Μαίρη Μικέ(*)
Όταν κουρσεύτηκε η πόλη και παραδόθηκαν στις φλόγες παλάτια, αποθήκες, ζωντανά και γεννήματα, αλαφιάστηκα όπως όλοι. Κραυγές, πνιχτά κλάματα, αλαλαγμοί και θρήνοι ένα ανθρώπινο πλήθος μανιασμένο με αγριεμένα μάτια ορμούσε στην έξοδο προς τις Πύλες κάτω από έναν ήλιο που μας καταδίωκε και μας κύκλωνε ανελέητα. Να πάει πού; στα καράβια των Αχαιών, στην εξορία και στην αιχμαλωσία; H μάνα μου, τα αδέλφια μου, ο πατέρας μου νεκρός με αίματα που πρόλαβαν να ξεραθούν μετακινιόταν στο σκασμένο χώμα από το ποδοβολητό των ευγενών Τρώων. Χιτώνες, μανδύες και στέμματα, μωρά ριγμένα από τα τείχη, τελετουργικοί διαμελισμοί μπροστά στα μάτια μου. Ο νους μου σάλεψε, τον ένιωθα να ψηλώνει, να τινάσσεται θέλοντας να εκσφενδονιστεί προς τα πάνω, να ελίσσεται σαν σπείρα και μετά πάλι να συσπειρώνεται όπως ελάφι που περιμένει τρέμοντας πίσω από τις φυλλωσιές την επίθεση αρπακτικού. Μπερδεύτηκαν τα πόδια μου στα χρυσοκέντητα καλοϋφασμένα πέπλα κουρέλια στα πατώματα κι έσκυψα να τα σηκώσω μήπως και μου προσθέτουν, σκέφτηκα αστραπιαία και κάγχασα με πόνο τώρα που το θυμάμαι, χάρη κι ελαφράδα όταν κάνω τις βόλτες μου στα σοκάκια της Κόλασης.
Την τελευταία φορά που σάλεψε ο νους και προς τα πάνω τινάχτηκε θέλοντας να εκσφενδονιστεί, αν τα λογαριάζω σωστά, ήταν όταν πριν από μερικές μέρες είδα να στοιβάζονται μπροστά στα τείχη νεκρά σώματα Τρώων, μερικά ήταν ακέφαλα με δυο κουφάλες στη θέση των ματιών, σπαραγμένα από τα σκυλιά και τα πεινασμένα όρνια. Επειδή οι μάχες με λύσσα συνεχίζονταν και δεν μπορούσαμε στο κάστρο να τα σύρουμε, με μύρο να τα αλείψουμε, τιμές να αποδώσουμε, στην πυρά να τα στήσουμε και με φροντίδα να φυλάξουμε τα λευκά οστά σε περίτεχνες σκαλισμένες θήκες, σμήνη από πουλιά συνέχιζαν να σημαδεύουν τα σπλάχνα. Άρπαζαν με μανία λαχταριστά κομμάτια κρέας κι εξαφανίζονταν με παιγνιώδεις διαθέσεις έχοντας το κέφι να προχωρούν σε περίπλοκα σχήματα στον φλογισμένο ουρανό. Τα δυνατά άλογα πισωπαστούσαν κι έχαναν την ισορροπία τους, πατούσαν πάνω σε κορμιά ξέπνοα σε κεφάλια κομμένα σύριζα. Έριξα φωνή μεγάλη, κοκάλωσα ολόκληρη, μούσκεψαν τα μάγουλά μου και τα παγωμένα χέρια μου τανύστηκαν. Ήθελαν να αγγίξουν όλες τις πληγές στα σκοτωμένα σώματα. Το μαύρο αίμα σχημάτιζε τόπους τόπους μικρές λιμνούλες ξέφευγε πηχτό όπου έβρισκε μικρά περάσματα κι έβαφε τα ακρωτηριασμένα μέλη.
Καθώς συνέχιζα να ακολουθώ το ανταριασμένο πλήθος, κι όσες φορές κι αν το σκέφτηκα από τότε σε συμπέρασμα δεν κατέληξα για το πώς συνέβη, ένα μεγάλο βάραθρο άνοιξε μπροστά μου κι έχασκε απειλητικό στο ζοφερό σκοτάδι. Κατακρημνίστηκα μπροστά στα μάτια συντρόφων και συγγενών κι εξαφανίστηκα στον μαύρο όλεθρο. Ήταν τυχαίο, ήταν της μοίρας μου γραφτό, το προγραμμάτισαν οι θεοί για να μη μαλάξουν ξένα χέρια τη δικιά μου ανέγγιχτη πια και ακύμαντη σάρκα; Δεν μπορώ να πω. Άνοιξε η γη και με κατάπιε.
Βυθομετρούσα ένα ρήγμα. Ιλιγγιώδης η πτώση μου. Ένιωθα τον πόνο καθώς το σώμα μου με μανία και ταχύτητα χτυπούσε στους μυτερούς βράχους κι άφηνε της σάρκας τα σημάδια.
Φωτιές μεγάλες και πολλές πρωτοαντίκρισα σαν να με περικύκλωναν και να με απειλούσαν, φλόγες ουρανομήκεις και λαμπερές υψώνονταν, φώτιζαν τα μαύρα σκοτάδια κι έστελναν σήματα μαρτυρίων και βασανιστηρίων για τους αμαρτωλούς της Κόλασης. Ρίγος με διαπέρασε, συσπειρώθηκα στο σώμα μου (ό,τι είχε απομείνει) καθώς δεξιά κι αριστερά κορμιά ολόγυμνα και κάτισχνα κείτονταν και τεράστια περίεργα ζώα περιφέρονταν ανενόχλητα και με απίστευτη ευκολία ελίσσονταν ανάμεσά τους. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιες μορφές. Είχαν συνήθως τεράστια κεφάλια με ακόμη μεγαλύτερα στόματα, σπηλιές βαθιές κι ανεξερεύνητες, μικρά σχιστά μάτια κι έβγαιναν μέσα από ερείπια και κατεστραμμένα κτήρια, μέσα από στάχτες και αποκαϊδια. Κι άλλα πάλι μικρότερα και κατάμαυρα πετούσαν με ουρές αντί για φτερά, μ’ ένα μαχαίρι κοφτερό που περνούσε μέσα από τα σωθικά τους κι έβγαινε από την αντίθετη πλευρά. Κοράκια και σαύρες γλοιώδεις, βατράχια στους βάλτους με γλιτσιασμένο νερό άνοιγαν διάπλατα τα τεράστια μάτια τους και με περιεργάζονταν, με κατασκόπευαν. Αλλού πάλι πολυπληθείς σκιές μαζεύονταν γύρω από μικρές εστίες και μαγείρευαν σε τσουκάλια ανθρώπινα μέλη για να κατευνάσουν την πείνα τους. Δεν μπορούσα να διακρίνω εκφράσεις, μπορούσα όμως να ακούσω το καταχθόνιο γέλιο κι έναν ήχο ευχαρίστησης καθώς η ανθρώπινη τροφή κατρακυλούσε αμάσητη στο στομάχι τους. Καθώς τα μάτια μου συνήθιζαν στο σκοτάδι και τα περιγράμματα γίνονταν ευκρινέστερα λίγο πιο μακριά από το σημείο που στεκόμουν μπορούσα να διακρίνω τεράστιους τροχούς μπηγμένους στο έδαφος να γυρνάνε ανελέητα και ψηλότερα, καθώς τόλμησα να σηκώσω το κεφάλι μου, μέσα σε μια τεράστια γαλανή σφαίρα σάλπιγγες από χέρια αγγέλων κρατημένες προειδοποιούσαν για την τελευταία Ημέρα της Κρίσης.
Όσο κι αν ακούγεται περίεργο αυτό το τελευταίο δεν μου προξενούσε καμία αναμονή ή αγωνία. Η τελευταία μέρα για μένα ήταν η τελευταία μέρα της ειρήνης προτού ξεσπάσει ο πόλεμος. Όταν όμως έφτασε, ξεκληρίστηκαν οι γενιές μας και μετά από λίγο γκρεμίστηκα κι εγώ στην Κόλαση σ’ αυτά τα βάθη, το μόνο που μου έμεινε παρηγοριά είναι η μνήμη. Την προσέχω και προσπαθώ να την διατηρώ αλώβητη χωρίς τυφλά σημεία και τρύπες. Μ’ αυτήν ταξιδεύω και διαφεύγω. Η μνήμη με κρατάει ακόμη, σ’ αυτήν ακουμπάω, αυτή ακόμη με ζεσταίνει και μου δίνει ένα άλλοθι για να ανασαίνω ακόμη. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό. Δεν ξέρω αν θα ήταν καλύτερο να βυθιστώ στην ανυπαρξία. Όσο όμως διαχειρίζομαι τον καιρό και όσο δεν μπορώ μόνη μου να βάλω τέρμα στην σκιώδη ζωή μου, δεν ξέρω αν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Είναι το μόνο που δικαιολογεί την όποια ύπαρξή μου. Γι’ αυτό και κλωθογυρνάω συνεχώς τις αναμνήσεις μου για να μπορώ να περιφέρομαι έστω και ως σκιά. Κι όταν στα περασμένα γυρνάω, είναι περίεργο αλλά ένα αδιόρατο χαμόγελο διαγράφεται στα χείλη μου. Η οικογένειά μου, οι φιλενάδες μου, η εύφορη πατρίδα μου…
Οι αγκαλιές και τα παθιασμένα φιλιά του Ελικάονα με πλημμυρίζουν από τότε κάθε μέρα για πολλά χρόνια. Δεν μπορώ πια να υπολογίσω. Πόθοι σε μυρωμένα υγρά σεντόνια στους θαλάμους του παλατιού του Πριάμου με τυλίγουν με τη ζεστασιά τους εδώ στα παγωμένα και άνυδρα καταγώγια. Τα λόγια των γερόντων όταν περνούσα από μπροστά τους ηχούν πάντα και τώρα σαν λαγαροί ήχοι καμπάνας που αναγγέλλει χαρμόσυνα μηνύματα. Γαλάζιες και πράσινες ταινίες μου δείχνουν τα χλοερά και καρπερά λιβάδια του Ίλιου και στη μέση πάντα βέλος και τόξο που με δύναμη τεντώνει ο Ελικάονας. Αμείωτο το αίσθημα της πλησμονής στο σφιχτομανταλωμένο θάλαμο να έρθει, να ξεκλειδώσει τους αρμούς, να φυτέψει σπόρους στους δικούς μου κόλπους, να ανθίσουν στο μέτωπο, στις μασχάλες και στα ξέπλεκα μαλλιά μου άνθη μωβ και κίτρινα. Όπως ταύρος λευκός ορμά κι αρπάζει την κόρη, την τοποθετεί στη ράχη και ιπτάμενος διασχίζει θάλασσες κι ακτές, όπως χρυσή βροχή τρυπώνει από την σχισμή του ταβανιού και ποτίζει τη διψασμένη σάρκα κι όπως κύκνος χώνεται στην αγκαλιά κι αρχίζει θωπείες και περιπτύξεις με την Νηρηίδα, έτσι έφτανε μέσα μου ο αγαπημένος. Θάλασσες τα μάτια μου – συνήθιζε να μου λέει – κι εκεί μέσα χανόταν με τις ώρες. Ακόμη ανατριχιάζει το δέρμα μου καθώς τα δάχτυλά του πλανιόταν με τις ώρες στις δικές μου κοιλότητες. Έφευγε πάντα σαν αερικό, χανόταν με τα πρωινά αστέρια. Βυθιζόμουν σε ύπνο βαθύ χωρίς όνειρα για να τον προσμένω ξανά και ξανά κάθε μέρα στους χρόνους της ειρήνης.
Γέρασε πια κι η σκιά μου σ’ αυτή τη γούβα. Κανείς τόσα αναπομνημόνευτα χρόνια δεν με θυμήθηκε, κανείς δεν κατέβηκε να με δει. Γι’ αυτό κι όταν χρειάστηκε να παραδώσω ένα μήνυμα στους Δελφούς για τα οράματα, τις προφητείες και τα μελλούμενα ανθρώπινα κι επιλέχτηκα εγώ από τον θεό του Κάτω Κόσμου να το μεταφέρω – δεν ξέρω για ποιο λόγο επέλεξε εμένα ίσως γιατί πειθήνια κι ευλύγιστη χρόνια τώρα δεν δημιούργησα ποτέ κανένα πρόβλημα στην πειθαρχία της Κόλασης – ξαφνιάστηκα και κοντοστάθηκα στην επιγραφή της μαρμάρινης αναθηματικής στήλης κοντά σε μια κρυστάλλινη πηγή στις Φαιδριάδες Πέτρες.
τὴν Ἀντηνορίδης εἶχε κρείων Ἑλικάων
Λαοδίκην Πριάμοιο θυγατρῶν εἶδος ἀρίστην
Πώς έφτασαν οι λέξεις ως εδώ; Ποιος θέλησε να με βγάλει από την ανωνυμία μου; Ποιος θέλησε να διασχίσει με τις λέξεις τον χρόνο κι εγχάρακτη να με παραδώσει στους μεταγενέστερους; Μήπως ο Αινείας στο δρόμο για τη Ρώμη στάθηκε να ξαποστάσει από το βάρος του Αγχίση και μια λάμψη θύμησης της θωριάς μου οδήγησε τη σμίλη του στο μάρμαρο; Ποιος ξέρει, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο.
Όπως και να είναι, σαν να με έβγαζε από την εξορία μου και μου έδινε χώρο στο μέλλον, σαν να άφηνε το αποτύπωμα της επώνυμης πια σκιάς μου, μου έδινε την ταφή που χρειαζόμουν φτιαγμένη από λέξεις. Η στάχτη μου πλέον μπορούσε να στροβιλιστεί στον γαλανό αιθέρα και να φτάσει ψηλά μέχρι τον αστεροειδή που φέρει το όνομά μου.
*Η Μαίρη Μικέ είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας ΑΠΘ.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)








