γράφει ο Παναγιώτης Χριστοδούλου
«Μες στα δωμάτια μπαινοβγαίνουνε σκυλιά
και ένα μικρό παιδί τα κυνηγάει»
─ Ο Κηπουρός, Π. Παυλίδης
Η ποίηση πολλές φορές κρύβεται ανάμεσα στους στίχους ενός ποιήματος. Μέσα σε ετούτο το κενό φυτρώνει η εικόνα, η φαντασία, η σύνδεση και η ανάγκη. Πολλοί Έλληνες ποιητές έχουν τραγουδηθεί: Ο Θεοδωράκης έφερε στα χείλη του κόσμου τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Λειβαδίτη ανάμεσα σε άλλους, ο Χατζιδάκις έφερε τον Γκάτσο, ο Μικρούτσικος έφερε τον Καββαδία, τον Αλκαίο και τον Μπρέχτ. Το ανάμεσα κενό της ποίησης αναμείχθηκε με μουσική και γέννησε άλλες εικόνες, άλλη φαντασία, άλλη σύνδεση και άλλη ανάγκη.
Το 2004 ο Παύλος Παυλίδης μας σύστησε τον Κηπουρό, το έβδομο τραγούδι του δίσκου του «Αφού λοιπόν ξεχάστηκα». Στα τεσσεράμισι πρώτα λεπτά του τραγουδιού, ο αφηγητής/τραγουδιστής προσδοκά τον ερχομό της αγάπης περιμένοντας στον κήπο του, με διάφορους επισκέπτες να τον ενθαρρύνουν πως, ναι, η αγάπη είναι κοντά, η αγάπη θα έρθει. Κι ύστερα, το τραγούδι κάνει το αναπάντεχο. Παίρνει τους στίχους του, τους τραβάει από τα μανίκια τους και ξεχειλώνει το κενό. Εκεί ακριβώς, στη διαστολή του ανάμεσα, μπολιάζει τη μουσική του. Κι αρχίζει η μουσική μόνη της να λέει ιστορίες ─ απ’ όλη την ανθρωπότητα, απ’ όλες τις εποχές. Για ενάμισο λεπτό, έχουμε μόνο μουσική. Μόνο άναρθρες κραυγές και πλήκτρα˙ ύστερα προστίθενται τα ντραμς και οι κιθάρες. Όλα μαζί σε ταξιδεύουν κάπου αλλού, συνηγορώντας σε μία μεταμόρφωση. Σε κλιμακούμενη ένταση, μέχρι να σταματήσουν ξαφνικά και να έρθουν πίσω ξανά τα λόγια για το ένα ακριβώς τελευταίο λεπτό του τραγουδιού. Τώρα όλα παρατημένα: «Μέσα στον κήπο της δικιάς μου μοναξιάς// τώρα κανείς πια δεν τριγυρνάει// μες στα δωμάτια μπαινοβγαίνουνε σκυλιά// και ένα μικρό παιδί τα κυνηγάει». Έσβησε η ελπίδα. Τα σκυλιά έπαψαν προ πολλού να γαυγίζουν, γέρασαν. Η αλλαγή έχει μαεστρικά συντελεστεί από τη μουσική, χωρίς να ξέρουμε τι έγινε στο ενδιάμεσο˙ ένα μαύρο κουτί ─στη γλώσσα των μηχανών─ που μας παρασέρνει όμως μαζί του. Κι ο επίλογος έρχεται οργανικά να αφηγηθεί τον ωμό ρεαλισμό του χρόνου που πέρασε δίχως την εκπλήρωση του ερχομού.
Τον Κηπουρό τον επαναπροσέγγισε πρόσφατα η Μαρία Παπαγεωργίου, μία βαθιά ποιητική μορφή μέσα στη σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή. Και μόνο οι ερμηνευτικές επιλογές της αρκούν για να το διαπιστώσει κάποιος το πόσο καταλαβαίνει από ποίηση. Από τους Πόνους της Παναγίας στην αυλή του Πολυτεχνείου μέχρι τους Γερόντους, και από την Αλληλογραφία στο μπαλκόνι μέχρι το She is a rainbow, η Μαρία Παπαγεωργίου είναι μια όαση στο σημερινό τραγούδι. Στη δική της εκδοχή του εν λόγω τραγουδιού, λοιπόν, ολοκληρώνει με την πανδαισία της μουσικής. Δεν υπάρχει εδώ απαισιόδοξο κλείσιμο. Κανένα συμπέρασμα, κανένας στίχος μετά τη μουσική. Καμία πράξη καταληκτική. Πράξη επιλογής, αμιγώς ποιητική.
Αυτήν την αμιγώς ποιητική ματιά η Παπαγεωργίου την παρουσιάζει και επίσημα στο δεύτερό της βιβλίο, με τίτλο Το Γάβγισμα (Εκδόσεις Πατάκη, 2025). Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερις υποενότητες, με τίτλους: Του κυνηγού, Του κυνηγημένου, Του φτωχού, Του ερωτευμένου. Όλα τα κείμενα, μικρές ολιγοσέλιδες ιστορίες, έχουν ρίζα κοινή. Τον έρωτα, το τραύμα, την ντροπή, το βάρος, την πληγή. Είναι το Σώμα στο επίκεντρο: «Δώσαμε ζωή στις γραπτές μπούρδες σου, ηλίθιε» γράφει σε ένα από τα κείμενα της συλλογής (Ο σελιδοκόπτης), όχι τυχαιά. Το Γάβγισμα είναι στην μορφή του πεζογραφία, στην ουσία του ποίηση, και στην πιο βαθιά του ουσία σπουδή του Σώματος˙ σπινθηρογράφημα με ραδιοϊσότοπο τον έρωτα.
Κι όμως, παρά την κοινή ρίζα των κειμένων, η κάθε ενότητα μετακινεί τη φωνή σε μία άλλη κατεύθυνση: από τα έξω προς τα μέσα, κι ύστερα από τα κάτω προς τα πάνω. Τρεις φορές «όσες με αρνήθηκες» (Το λάθος (τρίτο)). Ένα ιδιαίτερο είδος σταυροκοπήματος, μια προσευχή «στις φλέβες των χεριών της», μια κοινωνία του αίματός τους (Μαίρη). Έτσι ο κύκλος πηγαίνει από την πράξη στη συνείδηση, κι από ‘κει στη στέρηση και στη δυνατότητα λύτρωσης. Του κυνηγού, Του κυνηγημένου, Του φτωχού, Του ερωτευμένου, λοιπόν. Σαν τα τέσσερα πρώτα κομμάτια μιας βασιλόπιτας, συμβολική μετοχή στο καλό που προσδοκούμε.
Στη φυσική εμφανίζεται συχνά η ιδέα της εργοδικότητας: πως μετρώντας ένα σύστημα πολλές φορές διαδοχικά στον χρόνο, θα πάρουμε στατιστικά το ίδιο αποτέλεσμα με τη μέτρηση πολλών ίδιων ανεξάρτητων συστημάτων την ίδια στιγμή. Αυτή η αρχή της Στατιστικής Μηχανικής μου θύμισε το βιβλίο της Παπαγεωργίου. Είναι οι ιστορίες που αποτυπώνονται στο χαρτί οι ιστορίες διάφορων εν δυνάμει υπαρκτών ανθρώπων ή η εξέλιξη ενός ίδιου ανθρώπου, από κυνηγό σε ερωτευμένο, μέσα στον χρόνο; «Τα κομπιουτεράκια γράφανε πως δε με αγάπησες, πως ήμουν άλλη μια στατιστική. “Error!” φώναζα “σε παρακαλώ”. Error, έρως. Η επαλήθευση του λάθους» (Το λάθος (τρίτο)). Ο έρωτας γίνεται εδώ το ακουστικό λάθος του λάθους — δύο αρνήσεις που μπορεί να δίνουν κατάφαση, μπορεί και μια δεύτερη άρνηση. Στην εφηβεία μου είχα γράψει: «Οι άνθρωποι υπάρχουν για έναν και μόνο σκοπό — για να μας προσφέρουν την εμπειρία που θα αγνοούσαμε αν ήμασταν μόνοι μας˙η ύπαρξη των άλλων μας προσφέρει κυρίως τη φιλοσοφική διάθεση της στατιστικής». Τώρα το βλέπω ακόμα καλύτερα: ο έρωτας είναι το λάθος στον προγραμματισμό της στατιστικής.
Τα τέσσερα μέρη του έργου:
Α. Το γάβγισμα του κυνηγού. Ο κόσμος της επέμβασης και της επιθυμίας. Ο Άλλος, είτε ως εραστής, είτε ως οικογένεια ή κοινωνικό βλέμμα, κυνηγάει την ύπαρξή σου. Και μένεις να κυνηγάς κι εσύ, ακολουθώντας τον ρυθμό του κόσμου. Μπήγεις τα νύχια σου στην πλάτη του εραστή για να μη φύγει (Ζω-α). Παθητικά κληρονομείς τους πόθους, τους φόβους της προηγούμενης γενιάς (Ο πολυέλαιος), ανταπαντάς ή συνηθίζεις στην ενδοοικογενειακή ή έμφυλη βία (Το χούι). Οικιακοί χώροι και καθημερινά αντικείμενα ─ ο πολυέλαιος, ο σελιδοκόπτης, το μαχαίρι ─ γίνονται εργαλεία πληγής που υπηρετούν το κυνήγι σου. Το κυνήγι μιας ευτυχίας, που κάπου ενδιάμεσα γίνεται κυνήγι δυστυχίας. Το κυνήγι μιας ζωής που σβήνει αργά, κουραστικά, όπως οι παλμοί μίας καρδιάς μέσα σε έξι μήνες πόνου (Ο σελιδοδείκτης).
Β. Το γάβγισμα του κυνηγημένου. Η φωνή στρέφεται προς τα μέσα. Η προσπάθεια κατανόησης φέρνει παραίτηση (Μα’ερ’), ταπείνωση και αυτοενοχή (Ντροπή), εγκλεισμό στο ίδιο το σώμα (Πάκμαν), αναμέτρηση με το παρελθόν (Χρόνος). Το τραύμα εγκαθίσταται, ο χρόνος βαραίνει, και το σώμα γίνεται το τελευταίο του καταφύγιο. Το υποκείμενο καταλαβαίνει πως ο κυνηγός και το θήραμα συνοικούν μέσα του˙ το γάβγισμα γίνεται αντήχηση. Μου άρεσε ιδιαίτερα η φράση: «Ξεκίνησα λοιπόν να υπολογίζω το μεγάλωμα μου από το πόσο λιγότερο θα κάλυπτε το χιόνι τις γάμπες μου κάθε Δεκέμβρη. Μετά από δεκαοχτώ χρόνια το παιχνίδι έπαψε να έχει ενδιαφέρον» (Χρόνος).
Γ. Το γάβγισμα του φτωχού. Η φωνή κατεβαίνει στο χαμηλό, ταπεινό επίπεδο, στην έλλειψη. Στιγμές νοσταλγίας του εαυτού (Μαίρη). Στιγμές νοσταλγίας του άλλου (Κλειδαρότρυπα). Στιγμές νοσταλγίας της απλότητας και της συγκίνησης (Σχολική εκδρομή). Προσευχή, καθημερινή εξάντληση, αίσθηση αποξένωσης, κοινωνική πείνα. Με μία φράση: έλλειψη του έρωτα. Η φτώχεια είναι ένδεια από έρωτα, άρα φτώχεια υπαρξιακή: η έλλειψη νοήματος και αγκαλιάς. Το γάβγισμα γίνεται ψίθυρος προσευχής—όχι διεκδίκηση, αλλά αίτημα συμμετοχής.
Δ. Το γάβγισμα του ερωτευμένου. Η φωνή υψώνεται προς το δυνατό: ο έρωτας ως λάθος, θαύμα, εξίσωση και βάρος. Είναι εδώ που το «μη φύγεις» που απαιτεί η αφηγήτρια στην αρχή του βιβλίου, στο γάβγισμα του κυνηγού, (Ζω-α), γίνεται ένα πιο τρυφερό «μη μου φύγεις» που ψιθυρίζει ο σύντροφός της (Χορτοφαγία). Από το «Παράξενο όνειρο» και τη «Χορτοφαγία» μέχρι τα τρία «Λάθη» και το «Απόβαρο», ο έρωτας περνά απ’ την φανέρωση, στην ένωση/κατανάλωση, τον απολογισμό ως την αποδοχή. Ο πόθος δείχνει να μη διορθώνεται, αλλά να επιλέγεται και στο τέλος να ‘αφήνεται’ και μένει μόνο το απόβαρο: «Μέχρι και ο ύπνος είχε άγνοια ατομικότητας… ‘Να αφήνεις το βάρος σου κάπου’ μου έλεγε το μισοκοιμισμένο χαμόγελό σου ‘όσο μεγάλο και να γίνει’» (Απόβαρο).
Κι αν στην αρχική εκδοχή του Κηπουρού από τον Παυλίδη, η μεταμόρφωση της ιστορίας μέσω της έντονης μουσικής ακολουθείται από την επαναφορά στα λόγια, στο επιμύθιο, στη δική της εκδοχή του εν λόγω τραγουδιού, η Παπαγεωργιού σταματάει με τη μουσική. Το δικό της μαύρο κουτί δεν εντοπίζεται για να ερμηνευθεί. Στα δωμάτια δεν μπαινοβγαίνουν τώρα σκυλιά, αλλά άνθρωποι που γαβγίζουν: «Μπαινοβγαίνω στα δωμάτια σκορπάω ποιητικές συλλογές πάνω στο πιάνο» (Πάκμαν). Το βιβλίο αυτό νιώθω πως είναι η ανταπάντηση στους καταληκτικούς στίχους του Παυλίδη, που είχε αφήσει προσωρινά αναπάντητους η Παπαγεωργίου. Το δικό της γάβγισμα, το δικό της επιμύθιο στο τραγούδι δίνεται στο τελευταίο κείμενο του βιβλίου (Απομαγνητοφώνηση ενός έρωτα):
«- Γιαγιά; Ποια είναι η πιο όμορφη περίοδος της ζωής σου;
– Δεν ξέρω, παιδί μου. Μάλλον όταν ήμουν ερωτευμένη.»
«Έζησα ωραία, Μαρία.// Φτιάξε μου καφέ τώρα».
Μαρίας Παπαγεωργίου, Γάβγισμα, (Εκδόσεις Πατάκη, 2025)

























