτεύει τη ζωή γύρω, καταγράφει και, αβρά, φροντίζει τους αναγνώστες-ενοίκους του, ώσπου εν τέλει επιστρέφει στο δικό του χώρο. Ας μην ξεχνάμε πως ο θυρωρός είθισται να μη διαμένει στο κτήριο όπου εργάζεται, φέρει όλες τις ιδιότητες του ενοίκου, όμως είναι ξένος στον τόπο αυτό, εξού και η καθάρια ειλικρίνειά του.

 

Αντώνης Τσόκος,Συνεταιρισμός θυρωρών, Κίχλη

 

 

Προηγούμενο άρθρο«Ιβάνοφ!», Α. Τσέχωφ, Γ. Χουβαρδάς: οι απρόβλεπτες εκπλήξεις του πολύπτυχου της ζωής (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΒιβλία που αγάπησα: Το Μαύρο Βιβλίο του Ορχάν Παμούκ (από τον Πάνο Ιωαννίδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ