του Γιάννη Μουγγολιά
Ιούλιος και όπως κάθε χρονιά οι υπολογισμοί και οι σκέψεις για τη λίστα βιβλίων των καλοκαιρινών διακοπών ενεργοποιούνται. Ανάμεσα στα λογοτεχνικά βιβλία που έχουν τη μερίδα του λέοντος με έμφαση πάντα στα νουάρ μυθιστορήματα τα οποία κυριαρχούν στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού, εμείς εδώ θα προτείνουμε μια σειρά ξεχωριστών βιβλίων για τη μουσική. Βιβλία ολοκαίνουρια ή σχετικά πρόσφατα που έχουν ως κοινό παρονομαστή τη μουσική πολλών και διαφορετικών ειδών και που βέβαια δεν περιορίζονται στις υψηλές θερμοκρασίες των ημερών αφού σίγουρα μπορούν να διαβαστούν είτε σε ειδυλλιακά φυσικά τοπία είτε σε «κατάσταση» γραφείου με air condition. Από το ελληνικό ροκ, τους Scorpions, τον Ennio Morricone, τον πρωτοπόρο της ηλεκτρονικής μουσικής, πρόσφατα χαμένο Σπύρο Φάρο έως τον Κώστα Μπέζο με τις χαβάγιες, τα ρεμπέτικα, τα σκίτσα του και την ουτοπική «Χονολουλού» του, αλλά και τον Miles Davis σε γκράφικ νόβελ, οι ποικίλες μουσικές ζωντανεύουν μέσα από τις σελίδες. Σελίδες με διάφορους τρόπους συναρπαστικές που μας ξεναγούν σε ταξίδια μάθησης και απόλαυσης. Και που μπορείτε να τις διαβάσετε βάζοντας στα πικάπ, στα ραδιοφωνάκια σας ή στις αναζητήσεις σας στο youtube κάποια τραγουδάκια ή κάποιες θεσπέσιες μουσικές που είναι καλά κρυμμένες στα βιβλία αυτά.
Φώντας Τρούσας «Ροκ, ελληνικό ροκ, κοινωνία & πολιτική στη μακρά δεκαετία του ’60» (εκδ. Όγδοο, Αθήνα 2025)

Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την εμπλουτισμένη, αναθεωρημένη δεύτερη έκδοση του βιβλίου του «Ραντεβού στο Κύτταρο» (εκδ. Όγδοο) για το ελληνικό ροκ και την ποπ, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1996 από τον εκδοτικό οίκο Δελφίνι και το 2024 βρήκε και πάλι τους αναγνώστες του, ο γνωστός συντάκτης και ακάματος ερευνητής Φώντας Τρούσας προχώρησε σε ένα καινούριο εντυπωσιακό βιβλίο και πάλι για το αγαπημένο του ροκ και το ελληνικό ροκ, αυτή τη φορά προχωρώντας κατά πολύ από την συστηματική και έγκριτη καταγραφή-παρουσίαση κάποιας σχετικής με το αντικείμενο δισκογραφίας διανθισμένη με πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Στις 477 αυτές σελίδες ο Τρούσας, όπως μαρτυρά και ο μελετημένος τίτλος του βιβλίου του, προσεγγίζει διεισδυτικά τα θέματά του θέτοντάς τα υπό το πρίσμα του κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντός για το χρονικό διάστημα που καταπιάνεται. Το διάστημα αυτό το προσδιορίσει: «στη μακρά δεκαετία του ’60» θέτοντας τα όρια της από το 1956 (έναρξη) μέχρι το 1974 (λήξη), χρονιά που συνδέεται με την οπισθοχώρηση του ροκ διεθνώς.
Καταλαβαίνεις από τις πρώτες σελίδες την ιδιαιτερότητα αυτού του βιβλίου και τον συγκροτημένο τρόπο που ο Τρούσας προσεγγίζει το υλικό του με τις έτσι κι αλλιώς πολύτιμες πληροφορίες του σχολιάζοντας στοιχεία, γεγονότα, αναρίθμητα ανέκδοτα και ξεχωριστής σημασίας περιστατικά που παραθέτει και καταλήγοντας στα συμπεράσματα που θέλει. Εδώ άλλωστε έχει βαρύνοντα ρόλο ο όρος που εισάγει ο συγγραφέας για τη ματιά του σε αυτό το βιβλίο: «μια αντι-ανάγνωση». Από το πρώτο υποκεφάλαιο λοιπόν με τίτλο «Η άφιξη του ροκ εν ρολ στην Ελλάδα» ο συγγραφέας ενισχύει τον συλλογισμό του και εστιάζει τον στόχο του αντιμετωπίζοντας χαρακτηριστικά του ροκ και της εποχής μέσα από τη «θέαση» μιας ταινίας. «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα…» του Νίκου Νικολαϊδη, παρότι σκηνοθετημένα το 1979 γίνονται το όχημα για να αναφερθεί στην έλευση του είδους στη χώρα μας. Με το γνωστό ακριβοδίκαιο και κριτικό του πνεύμα υπογραμμίζει θετικά (τα τραγούδια που επέλεξε ο Άρης Μπέλλης, ιδιοκτήτης δισκάδικου στα Εξάρχεια) και πραγματικά στοιχεία, αλλά και αναλήθειες της ταινίας και του σεναρίου με αποκορύφωμα τη γενικότερη αίσθηση που δίνουν «Τα Κουρέλια…» ότι το ροκ προπαγάνδιζε τη βία, την παραβατική συμπεριφορά και την ένταξη των Ελλήνων ροκεντρολάδων στο πλαίσιο του ελληνικού τεντιμποϊσμού. Πλήθος ανάλογων προσεγγίσεων εξαιρετικά συγκροτημένων που πατούν σε στέρεα βάση και που δίνουν τροφή για γόνιμο, εποικοδομητικό διάλογο ακόμα και με τους διαφωνούντες, θα βρει ο αναγνώστης σε όλο το βιβλίο. Μπορεί το βιβλίο του Τρούσα να λειτουργεί ως παράθεση ανεκτίμητων και συνήθως άγνωστων πληροφοριών που συναρπάζουν τον αναγνώστη και θεμελιώνουν την επιχειρηματολογία του συγγραφέα (σίγουρα ένας συνδυασμός που δεν συναντάς συχνά εξασφαλίζεται εδώ) και στην οποία ανατρέχεις κατά τακτά χρονικά διαστήματα πέραν της ολοκληρωμένης ανάγνωσης του βιβλίου, ωστόσο εδώ οι απόψεις του συγγραφέα διατυπωμένες με τόλμη, θάρρος και επιστημονική θα λέγαμε συγκρότηση έρχονται με φυσικό τρόπο ως προϊόν σοβαρής, εξονυχιστικής, λεπτομερούς και απόλυτα διασταυρωμένης και τσεκαρισμένης πολλάκις έρευνας. Αποτέλεσμα ο αναγνώστης, αδαής ή υποψιασμένος να διαβάζει για το ροκ και το ελληνικό ροκ με ασφάλεια, χωρίς υπερβολές, αφορισμούς ή ωραιοποιήσεις και ταυτόχρονα να αντιλαμβάνεται την εξέλιξή του και τα γεγονότα στην πραγματική τους διάσταση, απαλλαγμένα από μυθεύματα που μπορεί να διόγκωναν τις εντυπώσεις αλλά θα διάβρωναν σίγουρα την αλήθεια. Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας χαρακτηρίζεται από μια υποδειγματική ισορροπία και ένα μέτρο που καταξιώνει την σε κάθε περίπτωση σημαντική του δουλειά.
Στο πλαίσιο αυτό έχουν να μας πούνε πολλά αποκαλυπτικά υποκεφάλαια όπως «Μίκης-Beatles-Χριστιανοί-Μαοϊκοί», «Οι Rolling Stones στη Λεωφόρο», «Τσόγκας-αντικομμουνισμός-Μοντέρνοι Ρυθμοί», «Η αξιοπιστία των Μοντέρνων Ρυθμών», «Οι Beatles στην Ελλάδα», «Lennon-Yoko στην Αθήνα», «Ο Donovan και η Ελλάδα», «Πρωτοπορία-Φοιτητική Σκέψη», «11ον Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού», «Πετρίτσης-Hair» στο οποίο ο Τρούσας με εκκίνηση την πρώτη παρουσίαση το 1967 στο παλιό Astor Library του Βίλατζ του διάσημου μιούζικαλ, «μνημείου της κερδοσκοπίας, του χίπικου πανηγυρισμού του κόσμου των επιχειρήσεων, θεάματος ξεπερασμένου και συχνά ψεύτικου», όπως σημείωνε ο Mario Maffi στο βιβλίο του «Underground» υπογραμμίζει τη μεταφορά του στην ελληνική πραγματικότητα από τον Γιάννη Πετρίτση στις αρχές Μαϊου 1970 μέσω της παράστασης «Τρίχες» αλλά και άλλων πρωτοβουλιών όπως το βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη, την υποδοχή του «Hair» από την ελληνική Αριστερά, τις κρίσεις για αυτό από τον Μίκη Θεοδωράκη σε συνεντεύξεις του αλλά και στο βιβλίο του «Μουσική για τις μάζες».
Στο βιβλίο του Τρούσα θα διαβάσετε για τους Μάνο Χατζιδάκι, Βασίλη Παπακωνσταντίνου και Crosswords, Περικλή Χαρβά, Θάνο Μικρούτσικο, Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Σπάθα, Διονύση Σαββόπουλο, Ντέμη Ρούσσο και Μαρινέλλα, Socrates, Δημήτρη Πουλικάκο, Σταμάτη Κόκκοτα και τις φαβορίτες του αλλά και για τους Agitation Free, τους Gazuama Sinchartchas, το ελληνικό βραχύβιο ροκ συγκρότημα με το παράξενο ινδοπρεπές όνομα και ένα μόλις 45άρι το 1972 και για πολλούς άλλους. Για όλους αυτούς όχι με την αυστηρά εγκυκλοπαιδική προσέγγιση αλλά με τη σχέση τους με το ροκ στη μακρά, εκτεταμένη αυτή δεκαετία και με αφορμές άκρως ενδιαφέρουσες.
Κλείνω με ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από αυτά τα ψήγματα της έρευνας που η σκαπάνη του ερευνητή ανέσυρε και ενέταξε στην αποκατάσταση μιας ψύχραιμης ματιάς για το ροκ την εποχή που μελετάται:
«Υπάρχει ένα φιλμάκι, που προέρχεται από τον θησαυρό του Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου (ΕΟΑ), το οποίο βάζει πολλά πράγματα στη θέση της. Πρόκειται για μια μουσική εκδήλωση της ΕΦΕΕ, που είχε λάβει χώρα στο κινηματοθέατρο Παλλάς την 5η Νοεμβρίου του 1972. (Όταν αναφερόμαστε σε ΕΦΕΕ, το 1972, ξέρετε τι εννοούμε, το αντίθετο της Αντι-ΕΦΕΕ, και όλοι καταλαβαίνουν). Η εκδήλωση αφορούσε τον εορτασμό της επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940, ενώ παρευρίσκονταν σ΄ αυτήν, όπως μαθαίνουμε από το ΕΟΑ, ο υφυπουργός Παρά τω Πρωθυπουργώ Σπυρίδων Κατσώτας, ο υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών Ιωάννης Λαδάς (που κυνηγούσε, υποτίθεται, την … ψυχεδέλεια) και ο υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Κωνσταντίνος Ασλανίδης (ο τέως σφαγέας του αθλητισμού).
Στη σκηνή του Παλλάς δεν βλέπουμε βεβαίως ορχήστρα να παίζει τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, ούτε τον Ξυλούρη να τραγουδάει «Πότε θα κάνη ξαστεριά»… Τι βλέπουμε; Γιεγιέδικα συγκροτήματα του ελληνικού ροκ (!), ενώ στην πλατεία φαίνεται το … φοιτητικό κίνημα να παρακολουθεί με θέρμη. Ξέρετε τώρα … Οι παράνομες οργανώσεις της αριστεράς, μέλη του Ρήγα, της ΚΝΕ και τα λοιπά … Ειρωνεύομαι φυσικά.
Φαίνονται, λοιπόν, οι Νοστράδαμος, τους οποίους κυνηγούσαν οι συνταγματάρχες, όπως λέει ένας μύθος, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης».
Χάρης Συμβουλίδης «60 χρόνια Scorpions. Το γερμανικό ροκ φαινόμενο που λάτρεψε η Ελλάδα» (εκδ. ΛΟΓΟ_ΤΥΠΟ)
Ο Χάρης Συμβουλίδης, εξέχων μουσικοκριτικός και ραδιοφωνικός παραγωγός με εκλεκτά δείγματα δουλειάς στον μουσικό τύπο και μεταξύ άλλων στα σάιτ Avopolis, MiC και Athens Voice, στα περιοδικά Αθηνόραμα και Sonik, στο ραδιοφωνικό σταθμό «105,5 Στο Κόκκινο», αλλά και μεταφραστής σημαντικών βιβλίων συμπεριλαμβανομένου του θαυμάσιου «Blues people» του LeRoi Jones έγραψε το βιβλίο αυτό για το αγαπημένο και δημοφιλέστατο στην Ελλάδα γερμανικό hard rock συγκρότημα των Scorpions.
Είναι σίγουρο ότι ο Χάρης Συμβουλίδης αγαπά τους Scorpions αλλά κυρίως ότι έχει ψάξει την ιστορία τους, τα τραγούδια τους, τα άλμπουμ τους, τα εξώφυλλα των άλμπουμ τους, τις συναυλίες τους και την επικοινωνία που κάθε φορά διαφοροποιούνταν ανάλογα με το κοινό που απευθύνονταν σε διαφορετικές ηπείρους που έφτασε η χάρη τους, τις μεγάλες επιτυχίες τους, τις κορυφαίες, τις καλές, τις αδιάφορες στιγμές τους, αλλά πάνω από όλα ζωντανεύει και υπογραμμίζει τη σχέση του γκρουπ με την Ελλάδα θέτοντας ως καθοριστικό υπότιτλο του βιβλίου του τον προσδιορισμό «το γερμανικό ροκ φαινόμενο που λάτρεψε η Ελλάδα» αλλά και αφιερώνοντας ίσως το κορυφαίο του καταληκτικό κεφάλαιο «Οι Scorpions και η Ελλάδα» στη σχέση αυτή.
Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το κείμενο του οπισθόφυλλου: «Εδώ και δεκαετίες, κάθε ερχομός των Scorpions στην Ελλάδα προξενεί κύματα ενθουσιασμού, μα και απορίας. Από τη μία, χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας τρέχουν να τους δουν και να ξανακούσουν τα τραγούδια τους. Άλλοι, πάλι, βλέπουν σε αυτή την απήχηση ένα φαινόμενο παρακμής. Κάπου ανάμεσα σε όλα τούτα, εν τω μεταξύ, συχνά χάνεται η ουσία. Ποιοι ήταν οι Scorpions; Τι αποτύπωμα άφησαν; Τι εκπροσώπησαν; Ποιες οι δόξες τους και ποια τα λάθη τους; Ήταν καλύτεροι στην εποχή του Uli Jon Roth ή στη δεκαετία του 1980, όταν έκαναν ακόμα και την Αμερική να υποκλιθεί στα χαρακτηριστικά τους αγγλικά, με τη βαριά γερμανική προφορά;» βλέπουμε πως ο Συμβουλίδης αγαπά μεν τους Scorpions αλλά όχι άκριτα. Εδώ βρίσκεται και η αξία, η εμφανής διαφοροποίηση και η ξεχωριστή διάσταση που έχει αυτό το βιβλίο. Ο Συμβουλίδης αντιμετωπίζει το συγκρότημα με κριτική διάθεση αφήνοντας την αντικειμενική ματιά, την επιχειρηματολογία, τη γνώση και τη σύνδεση και αξιοποίηση των στοιχείων της έρευνάς του με τη διατύπωση ασφαλών και έγκυρων συμπερασμάτων. Κριτική βιογραφία δηλαδή μιας 60χρονης πορείας που με αφορμή τη συμπλήρωση αυτού του σημαντικού, διόλου ευκαταφρόνητου χρονικού ορόσημου, ρίχνει άπλετο φως στα καλά και τα κακά και κάνει με τόλμη αλλά και οξυδερκή ματιά την κριτική του αποτίμηση. Και την κάνει με αγάπη και με τόλμη. Στοιχεία απαραίτητα και τα δύο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κριτικής ματιάς είναι το απόσπασμα από το δεύτερο κεφάλαιο που αναφέρεται στο τραγούδι τους «Virgin Killer»: «Το Virgin Killer δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, αναιρώντας εν μέρει όσες καλές εντυπώσεις είχε αφήσει το In Trance. Ναι μεν φανέρωνε περισσότερη εκτελεστική αυτοπεποίθηση, ναι μεν ξεκινούσε πετώντας σπίθες με τα απίθανα Pictured Life και Catch Your Train, ήδη όμως στο τρίτο τραγούδι προσγειωνόσουν απότομα εξαιτίας της ρουτινιάρικης μπαλάντας In Your Park. Κι ακολουθούσε θεαματική κατάρρευση, με απομιμήσεις σκληρών rock΄n΄roll του είδους που ο Ronnie James Dio έπαιζε ήδη από τις μέρες των Elf (Backstage Queen) και με μετριότατες κόπιες του hard rock στιλ των Aerosmith και των Kiss. To Crying Days δημιουργούσε ίσως μια προσδοκία βελτίωσης, αλλά αυτή ακυρωνόταν τελικά από το άστοχο φινάλε, με τα Polar Nights και Yellow Raven να αποτυγχάνουν να χτίσουν αίσθηση αλληλουχίας».
Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από μια ζηλευτή ισορροπία που βέβαια είναι προϊόν της γνώσης και της τεκμηρίωσης του συγγραφέα. Δεν μένει προσκολλημένο, χωρίς στιγμή να τις αμελεί, στις μεγάλες επιτυχίες και τους σταθμούς της πορείας των Scorpions αλλά δίνει μια εμπεριστατωμένη και αναλυτική αναφορά του τι προηγήθηκε της μεγάλης δημοφιλίας του γκρουπ από το 1974 και μετά και κυρίως στις δεκαετίες του ΄80 και του ΄90. Έτσι στο πρώτο κεφάλαιο παρακολουθούμε με εξαιρετικό ενδιαφέρον πως χτίστηκε αρχιτεκτονικά το γκρουπ από όσα προϋπήρχαν της βασικής ιστορίας του, το 1965 στο Sarstedt κοντά στο Ανόβερο με τη δημιουργία των Nameless από τον 17χρονο τότε Rudolf Schenker μέχρι την κυκλοφορία του δισκογραφικού του ντεμπούτου «Lonesome Crow». Ο Συμβουλίδης βουτά στις ανεξάντλητες πηγές του, ανασύρει σημαντικές πληροφορίες και τις συναρμολογεί χειρουργικά μέχρι τέλους πορείας για να συνθέσει εν τέλει το μωσαϊκό, το παζλ του γερμανικού ροκ φαινομένου. Όλα αυτά πάντα θέτοντάς τα υπό τον ψύχραιμο, νηφάλιο μα και κριτικό έλεγχό του που τελικά μας χαρίζει ένα πραγματικά πρωτότυπο βιβλίο που ξεφεύγει από τα όρια της «αγιογραφίας», συνηθισμένης σε ανάλογου τύπου πονήματα.
Στις τελευταίες του σελίδες θα διαβάσετε για τους Scorpions και την Ελλάδα. Συμμετοχή σε πρωτοχρονιάτικο σόου της ΕΡΤ, συναυλίες, μεταξύ των οποίων και αυτή του 1990 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας που διοργάνωσε η ΚΝΕ και στην οποία το γκρουπ μεταξύ άλλων έπαιξε ένα απόσπασμα από το «Θα ΄θελα να ήσουν (Αγάπη μου)» του Χατζηνάσιου, γνωστό από την ερμηνεία της Μαρινέλλας, τα δύο Scorpions Festival και εκτεταμένη περιοδεία σε πόλεις της Ελλάδας, η σύμπραξη με την ΚΟΑ στο Παναθηναϊκό Στάδιο, δίσκοι που σάρωναν εμπορικά, η υποδοχή του γκρουπ με έμφαση και στην αρνητική είναι μερικά μόνο από τα θεμέλια της αδιατάρακτης, στενής αυτής σχέσης με το ελληνικό κοινό.
Κλείνω με τις τελευταίες λέξεις του Χάρη Συμβουλίδη που συμπυκνώνει την οπτική του στο πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο που μας πρόσφερε και σίγουρα ενδείκνυται πέραν των θαυμαστών του συγκροτήματος, λόγω των κατευθύνσεων του και για κάθε φίλο της μουσικής που επιζητά την ουσία: «Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός ότι οι Scorpions αποτέλεσαν και αποτελούν φαινόμενο για τα εγχώρια μουσικά μας ήθη. Το οποίο υπερβαίνει σε διάρκεια ζωής την αναγκαστική τελεία που μπαίνει κάπου εδώ σε αυτή την κριτική βιογραφία».
Marco Morricone / Valerio Cappelli «Ennio Morricone: Η ιδιοφυϊα, ο άνθρωπος, ο πατέρας» (μτφρ. Στέλλα Αναστασοπούλου / Ιωάννα Καραμαλή, εκδ. Μετρονόμος, Αθήνα 2025)
Πρόκειται για τη δεύτερη σοβαρή κυκλοφορία για τον Ennio Morricone από τον εκδοτικό οίκο «Μετρομόμος» που εκδίδει το πολύ καλό μουσικό περιοδικό και ειδικεύεται, εκτός των άλλων, σε βιβλία για τη μουσική. Μετά τον εξαιρετικό τόμο «Ennio Morricone: Αναζητώντας εκείνον τον ήχο. Η μουσική μου, η ζωή μου» που εκδόθηκε το 2022 και αποκαλύπταμε συναρπαστικά πράγματα για τον βίο και το έργο του κορυφαίου συνθέτη και τον τρόπο που αλληλοεπηρεάστηκαν μέσω ενός χειμαρρώδους διαλόγου του με τον νέο Ιταλό συνθέτη Alessandro De Rosa, τον Μάιο του 2025 ήρθε στα ελληνικά το εν λόγω βιβλίο που εκδόθηκε πέρυσι στα ιταλικά και γράφτηκε από τις αναμνήσεις του πρωτότοκου γιου του Ennio Morricone, Marco και τις μνήμες της παλαιάς φιλίας του δημοσιογράφου, παραγωγού ραδιοφώνου, μυθιστοριογράφου και θεατρικού συγγραφέα Valerio Cappelli με τον συνθέτη.
«Είμαι ένας κανονικός άνθρωπος που είχε για μπαμπά μια ιδιοφυϊα» αυτοσυστήνεται ο Marco Morricone και, όπως καταλαβαίνετε, μέσα από τις αφηγήσεις του και την εξαιρετικά ρέουσα και απλή στην κατανόησή της γλώσσα που κατακλύζει τις 170 περίπου σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας και της μουσικής άποψης του μαέστρο με τον πιο άμεσο τρόπο. Είναι φυσικό ότι σε αυτή την αφήγηση θα βρούμε σπάνια περιστατικά, ανέκδοτες συναντήσεις και στιγμιότυπα μιας ένδοξης ζωής ενός θρύλου. Μνήμες από την «Αποστολή», το κορυφαίο σάουντρακ που έγραψε, το «Πρώτο Όσκαρ», το «Δεύτερο Όσκαρ και τον Κουέντιν Ταραντίνο», μια βραδιά στο σπίτι του σκηνοθέτη και ταυτόχρονα συνθέτη Στέφανο Ρεάλι με φίλους μουσικούς, από την επίσκεψη στο σπίτι του Ricardo Muti, από την εχθρική αντιμετώπιση του Ennio από τους ακαδημαϊκούς, από τη γλυκύτητά του που τον έκανε έναν «ασυνήθιστο Ρωμαίο», από τις σχέσεις του με τον Nicola Piovani και τον Giuseppe Tornatore, από τα περιστατικά με τους Joan Baez, Warren Beatty, Clint Eastwood, από τους τσακωμούς και τους καυγάδες του κατά τη διάρκεια των συναυλιών με μουσικούς αλλά και με τους Pavarotti και Bocelli, από την κόντρα του με την RAI που ήθελε να αποφασίσει ποια θα είναι η τελευταία του συναυλία, παρελαύνουν με αποκαλυπτικό τόνο αλλά κυρίως μέσα από μια βαθιά συναισθηματική θέρμη. Πώς αλλιώς άλλωστε θα μπορούσε να συμβεί όταν το αντικείμενο του βιβλίου είναι μια τόσο καθοριστική προσωπικότητα στην ιστορία της μουσικής και όταν ο λόγος που διαβάζουμε είναι αυτός ενός γιου για τον αγαπημένο του «μπαμπά» όπως τον αποκαλεί. Μαζί διαβάζουμε πολύ ενδιαφέρουσες πτυχές του χαρακτήρα και της συνολικής συγκρότησης του Morricone καθώς και στιγμές της καθημερινότητάς του. Σε αυτό το πλαίσιο μαθαίνουμε από πρώτο χέρι την αντίληψη που είχε για την πολιτική, το γεγονός ότι ποτέ δεν πήρε επίσημες θέσεις και ότι δενόταν περισσότερο με τους ανθρώπους παρά με ένα κόμμα.. Μαθαίνουμε για το ρόλο της θρησκευτικότητας στη ζωή του και πώς αυτή επέδρασε στο έργο του, για τα μεγάλα του πάθη, το σκάκι, τη ζωγραφική και το ποδόσφαιρο, για την αποστασιοποίησή του από την τεχνολογία και την εξοικείωσή του μόνο με το σταθερό τηλέφωνο και το φαξ μέχρι τον θάνατό του αλλά και για το φαγητό εντός και εκτός πλαισίου συναυλιών και για την αγάπη του για τα γλυκά και τα σοκολατάκια.
Μέσα από όλη αυτή την περιήγηση σε γεγονότα που πολλά παρουσιάζονται για πρώτη φορά, όπως είναι αναμενόμενο σε ένα βιβλίο του γιου για τον πατέρα υπερτερεί ο άνθρωπος από τον μουσικό. Όμως μέσα από αυτές τις μνήμες πώς θα μπορούσε να λείψουν και καθαρά μουσικά θέματα; Εδώ εντάσσονται με τον έναν ή άλλον τρόπο η σχεδόν αδιάφορη στάση του μαέστρο στη ροκ μουσική, η αναφορά στις ενορχηστρώσεις του, η απαγόρευση στα παιδιά του να ακούν μουσική στο σπίτι εκτός αν πρόκειται να κάνουν θόρυβο, οι πηγές της μουσικής του στους ήχους των θορύβων, η περίοδος των πειραματισμών με τη Nuova Consonanza του Franco Evangelisti και βέβαια η πεποίθησή του περί μη ύπαρξης της έμπνευσης: «Η έμπνευση δεν υπάρχει, εννοείται ως μια μορφή αίσθησης. Μπορεί να γεννηθεί από την αντίδραση σε ένα ερέθισμα, από ένα όνειρο, από ένα αναπάντεχο και απρόβλεπτο γεγονός. Έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις. Αλλά δεν αρκεί, γιατί έπειτα η αίσθηση επεξεργάζεται». Και το σχετικό κεφάλαιο για την έμπνευση καταλήγει: «Ένιωθε την ανάγκη να συνδέσει την παράδοση με το σύγχρονο, να αναβιώσει το παρελθόν στο παρόν. Δεν είναι, όμως, ότι καθόταν στο γραφείο με τη σκέψη: σήμερα θα γράψω ένα απόσπασμα σε στυλ του Παλεστρίνα. Ήταν πεποίθησή του ότι οποιοσδήποτε θα έπρεπε να αντλεί από την ιστορία, αλλά ήταν ανάγκη έπειτα να οικοδομήσει έναν δικό του κόσμο, στον οποίο δεν θα ήταν πιθανές οι αντιπαραβολές. Διαφορετικά, ήταν μουσική γραμμένη από άλλους».
Το βιβλίο αρχίζει από τη γέννηση ουσιαστικά του Marco στα τέλη της δεκαετίας του ΄50 και τον διορισμό του Ennio ως αρχειοφύλακα της RAI και τελειώνει με το σημείωμα που άφησε ο μαέστρο στην οικογένειά του την παραμονή του θανάτου του. Σημείωμα αυτονεκρολογίας που έκανε τον γύρο του κόσμου ανακοινώνοντας τη μεγάλη απώλεια σε πρώτο πρόσωπο: «Εγώ, ο Ένιο Μορικόνε πέθανα. Το ανακοινώνω έτσι σε όλους τους φίλους που ήταν πάντα κοντά μου και σε εκείνους που ήταν λίγο πιο μακριά, τους χαιρετώ με μεγάλη αγάπη…».
Η μετάφραση του βιβλίου στα ελληνικά και η έκδοσή του έγινε χάρη στην πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Συλλόγου Φίλων Μουσικής Ennio Morricone Eλλάδος και του προέδρου του Κωνσταντίνου Παπακώστα, ανθρώπου με τον οποίο η οικογένεια Morricone διατηρεί στενές σχέσεις και διαρκή συνεργασία.
Δημήτρης Κούρτης (έρευνα-κείμενα-επιμέλεια) «Πάμε στη Χονολουλού – Κώστας Μπέζος 1905-1943)» (εκδ. Αίολος)
Μια ομολογουμένως εξαιρετική, πολυτελής, καλαίσθητη έκδοση που αφορά τη ζωή και το έργο του τραγουδοποιού του ελαφρού τραγουδιού αλλά και του ρεμπέτικου και σκιτσογράφου της «Πρωϊας» και της «Ακρόπολης» (χαρακτηριστικό το καυστικό του σκίτσο με τον Ιωάννη Μεταξά να παρακαλά γονατιστός τα ζωγραφισμένα πορτρέτα των Χίτλερ και Μουσολίνι να του δώσουν τις ευλογίες του για να εγκαθιδρύσει τη μεταξική δικτατορία) Κώστα Μπέζου με κείμενα και ενδελεχή έρευνα του κοινωνιολόγου Δημήτρη Κούρτη.
Ο Κώστας Μπέζος έκανε θραύση με τις χαβάγιες, ιδιαίτερα δημοφιλές είδος που όμως χάθηκε στην Κατοχή (χαβάγιες: από τα τέλη της δεκαετίας του ΄20 ήταν το ελληνικό είδος μουσικής που, επηρεασμένο από τον τρόπο παιξίματος τροποποιημένων κιθαρών των μουσικών της Χαβάης και από τις μουσικές συνθέσεις τους, άφησε το δικό του αποτύπωμα στην ελληνική μουσική σκηνή και δισκογραφία, με ελληνικές συνθέσεις και τραγούδια, που εμπεριέχουν την ηχογράφηση τουλάχιστον μίας τέτοιας τροποποιημένης κιθάρας). Εργάστηκε επίσης στις αρχές της καριέρας του ως σκηνογράφος σε θέατρα αλλά και ως ηθοποιός σε δυο κινηματογραφικές ταινίες («Μάγια η Τσιγγάνα» που προβλήθηκε το 1943 μετά τον θάνατό του και θεωρείται χαμένη του ελληνικού κινηματογράφου και «Σιωπηλή Σύρραξις» με αρχή γυρισμάτων τον Οκτώβριο του 1940 που διακόπηκαν λόγω Ελληνοϊταλικού Πολέμου και προβολή της το 1945 με τίτλο «Διπλή Θυσία», με πιθανή όμως την αφαίρεση των πλάνων με τον Μπέζο).
Παράλληλα το 1931 μαζί με τον Αρίσταρχο Δημητρίου ιδρύει το πιο διάσημο μουσικό συγκρότημα της ελληνικής προπολεμικής μουσικής σκηνής, τα «Άσπρα Πουλιά» και κάνει πλήθος περιοδειών στην Αθήνα και σε πόλεις της Ελλάδας, ενώ ηχογραφεί και στην Odeon. Αξίζει να αναφέρουμε ότι από το συγκρότημα αυτό ξεκίνησαν ο Μανώλης Χιώτης, ο Πάνος Πριτσίνης ή Μαρόκος, η Δανάη Στρατηγοπούλου.
Όμως ο Μπέζος ως ανήσυχη, δημιουργική και αυθεντικά καλλιτεχνική φυσιογνωμία ήταν αδύνατον να περιχαρακωθεί μόνο στο μουσικό αυτό είδος. Στις χαβάγιες διέπρεψε, το ίδιο όμως έκανε και στο ρεμπέτικο όπου δυο απανωτούς Μαϊους, αυτούς του 1930 και του 1931 ηχογράφησε 12 ρεμπέτικα τραγούδια ως Κωστής για την αμερικάνικη δισκογραφική εταιρεία RCA Victor. Τα τραγούδια αυτά απευθύνθηκαν τότε μόνο για τους Έλληνες της Αμερικής και κατά πάσα πιθανότητα δεν είχαν πρόσβαση οι ακροατές στην Ελλάδα σε αυτά.. Αυτό έγινε αρκετές δεκαετίες μετά όταν οι σκαπάνες των συλλεκτών σπάνιων δίσκων τα ανέσυραν. Η πραγματική ταυτότητα του ψευδωνύμου «Κωστής» είχε δημιουργήσει μύθο και προκάλεσε μπόλικη μελέτη, αναζήτηση και αγώνα από τους ερευνητές, παρότι λίγο πριν τις πρώτες ηχογραφήσεις των ρεμπέτικων του Μαϊου 1930 είχε κυκλοφορήσει δίσκος γραμμοφώνου που στην ετικέτα του ανέγραφε τους Κωστή και Δημητρίου ως δημιουργούς του τραγουδιού «Αγκούστια» και στην ετικέτα της άλλη πλευράς αναγράφονται ως δημιουργοί του τραγουδιού «Κρεπύσκυλ» οι Δημητρίου και Μπέζος. Κάπως έτσι φωτιζόταν το θολό τοπίο περί ονόματος (πιθανόν ο ίδιος ο Μπέζος ήθελε αυτή την ας’αφεια για κοινωνικούς και επαγγελματικούς λόγους) και φαινόταν ότι Κωστής και Μπέζος ήταν το ίδιο πρόσωπο. Τραγούδι του Κώστα Μπέζου ήταν το πασίγνωστο «Ήσουνα ξυπόλητη» ή «Παξιμαδοκλέφτρα» που έως σήμερα συνεγείρει τους φίλους του ρεμπέτικου και όχι μόνο και έχει γνωρίσει πλήθος διασκευών. Σε δική του γελοιογραφία χρησιμοποίησε τους στίχους «Τα δυο σου χέρια πήρανε / Βεργούλα και με δείρανε» που αργότερα έγινε δίστιχο τραγουδιού του Μάρκου Βαμβακάρη.
Όλα αυτά τα πολύ ενδιαφέροντα διαβάζουμε στο θαυμάσιο αυτό βιβλίο, απόρροια της συγκροτημένης έρευνας του Δημήτρη Κούρτη. Η συνεργασία του Μπέζου και των Άσπρων Πουλιών με τον Αττίκ στην περίφημη Μάντρα του με επίλεκτα μέλη της την 11χρονη Λουϊζα, τον πανύψηλο Ζαζά, τον Τζον Στέκα, τον ποιητή Ορέστη Λάσκο, τον συγγραφέα Παντελή Χορν και εκλεκτούς ακόλουθους τραγουδιστές, κονφερασιέ, χορεύτριες, μίμους, κιθαριστές κατέχει περίοπτη θέση στην καλλιτεχνική δραστηριότητα του Μπέζου και κατά συνέπεια στο οδοιπορικό αυτό. Άκρως ενδιαφέρουσα και έξοχα στελεχωμένη ωστόσο είναι η ενότητα «Ταξιδεύοντας» όπου παρατίθενται χωρίς διακοπή τα πολλά ταξίδια του Μπέζου ανά την Ελλάδα μέσα από τις αφηγήσεις του ίδιου από το 1929 μέχρι και το 1941. Αφηγήσεις, πολλές από αυτές «νυχτερινές», με μουσικές εξωτικές, μεταμεσονύχτια καμπαρέ, νυχτερινούς παραδείσους, δοσμένες με έναν μοναδικό τρόπο, αυτόν του μποέμ καλλιτέχνη και μουσικού, του περιοδεύοντα, του ταξιδευτή που εκτίθεται μέσα από την τέχνη του, ωστόσο γνωρίζει την εποχή του καλύτερα μέσα από την δική του πορεία, τη δική του εν κινήσει ζωή. Καλαμάτα, Ναύπλιο, Μυστράς, Πρέβεζα – Άρτα, Άμφισσα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Παραμυθιά, Δολιανά – Καλπάκι, Αμαλιάδα, Κιάτο, Ζάκυνθος, Κομοτηνή, Δράμα, Καβάλα, Ζύρνοβο αλλά και Βαλκάνια, Αίγυπτος, Κωνσταντινούπολη είναι μερικές μόνο από τις περιοχές που στη σύντομη ζωή του ο αεικίνητος Μπέζος κατέγραψε τα δικά του κείμενα, τις δικές του αναμνήσεις.
Ένα τελευταίο ταξίδι! Αυτό του τίτλου του βιβλίου, αυτό στη Χονολουλού (στα χαβανέζικα: «προστατευμένος κόλπος»). Το δημοφιλές τραγούδι «Πάμε στη Χονολουλού» σηματοδοτεί τον τελικό προορισμό του μεγάλου ταξιδιού που άρχισαν τα «Άσπρα Πουλιά» το 1931. «Ή μήπως ο Μπέζος βρίσκεται ήδη στη Χονολουλού; “O Μπέζος ζούσε στην Αθήνα και τη Χονολουλού. Τι ήταν η Χονολουλού για αυτόν; Ένας όρμος της φαντασίας του. Εκεί άραζε κι επλανάτο στα πιο τρελά καπρίτσια” μας μεταφέρει ο συγγραφέας Σπύρος Μελάς», αναφέρεται στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου. Ταξίδια λοιπόν. «Ταξιδεύω αχόρταγα γιατί δεν υπάρχει για μένα άλλη απόλαυσις από το ταξίδι. Εκεί ξεχνάω τις κακίες των ανθρώπων και αλλάζει ο μοτόνος ρυθμός της αθηναϊκής ζωής που βαριέμαι κυριολεκτικώς. Ένα τρένο ή ένα καράβι με κάνουν σαν μικρό παιδί από χαρά και ευχαρίστησε», έλεγε ο ίδιος ο Μπέζος σε συνέντευξή του το 1938 πριν αναχωρήσει για Κωνσταντινούπολη. Ταξίδια συνεχή, ταξίδια πραγματικά, ταξίδια της φαντασίας, του ονείρου, του μυαλού. Ταξίδια που ξεπηδάνε μέσα από κείμενα αλλά και μέσα από το πλήθος των φωτογραφιών, των αποκομμάτων των εφημερίδων και περιοδικών της εποχής αλλά και μέσα από τα τραγούδια που συνοδεύουν αυτή τη σπουδαία έκδοση. Το cd με τις σπάνιες ηχογραφήσεις του Μπέζου, μεταξύ των οποίων κάποιες κυκλοφορούν μετά από 90 ολόκληρα χρόνια από την πρώτη ηχογράφηση στη δεκαετία του 1930, αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα της έκδοσης.
Απολαύστε και μελετήστε συστηματικά αυτό το έξοχο βιβλίο. Προσδεθείτε στο συναρπαστικό ταχέως καλπάζον άρμα του Κώστα Μπέζου και ταξιδέψτε άφοβα, καλοκαιρινές μέρες που είναι. Για την ιστορία ο Κώστας Μπέζος ή Α. Κωστής ή Κ. Κωστής, γεννημένος το 1905 στο Μπολάτι Κορινθίας από μεσοαστική οικογένεια, έφυγε το 1943 στα 38 του μέσα στην Κατοχή όταν η πείνα και οι αρρώστιες σκόρπιζαν το θανατικό αδιάκριτα.
Μάκης Φάρος (σύνταξη – επιμέλεια) «Spirit of the night. Μια (εργο)βιογραφία του Σπύρου Φάρου (Spy F). Από τους Headleaders μέχρι τους This Fluid» (εκδ. Τυφλόμυγα, Αθήνα 2024)
Θυμάμαι τα συναισθήματα που με πλημμύρισαν όταν είχα ακούσει το τελευταίο τραγούδι του δίσκου βινυλίου-συλλογής «Random Relations Part 1» που είχε κυκλοφορήσει το 1992 από τη δισκογραφική εταιρεία Elfish και περιελάβανε σημαντικούς αγαπημένους καλλιτέχνες και συγκροτήματα όπως τους Coti K., Raw, In Trance 95, De Traces, Spider΄s Web κ.α. Ήταν το πεντάλεπτο «Sleepwalk» του Σπύρου Φάρου ερμηνευμένο από τον ίδιο που συμπύκνωνε την υπέροχη, αισθαντική μουσική του, απόρροια μιας ιδιοσυγκρασιακής, εσωτερικά εκρηκτικής ευφυίας αλλά και μια λυρικής μελαγχολίας και ενός μελωδισμού που αντανακλούσαν στα αστικά τοπία της μεγαλούπολης. Κομμάτι σπάνιας ατμόσφαιρας και μοναχικής διαδρομής που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα.
Λίγο πριν έρθει το έτος που διανύουμε, τον Δεκέμβριο του 2024, δηλαδή κάτι παραπάνω από δυο χρόνια από όταν έφυγε οριστικά από τη ζωή στα 57 του ο Σπύρος Φάρος, κυκλοφόρησε αυτό το θαυμάσιο βιβλίο για αυτόν που επιμελήθηκε ο αδελφός του, multimedia καλλιτέχνης, συνθέτης ηλεκτρονικής μουσικής, ντράμερ και στενός συνοδοιπόρος του, Μάκης Φάρος.
«Τι δεν είναι και τι είναι αυτό το βιβλίο» μας λέει ο Μάκης Φάρος στον πρόλογό του: «Σε μια εποχή που οι θεοποιήσεις, οι επιμερισμοί και οι επιλεκτικές υπερτιμήσεις, σε σχέση με τη μουσική σκηνή του ΄80 και του ΄90, οι οποίες δεν βοηθούν, ούτε εξασφαλίζουν τίποτα, το βιβλίο αυτό στέκεται απέναντι. Όχι μαχητικά, αλλά σαν τον καθρέφτη του Σπύρου που μάταια περιμένει και κάποια στιγμή γυρίζει ψάχνοντας, για να βρει το κενό. Το βιβλίο αυτό δεν εξυμνεί μια εποχή, κινήματα, πρόσωπα και καταστάσεις, αλλά αντιθέτως διεισδύει και αποκαλύπτει έμμεσα ή άμεσα στις παθογένειες μιας εποχής, τις τάσεις που προσπάθησαν να γίνουν κινήματα, και την πραγματικότητα ενός κοινού που ολιγωρούσε, που δεν υποστήριζε, που αδημονούσε για τον μύθο περιμένοντας ή αδιαφορώντας για την πτώση. Όμως από την ίδια του τη φύση ο μύθος περιέχει και την αντιστροφή του. Φταίει λοιπόν ο Ίκαρος για την πτώση του, όπως παραδοσιακά πιστεύουμε, ο οποίος δεν άκουσε τις οδηγίες / συμβουλές του πατέρα του, να μην πετάει πολύ χαμηλά ή πολύ ψηλά, ή φταίει ο πατέρας του ο πολυμήχανος Δαίδαλος, που παρέσυρε τον γιο του, γνωρίζοντας την ιδιοσυγκρασία του, σε μια περιπέτεια, που ενδεχομένως να μην είχε καν, τις απαραίτητες δεξιότητες να την βγάλει εις πέρας; Το βιβλίο αυτό δεν δημιουργεί ένα παλίμψηστο αλλά με επικίνδυνες χαμηλές πτήσεις, αναδεικνύει το πραγματικό, θέτοντας ταυτόχρονα υπόψη του αναγνώστη, τα ερμηνευτικά του εργαλεία. Το βιβλίο αυτό αποτελεί “βιογραφία”, μια διαφορετική “βιογραφία”».
Και ευθύς μετά τον πρόλογο ξεδιπλώνονται θαυμάσια κείμενα γραμμένα με αγάπη, αμεσότητα, συναίσθημα αλλά και γνώση, γραμμένα κυρίως μέσα από αναμνήσεις μιας ζωής κοντά στον Σπύρο Φάρο. Ουσιαστικά οι συντάκτες των κειμένων αυτών είναι φίλοι ή γνωστά πρόσωπα του Σπύρου Φάρου τόσο από τον χώρο της μουσικής όσο και από έναν ευρύτερο χώρο. Λάμπρος Τσάμης, Κώστας Σταμάτης του συγκροτήματος Ψυγείο-Ψυγείο, Ηρακλής Ρενιέρης, Παντελής Παντελόπουλος, Ηλίας Μαγκλίνης, Άννα Μαράτου (πορεύτηκε μαζί με τον Σπύρο και τον Μάκη Φάρο ως This Fluid), Άννα Μαρκουλιδάκη, Κατερίνα Θωμαδάκη, Μάνθος Σαντοριναίος, Θάνος Βαβαρούτας του συγκροτήματος Housework κ.α. Από όλα αυτά τα κείμενα αναδεικνύεται ο Σπύρος Φάρος των συγκροτημάτων Aesculapius (πρώτη του μπάντα), Headleaders, Rehearsed Dreams, Yell-o-yell, Vyllies, Spider΄s web, This Fluid, Γελάστωρ, Spy F. And the Zaculas, o Σπύρος Φάρος των προσωπικών διαδρομών, εφιαλτών και παραδείσων αλλά και των εσωτερικών τοπίων, της ηλεκτρικής και ηλεκτρονικής μουσικής και των συγκλονιστικών στίχων. Εδώ ζωντανεύει και επανέρχεται «ακμαίος» ο Σπύρος Φάρος μέσα από τη μοναχικότητά του αλλά και από την παρέα όλων αυτών και άλλων πολλών ανθρώπων που μοιράζονταν κοινές ανησυχίες. Συναυλίες, δίσκοι, επιρροές, συγκροτήματα, μουσικές σκηνές και club, δισκογραφικές εταιρείες, φανζίν και περιοδικά, μουσικοκριτικοί και γραφιάδες σε ένα μοναδικό οδοιπορικό μνήμης από τις δεκαετίες του ΄80 και του ΄90, χρόνια που ευδοκίμησε το post punk, το dark wave και τα άλλα συγγενή μουσικά ιδιώματα, αλλά και η ambient και η πειραματική ηλεκτρονική κατεύθυνσή του.
Μια γοητευτική περιήγηση από τον Οκτώβρη του 1964 που ήρθε στη ζωή μέσα σε μουσική οικογένεια με τον πατέρα να παίζει κιθάρα και κυρίως ρεμπέτικα και τη μητέρα να τραγουδά δημοτικά και τα χρόνια που μεγάλωσε στη Φορμίωνος στον πρώτο όροφο, «στο τριεθνές το λεγόμενο, με πλάτη την Καισαριανή, δεξιά το Βύρωνα και αριστερά το Παγκράτι» μέχρι το βράδυ μεταξύ 2-3 Μαϊου 2023 όπου ο Σπύρος Φάρος κατέληξε από συνέπειες του αλκοολισμού, την κατάρρευση του νευρικού του συστήματος και το ανεύρυσμα στον εγκέφαλο. Κεντρικό κομμάτι του βιβλίου είναι η έκθεση όλων όσα γνωρίζει για τον αδερφό του και των περί αυτόν ο Μάκης Φάρος σε 200 σελίδες. Διαβάζεται απνευστί, τόσο για τον τρόπο γραφής, τον τρόπο με τον οποίο αναλύει τα γεγονότα της ζωής του βήμα προς βήμα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αναφέρεται στη μουσική του. Ανάμεσά στα αναφερόμενα τα χρόνια σχετικά με το Κ.ΣΥ.Μ.Ε. αλλά και το κομμάτι που ο Σπύρος Φάρος έγραψε για τη δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά στην επέτειο εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1985.
Το βιβλίο τελειώνει με το διήγημα «Τραίνο για Θεσσαλονίκη» του Σπύρου Φάρου. Διανθίζεται από ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό σπάνιων ντοκουμέντων που αντικατοπτρίζει ιδανικά την εποχή εκείνη αλλά και τη σύντομη αλλά φρενήρη δημιουργικά και κυριολεκτικά ζωή του Σπύρου Φάρου που τόσο άδοξα και πρόωρα τελείωσε. Κάπου εδώ σβήνουν και οι μουσικές που ακούω στο πικάπ από τον διπλό δίσκο βινυλίου «Flud» των This Fluid (Σπύρος Φάρος, Μάκης Φάρος, Άννα Μαράτου) που κυκλοφόρησε το 1997 από την Hitch Hyke του Αιμίλιου Κατσούρη και προσωπικά θεωρώ την κορωνίδα της δισκογραφίας του.
Dave Chisholm «Μάιλς Ντέιβις– Αναζητώντας τον Ήχο» (μτφρ. Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Οξύ, Αθήνα 2025)
Γνωστός από το θαυμάσιο γκράφικ νόβελ του «Chasin’ the Bird – Charlie Parker in California» για τον κορυφαίο σαξοφωνίστα και συνθέτη της τζαζ αλλά και για το γκράφικ νόβελ του για τη θρυλική δισκογραφική εταιρεία Blue Note, ο Dave Gisholm καταθέτει εδώ μια ακόμα σημαντική πτυχή του έργου του. Αυτή τη φορά καταπιάνεται και θέτει στο προσκήνιο τον ογκόλιθο της τζαζ Miles Davis, τον άνθρωπο και μουσικό που ακόμα και οι πιο αδαείς και ανυποψίαστοι με την υπόθεση της τζαζ κάποια στιγμή έχουν ακούσει και ξέρουν ότι ο ήχος της τρομπέτας του είναι συνώνυμος με το είδος.
Ο Dave Chisholm δεν είναι ένας άσχετος με την τζαζ που αντλεί έμπνευση από τον χώρο αυτό για να φτάσει σε ένα άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που σχετίζεται με μια άλλη τέχνη η οποία αφορά κυρίως την εικονογραφία. Ο Chisholm είναι ο ίδιος μουσικός-τρομπετίστας. Και μάλιστα έχει στην κατοχή του διδακτορικό στην τζαζ τρομπέτα. Στο όργανο δηλαδή που ο Miles Davis, το αντικείμενο της συγκεκριμένης του δουλειάς διέπρεψε. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό στην περίπτωσή μας αφού κατορθώνει να μετασχηματίσει τις νότες, την αύρα του οργάνου, το συναίσθημα της μουσικής σε εικόνα αλλά κυρίως σε αφήγηση. Στην ουσία το βιβλίο του μπορεί να απαρτίζεται από υπέροχες εικόνες, να είναι το ίδιο εικόνα, όμως κατά βάση είναι ο ρυθμός που διέπει και εμψυχώνει την εικόνα να εκφραστεί. Είναι ο ρυθμός της αφήγησης. Και ταυτόχρονα είναι αυτοσχεδιασμός, είναι τζαζ δηλαδή.
Από εκεί και πέρα έχουμε μπροστά μας μέσω εντυπωσιακών εικαστικών εικόνων ενός γκράφικ νόβελ μια βιογραφία του Miles Davis με καίρια στιγμιότυπα από τη ζωή του αντλημένα μέσα από το υπέροχο βιβλίο της Αυτοβιογραφίας του που έχει κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Σέλας. Ο Chisholm ωστόσο προχωρά πολύ παραπέρα αφού μέσα από τις διασυνδέσεις του, την αφήγησή του και τα εκπληκτικά καρέ του ανασύρει το πάθος, την ενέργεια, τις φωτεινές και σκοτεινές στιγμές, τις αναζητήσεις, τις εμμονές, τα προσωπικά του οράματα, τις περιπέτειές του πάνω στον ήχο, τις ιδέες, τις φαντασιώσεις, την εσωτερικότητα, ακόμα και σκέψεις του Miles Davis λίγο πριν πεθάνει.
Η ζωή του Miles Davis ξεδιπλώνεται σταδιακά ακολουθώντας κατά βήμα τις διάφορες ηχητικές κατευθύνσεις που πήρε η δημιουργικότητά του. Από την κουλ τζαζ περνά στα πειράματά του με τις αφρικανικές ρίζες και καταλήγει στις ηλεκτρικές καινοτομίες της δεκαετίας του ΄70 που λειτούργησαν καταλυτικά και επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη της μουσικής.
Πάνω από όλα όμως ξεφυλλίζοντας το θαυμάσιο αυτό γκράφικ νόβελ και βυθιζόμενοι στον κόσμο των κόμικς με ξεναγό τη λειτουργική και απολύτως επαρκή για το είδος μετάφραση του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη, αντιλαμβανόμαστε την αίσθηση της ελευθερίας που έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο για τον Miles Davis σε κάθε έκφραση της ζωής και του έργου του. Αυτή η ελευθερία εκπορεύεται από παντού. Από κάθε καθηλωτική εικόνα, από κάθε έκρηξη του μελανιού και του υδατοχρώματος που στήνει έναν εξπρεσιονιστικό καθρέφτη του εσωτερικού κόσμου αυτής της μοναδικής μεγαλοφυϊας.
Κλείνω με ένα απόσπασμα από τον πρόλογο του γιου του Miles, Erin Davis όπου φαίνεται και η σχέση του πατέρα του εν ζωή με τον κόσμο των σκίτσων και των ζωγραφιών, δηλαδή τον έναν κόσμο αυτού του γκράφικ νόβελ που συνδέεται άρρηκτα με τον κόσμο της μουσικής:
«Όταν ο πατέρας μου υπέστη εγκεφαλικό το 1982, παρέλυσε προσωρινά το δεξί του χέρι. Ο γιατρός τού συνέστησε να σκιτσάρει προκειμένου να αποκατασταθεί. Ο Μάιλς καταπιάστηκε μ’ αυτό και, μετά από ένα διάστημα, η ικανότητά του να εκφράζεται μέσα από τις ζωγραφιές του μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο.
Προσηλώθηκε στο να σκιτσάρει με μολύβια, πένες και μαρκαδόρους και, με τον καιρό, γέμισε δεκάδες (ίσως εκατοντάδες) μπλοκ. Του άρεσε να ζωγραφίζει χορευτές, μουσικούς και άλογα – αλλά κυρίως χορεύτριες. Πιστεύω ότι η λεπταίσθητη δουλειά του με τα χρώματα έχει την προσωπική της ταυτότητα, που μιλάει στον θεατή όπως η τρομπέτα του και η μουσική του μιλάνε στον ακροατή.
Συνέχισε κατόπιν να ζωγραφίζει με ακρυλικά σε μουσαμάδες ποικίλων μεγεθών, αλλά πιο πολύ του άρεσε να ζωγραφίζει σε γιγάντια ρολά μουσαμά χωρίς να τελαρώνει – μετά να τα κρεμάει στη σκάλα του δεύτερου πατώματος ώστε να τα βλέπει εκτεθειμένα από διαφορετικές γωνίες. Η ζωγραφική έγινε γι’ αυτόν τόσο σημαντική όσο και η μουσική, και άρχισε να πουλάει έργα του τόσο ιδιωτικά (στον Λάιονελ Ρίτσι, τον Κουίνσι Τζόουνς κ.ά.) όσο και σε ατομικές εκθέσεις σε αίθουσες τέχνης, αλλά και σε ομαδικές με άλλους μουσικούς όπως ο Τζον Μέλενκαμπ.
Του άρεσε να επισκέπτεται τα ατελιέ άλλων καλλιτεχνών και να βλέπει τα έργα τους. Με πήρε μαζί του σε μερικές τέτοιες επισκέψεις ενόσω βρισκόμασταν για περιοδείες στην Ευρώπη, και πάντοτε με γοήτευε το πώς αλληλεπιδρούσε με τους καλλιτέχνες αυτούς – καθώς συζητούσε τη μείξη χρωμάτων και τις ποικίλες τεχνικές.
Θα άρεσε πολύ στον Μάιλς να δει πώς είδε ο Ντέιβ το ταξίδι για την ανακάλυψη του προσωπικού του ήχου. Ξέρω καλά ότι θα είχε μεγάλη περιέργεια για το πώς αποδίδεται η ζωή του με τον μοναδικό τρόπο των γκράφικ νόβελ».










![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)












To βιβλίο του κ. Τρούσα θα πρέπει να το διαβάσει κάθε ροκάς που θέλει να μάθει τη σκληρή αλήθεια για το ροκ, και το ελληνικό ροκ: ότι ήταν προϊόν της πιο μαύρης αντίδρασης και όργανο της χούντας για να αλώσει τη νεολαία. Ένα βιβλίο που μόνο ένας καταρτισμένος αριστερός μπορούσε να γράψει. Εδώ άλλη μια αντιαναγνωσιακή κριτική: https://hypnovatis.blogspot.com/2025/07/blog-post.html