15+1 πεζογραφήματα αναγνωστικής ευχαρίστησης (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

0
1140

 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

Δεκαπέντε μυθιστoρήματα και ένα graphic novel τα οποία κυκλοφόρησαν πρόσφατα και που το καθένα από αυτά προξενεί μεγάλη αναγνωστική ευχαρίστηση. Είναι ένας μικτός κατάλογος ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας με βιβλία κινούμενα  σε διαφορετικά πεδία προσφεροντας έναν πλούτο γλώσσας και ύφους εκτός της ιδιαίτερης θεματικής τους.

 

Τάκης Καμπύλης, Το κόμμα του καλού θεού, Καστανιώτης

Αν δεν είχα διαβάσει στο τέλος του βιβλίου ότι γράφτηκε πριν τον ερχομό του Κασσελάκη στη χώρα θα έλεγα είναι ένα βιβλίο που προσπαθεί να πιάσει το κύμα των ημερών. Όμως το βιβλίο γράφτηκε πριν το «παιδί θαύμα» περάσει έξω από ένα κόμμα και το καταλάβει. Το μυθιστόρημα αυτό δεν είναι όμως φανταστικό αλλά΄ στηρίζεται σε μια πραγματικότητα που υπάρχει εν δυνάμει ακόμα. Μια ισχυρή οικονομικά οικογένεια διαπιστώνει ότι η απαξίωση του πολιτικού συστήματος είναι τόσο διευρυμένη που ένα 30 % του εκλογικού σώματος εμφανίζεται αναποφάσιστο. Δημιουργεί λοιπόν ένα κόμμα από το μηδέν, με επικεφαλής έναν μορφωμένο Μητροπολίτη. Προσλαμβάνει ένα γραφείο δημοσίων σχέσεων για να προωθήσει την εκλογή του Μητροπολίτη μέσα στο στενό όριο των τριών μηνών. Βασικοί χαρακτήρες είναι οι δύο συνέταιροι της εταιρείας δημοσίων σχέσεων, ο Μάνος και ο Αρίστος. Είναι και οι δύο χαρακτηριστικοί τύποι της δεύτερης γενιάς της μεταπολίτευσης, γνώρισαν την χρηματιστηριακή ευμάρεια και κατάφεραν να διατηρήσουν μια κοινωνικο-οικονομική ευεξία κινούμενοι με ευλυγισία ανάμεσα στις πολιτικές συμπληγάδες. Το νέο κόμμα ονομάζεται «Κόμμα του καλού θεού» και θα καταφέρει να συγκεντρώσει ποσοστό άνω του 10%. Ο λαϊκισμός, η θρησκοληψία, η αβάσταχτη ελαφρότητα των κοινωνικών δικτύων είναι τα προφανή του αφηγήματος. Τα υποδόρια όμως είναι η απαξίωση θεσμών, αξιών και ιδεών, που καθιστούν τους πολίτες πολιτικά και ιδεολογικά ομήρους αλλότριων συμφερόντων.

 

Νίκος Μαράκης, Οι άνθρωποι της κοκαΐνης , Red n΄ noir

Ο Νίκος Μαράκης είναι μαζί με τον Γιάννη Μαρή ο πιο παλιός συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών. Έγινε γνωστός από τις ιστορίες που έγραφε στο περιοδικό Μάσκα με ήρωες σκληρούς ντετέκτιβ και μοιραίες γυναίκες. Το βιβλιαράκι όμως αυτό εκδόθηκε το 1932 και ταιριάζει περισσότερο στην πειραιώτικη λογοτεχνία με ήρωες φτωχούς περιθώριους και τον υπόκοσμο. Την ιστορία αφηγείται ο έκπτωτος Ρώσος πρίγκηπας Στέργιος Μικάλεφ που περιπλανιέται στη δύση κάνοντας διάφορα επαγγέλματα από χορευτής έως σωφέρ. Στην Ελλάδα εγκαθίσταται στον Πειραιά ως σωφέρ της πλούσιας Ζελίκα Βρανά. Γυναίκα μυστηριώδης, ελεύθερη σεξουαλικά και οικονομικά, την οποία θα ερωτευτεί αγιάτρευτα ο Στέργιος. Το αφήγημα κινείται στον υπόκοσμο του Πειραιά, κυρίως στους διακινητές ναρκωτικών ουσιών και ειδικά κοκαΐνης. Όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο οι κριτικοί, μεταξύ των οποίων και ο Νίκος Καββαδίας, το τοποθέτησαν λογοτεχνικά δίπλα στην παρέα λογοτεχνών όπως ο Λεβάντας, ο Βουτυράς, ο Σούκας, ο Σπάλας κ.ά. Η γραφή του Μαράκη προοικονομεί την γραφή των περιοδικών της pulp αστυνομικής μυθοπλασίας, την οποία ο ίδιος θα εξελίξει αργότερα στα κείμενά του στη Μάσκα. Όσοι αγαπούν το αστυνομικό μυθιστόρημα θα το διαβάσουν με ευχαρίστηση παίρνοντας μια γεύση από παλιότερα στυλ, αλλά και όσοι θέλουν να κατανοήσουν το πως ήταν ο Πειραιάς τα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα θα γνωρίζουν μια εικόνα που πολύ λίγο έχει αποτυπωθεί λογοτεχνικά, και πολλές φορές αρκετά μυθοποιητικά.

 

Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Ραδιοκασετόφωνο, Πατάκης

Βραβευμένος για  το μυθιστόρημά του  Κάποιοι άλλοι (Αναγνώστης, 2021) παρουσιάζει τη νουβέλα του με ήρωες άνδρες τριών γενεών. Ο Ηλίας, πατέρας του Μαρίνου, ενός 12χρονου της νέας ψηφιακής γενιάς και γιος ενός πατέρα γιατρού, αγωνιστή με βάσανα και εξορίες. Ο πατέρας του Ηλία πεθαίνει και ο Ηλίας παίρνει τον γιο του να πάνε στην κηδεία, σε ένα χωριό όχι μακριά από το Ηράκλειο. Η διαδρομή θα γίνει πορεία αυτογνωσίας. Ο Ηλίας είναι χωρισμένος από τη Φωτεινή και διατηρεί σχέση με μια νεαρή επίδοξη χορεύτρια, την Νικόλ. Είναι ιδιοκτήτης καταστημάτων ψυχαγωγίας, οδηγεί ένα θηριώδες αυτοκίνητο, συντηρεί πλουσιοπάροχα την ερωμένη του αλλά δυσκολεύεται να συνομιλήσει με τον γιό του, ο οποίος μένει με την πρώην γυναίκα του. Στη διαδρομή ο λιγομίλητος Μαρίνος θα φανεί πολύ πιο ώριμος από τον πατέρα του. Θα του απευθύνει ελάχιστες ερωτήσεις για να πάρει ελάχιστες απαντήσεις. Ο Ηλίας είχε απορρίψει τον πατέρα του, καθώς όντας αριστερός και αρκετά συντηρητικός δεν θα συμφωνήσει με τις επαγγελματικές επιδιώξεις του γιου του. Και όμως ο γιατρός πατέρας του ήταν πολύ αγαπητός στο χωριό και είχε μια ιστορία πλούσια την οποία προσπαθεί να εξερευνήσει ο μικρός εγγονός του. Στην κηδεία του πατέρα ο Ηλίας θα τον αντικρίσει στο φέρετρο και θα φανταστεί πως του λέει: «εγώ ότι να σου πω στο είπα, τώρα κανόνισε μόνος του τι θα κάνεις». Ο Ηλίας θα βρεθεί σε μια κρίση συνείδησης, θα ανακαλύψει ότι αφέθηκε σε κινήσεις στην προσωπική του ζωή χωρίς αξιολογικά κριτήρια. Μικρά γεγονότα μετά την κηδεία θα του αποκαλύψουν εσφαλμένες απόψεις που είχε για τον πατέρα του ενώ παράλληλα ο γιος θα ανακαλύψει ότι ο παππούς του ήταν ίσως σπουδαιότερος από τον πατέρα του. Η δυσκολία ενός πατέρα να κάνει τα πάντα για τον γιο του χωρίς να ξέρει πως, αυτή είναι η σχέση που διαπερνά την αφήγηση του Ανυφαντάκη. Με λεπτότητα, ευαισθησία και ένα είδος τρυφερότητας που δεν δυσκολεύεται να φανερωθεί.

 

 

Εμμάνουελ Μποβ, Αρμάν, μτφρ.Φοίβος Μπότσης, Καστανιώτης

Τον Μποβ (1898- 1945) έπρεπε να τον ανακαλύψουμε. Ανήκε στην παρέα της Κολέτ, του Ζιντ και του Ρίλκε, άρεσε στον Μπέκετ και τον Χάντκε. Ρώσος που διαβιούσε στο Παρίσι μιας λαμπρής σε διανοούμενους εποχής. Το θέμα του μικρού αυτού μυθιστορήματος είναι μικρό και συνηθισμένο: Ο Αρμάν, πρώην περιθώριος ζει σε βάρος μια πλούσιας, άσχημης χήρας, της Ζαν. Μια μέρα συναντά στον δρόμο έναν παλιό του φίλο τον Λουσιέν. Αυτός δεν είχε τύχη, ζει όπως και ο Αρμάν πριν ένα χρόνο, φτωχός, κουρελής, υποσιτισμένος διαβιεί σε μια άθλια τρύπα. Η αδελφή του Λουσιέν, Μαργκερίτ,  θα γίνει η πέτρα του σκανδάλου ώστε η Ζαν να διώξει τον Αρμάν. Τα γεγονότα είναι ελάχιστα. Ο Αρμάν ενδόμυχα απολογείται για την καλή του τύχη στον Λουσιέν, αυτός τον περιφρονεί και τον εκδικείται όταν θα ριχτεί στην αδελφή του Μαργκερίτ. Οι φτωχές γειτονιές του Παρισιού, οι λαϊκές ταβέρνες, τα βρώμικα σοκάκια, η ομίχλη, τα λερά πεζοδρόμια είναι το φόντο της ιστορίας. Οι διάλογοι είναι λίγοι, παρακολουθούμε την ιστορία μέσα από την αφήγηση του Αρμάν.  Οι σιωπές, οι μισοτελειωμένες φράσεις, οι αμήχανες κινήσεις, τα αμφίσημα αισθήματα είναι οι τροχοί που κινούν την αφήγηση μεταδίδοντας ένα ύφος λεπταίσθητης μελαγχολίας. Ο Μποβ αναδεικνύεται σε ένα βαθύ γνώστη της ανθρώπινης ψυχής, των βαθύτερων σκέψεων, σχολιαστής μιας δύσκολης ανθρώπινης συνθήκης. Το ύφος κυριαρχεί και γι αυτό αξίζει να διαβαστεί.

 

Μάρω Κακαβέλα, Τίνος είσαι εσύ, Στερέωμα

Η πρωτοεμφανιζόμενη Μάρω Κακαβέλα καταθέτει ένα μυθιστόρημα πολλαπλών οπτικών με κύριο άξονα το περίπλοκο της ζωής σε μια ταραγμένη χώρα όπως η εμφυλιακή και μετεμφυλιακή ελληνική επαρχία. Στο επίκεντρο είναι δύο φίλοι ο Βλάσης Κατσαντώνης και ο φίλος του Νικόλας. Ο τελευταίος λέγεται ότι κατέφυγε στην Τσεχοσλοβακία αλλά το πτώμα του θα βρεθεί χρόνια μετά στο ποτάμι του χωριού.   Ο Πέτρος Κατσαντώνης, γιος του Βλάση, πρώην δημοσιογράφος, αναζητεί την πραγματική του οικογένεια, παραμονή της συνάντησης του με τον Ρήγα Ράικο, ετεροθαλή αδελφό του. Η μάνα τους πέθανε νωρίς και οι δύο ήρωες έχουν διαλέξει ασύμβατες διαδρομές. Ο Πέτρος Κατσαντώνης γνώρισε μόνον έναν πατέρα, αυτόν που συνεχώς τον κανοναρχούσε με συμβουλές και μια μητέρα χωρίς να γνωρίζει άλλες λεπτομέρειες. Ο Ρήγας Ράικος γνώριζε την ιστορία αλλά προσπαθούσε να την καλύψει για να μη βγουν στο φώς κρυμμένα μυστικά. Η θεία Τούλα, αδελφή του πατέρα του Πέτρου πεθαίνοντας θα αφήσει στη διαθήκη της κομμάτια της αλήθειας. Ο Πέτρος έχει γνωρίσει μεγάλες ημέρες με φήμη και πλούτο, αλλά τώρα (το 2020) είναι πια φτωχός αλκοολικός και αναμένει το τέλος του. Ο Ρήγας δεν ευτύχησε στη ζωή του αλλά θέλει να ενώσει το τελευταίο κομμάτι της συναντώντας τον αδελφό του Πέτρο. Μια νουβέλα για το οικογενειακό τραύμα και την μακροχρόνια επίδραση στον ψυχισμό των ηρώων.

 

 

Άκης Παπαντώνης, Η τελευταία αρκούδα του δάσους, Κίχλη

Μια ιστορία για το οικογενειακό τραύμα. Ένας άφαντος πατέρας στη Γερμανία, μια βουβή μητέρα, ένας εθνικιστής χρυσαυγίτης και ο μικρός του αδελφός, Θοδωρής που είναι και ο αφηγητής της ιστορίας.

Τα κεφάλαια, μικρά στην έκτασή τους, στην προμετωπίδα τους υπάρχουν ημερολογιακές καταγραφές ανθρώπων, κυρίως θυμάτων, από τον πόλεμο στο μέτωπο της Βοσνίας Ερζεγοβίνης. Ο Θοδωρής μεγαλώνει θαυμάζοντας τον αδελφό του Νίκο αλλά αγνοώντας ποιος είναι στην πραγματικότητα. Μεγαλώνει με έναν παππού και μια μητέρα, η οποία ανησυχεί για όλους αλλά κρατά μυστικό την φυγή του πατέρα στη Γερμανία. Ο Θοδωρής φοιτητής στη Θεσσαλονίκη και αργότερα με μεταγραφή στην Αθήνα θα βλέπει στη χάση και την φέξη τον αδελφό του. Ο Νίκος μέλος ενός Εθνικού Συνδέσμου έχει γυρίσει από τον πόλεμο στη Σερβία, είναι μπλεγμένος σε πολλά για τα οποία ποτέ δεν ξανοίγεται και ο Θοδωρής από μια συστολή δεν τον ρωτάει. Ο καθένας μεταβιβάζει την αγάπη του στον άλλον με μικρές απλές, θερμές κινήσεις. Ο παππούς πεθαίνει και οι χρυσαυγίτες θα μεταφέρουν το φέρετρό του –  αν και αριστερός ο αποθανών. Ο Θοδωρής παρακολουθεί τις κινήσεις του αδελφού βυθισμένος σε μια σιωπή που του επιβάλλει η αδελφική αγάπη. Και ο Νίκος, Νικηφόρος κατά την οργάνωση που ομνύει στους αρχαίους Σπαρτιάτες, θα δείχνει κατά καιρούς το ενδιαφέρον του για τον μικρό αδελφό, αλλά πάντα από μακριά. Το τέλος θα φανερώσει στα μάτια του Θοδωρή το παζλ της προσωπικότητας του αδελφού του. Η μητέρα θα σιωπά, δεν θα θελήσει ποτέ να μιλήσει. Τον γρίφο πρέπει να τον λύσει ο Θοδωρής μόνος του. Η αδελφική αγάπη υπερβαίνει τα εμπόδια αλλά όχι πάντα, καθώς αυτή θα μετατραπεί σε σάβανο που θα σκεπάσει μια ολόκληρη ζωή. Λιτό με ακριβά συναισθήματα.

 

 

Φώτης Μανίκας, Δεν θυμάμαι να υπήρχε κάποια πόρτα κοντά μας, Loggia

O πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας αφηγείται ιστορίες από την Αθήνα. Δεκαοχτώ διηγήματα μιας «σκληρής» Αθήνας. Οι ιστορίες του περιλαμβάνουν μεν καθημερινούς ανθρώπους αλλά πολλοί από αυτούς με ένα «σκληρό» πρόσωπο ή προσωπείο. Άνθρωποι που τσακώνονται για το τίποτα στο δρόμο. Χωριάτες που αν και έχουν μετακινηθεί σε αστικούς χώρους κουβαλάνε την επαρχιώτικη νοοτροπία. Νέοι που μεγαλώνουν σκοτώνοντας σκυλιά. Ψιλικατζήδες στη γειτονιά με περίεργες εμμονές. Άνθρωποι που δυσανασχετούν, δεν γνωρίζουν πως να λύσουν τα προβλήματά τους, αντιδρούν περίεργα άλλοτε βίαια και άλλοτε απειλούν να αυτοκτονήσουν. Η συμπεριφορά των ανδρών προς τις γυναίκες αλλού έχει μια σκληρή «αρσενικίλα» αλλού είναι παρανοϊκή. Αντρικές φιλίες με ποτά τσιγάρα και ατέλειωτες  μαλακισμένες κουβέντες. Άνθρωποι που λένε μεγάλα λόγια, ονειρεύονται πράγματα που κατά βάθος ξέρουν ότι δεν θα τα πραγματοποιήσουν ποτέ. Ο συγγραφέας κινείται στη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής, κυρίως της αντρικής. Οι ήρωες του πολλές φορές κινούνται χωρίς αξιακό κριτήριο, αταβιστικά, ότι τους λέει το ένστικτο. Ένα ένστικτο μεταλλαγμένο από τις κοινωνικές συμβάσεις, τη γονεϊκή παράνοια, από μια αόρατη καταπίεση, που κανείς τους δεν μπορεί να προβλέψει από που προέρχεται. Τα παιδιά είναι συνήθως θύματα, ως μεγάλοι αντιδρούν και πάλι ως θύματα. Αν και άνισα τα διηγήματα του Μανίκα διαθέτουν τη δύναμη της ωμότητας των σχέσεων που παρουσιάζει. Αδιέξοδες, ελλειμματικές, καταστροφικές.

 

Θανάσης Σκρουμπέλος, Σα μαγεμένο το μυαλό μου. Ιστορίες και εικόνες, ταξίμια της λαϊκής ψυχής, Τόπος

Ο Σκρουμπέλος για χρόνια εντρυφεί σε λαϊκές αξίες, λαϊκούς ανθρώπους και τις παραδόσεις τους.  Σε αυτό το βιβλιαράκι που επέχει και θέση λευκώματος περιέχει λαϊκές ιστορίες, μισές παλιές, μισές καινούργιες, εικονογραφημένες από τον ίδιο και με κυρίαρχο μοτίβο την έμπνευση από ρεμπέτικα/ λαϊκά τραγούδια. Οι ήρωες του κινούνται σε λαϊκές γειτονιές σε υπόγειες ταβέρνες, στις φυλακές, στα πορνεία, στις ψαρόβαρκες του λιμανιού, στη σπηλιά του Δράκου με τα ντουμάνια, στους δρόμους. Πολλές από αυτές έχουν κεντρικό μοτίβο τον έρωτα, τη ζήλια την εκδίκηση. Άλλες κινούνται στην Κατοχή, στη μετεμφυλιακή εποχή με τους ταγματασφαλίτες και τους εαμίτες. Κάποια αφηγήματα φθάνουν στη δεκαετία του ΄60 με τους λαμπράκηδες και κάποια, όπως το «Κάηκε μια συνοικία», στο σήμερα με τους μετανάστες, τους ρατσιστές γόνους παλιών εθνικιστών χωροφυλάκων. Ο Σκρουμπέλος παντρεύει το παλιό με το καινούργιο καθώς οι ιστορίες του έρχονται από παλιά για να προσγειωθούν στο γκρίζο σήμερα.  Αυτό που χαρακτηρίζει τις αφηγήσεις του είναι η φρεσκάδα του λαϊκού, απλού, αδιαμεσολάβητου λόγου του. Οι εικόνες που συνοδεύουν αυτό το μικρό λεύκωμα έχουν τη δική τους δύναμη, μεταφέρουν αισθήματα, πάθη, μίση, ταραγμένες σχέσεις. Είναι το άλλο μισό του στοιχήματος που κερδίζει ο συγγραφέας.

 

 

Graham Green, Ο επίτιμος πρόξενος, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Πόλις

Το να διαβάζεις Γκράχαμ Γκρην είναι μια απόλαυση. Όχι μόνο για την απλή όσο και περίτεχνη σε εξελίξεις θεματολογία του αλλά για τους τρόπους που προσεγγίζει τα θέματα του. Είναι λιτός όπου χρειάζεται, κυρίως στην εξέλιξη των γεγονότων, πλούσιος όμως στη σύντομη ανάπτυξη των σκέψεων των ηρώων του.  Σε αυτό το μυθιστόρημά του κινείται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στα σύνορα Αργεντινής με την Παραγουάη. Μια μικρή ομάδα ανταρτών σχεδιάζει να απαγάγει τον αμερικανό πρέσβη και να ζητήσει να τον ανταλλάξει με δέκα κρατούμενους συντρόφους τους. Από λάθος απιάνουν αιχμάλωτο τον Άγγλο πρόξενο Φόρτναμ, ένα ασήμαντο πιόνι στην διπλωματική σκακιέρα. Κεντρικός ήρωας είναι ο γιατρός Εντουάρντο Πλαρ, ο οποίος ήταν παλιά συμμαθητής στο σχολείο των Ιησουιτών με τον Λέον Ρίβας, τον αρχηγό των απαγωγέων. Επιπλέον ο Πλαρ έχει ερωμένη την Κλάρα, μια μικρή πόρνη, την οποία έχει νυμφευθεί ο άγγλος πρόξενος. Η Κλάρα είναι έγκυος από τον Πλαρ, κάτι που αγνοεί ο πρόξενος. Τα πράγματα στραβώνουν καθώς οι αντάρτες κρατούν φυλακισμένους τον πρόξενο και τον γιατρό. Οι Άγγλοι αλλά ούτε και οι Αργεντινοί ενδιαφέρονται να δώσουν λύση στο πρόβλημα. Η λύση θα είναι καταστροφική. Οι τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος είναι αυτές στις οποίες απογειώνεται πάντα ο λόγος του Γκρήν. Η κοινωνική φτώχεια, η εγκατάλειψη, η πίστη σε μεγάλες ιδέες όπως στη Θρησκεία και την Επανάσταση και από την άλλη η ζωή με μικρούς στόχους, το σεξ, το ποτό, η μοναξιά. Μυθιστόρημα πολύ κοντά στα Καμένο χαρτί, Οι θεατρίνου, Η δύναμις και η Δόξα του ίδιου συγγραφέα.

 

Claire Keegan, Πολύ αργά πια, μτφρ. Μαρτίνα Ασκητοπούλου, Μεταίχμιο

Η Κλαίρ Κήγκαν έχει αποκτήσει κοινό στη χώρα μας χάρις σε μια σειρά μικρά βιβλιαράκια / νουβέλες, όπου με πολύ απλό ύφος αφηγείται ιστορίες καθημερινές και κάποιες φορές «δύσκολες». Ο κεντρικός ήρωας Κάχαλ στο Πολύ αργά πια βρίσκεται να περνάει ένα βαρετό πρωινό στο γραφείο. Δύσθυμος και μελαγχολικός, ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι κάτι έχει πάει στραβά στη ζωή του. Από το δεύτερο κεφάλαιο εμφανίζεται – σε περασμένο χρόνο – η Σαμπίν, μια γλυκιά ώριμη γυναίκα με την οποία θα συνδεθεί ερωτικά. Η σχέση τους μοιάζει ευτυχισμένη στην καθημερινότητά τους και φυσιολογικά ο αναγνώστης θα περιμένει να δει γιατί χάλασε. Μέσα σε μια σκηνή θα αναπτυχθεί όλο το πρόβλημα όταν η Σαμπίν μετακομίζει σπίτι του Καχαλ απλώνοντας τα πράγματά της δίπλα στα δικά του. Ο Κάχαλ δεν είναι έτοιμος να μοιραστεί τη ζωή του και μάλιστα να δώσει ισότιμη σχέση στη Σαμπίν. Όταν η τελευταία του αναφέρει για κακοποιητικούς Ιρλανδούς άνδρες θα αποστρέψει όχι μόνο το κεφάλι αλλά και τη σκέψη του. Η Σαμπίν θα καταλάβει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει τη ζωή της μαζί του. Η νουβέλα θα τελειώσει αλλά ο Κάχαλ δεν θα έχει βρει τρόπο να μιλήσει με τον εαυτό του.  Η Κίγκαν μέσα σε λίγες σελίδες θα πει όσα μπορεί να περιλαμβάνουν εκατοντάδες σελίδες ψυχανάλυσης. Και θα το πει λογοτεχνικά.

 

 

Γιάννης Παντελάκης, Για ένα φανάρι, Θεμέλιο

H ιστορία αρχίζει με έναν βαριά νοσηλευόμενο σε αίθουσα νοσοκομείου να σχεδιάζει την τέλεια απόδραση: βουτιά από τον 6ο όροφο και τα βάσανα τελειώνουν. Ο κεντρικός ήρωας θα βρεθεί στη ΜΕΘ διασωληνομένος, χωρίς εμφανή συνάφεια με την γύρω πραγματικότητα. Μια φραγμένη κατά 75-80% καρωτίδα απαιτεί μια επέμβαση ρουτίνας – λένε οι γιατροί- αλλά για τον ασθενή είναι ένας μικρός Γολγοθάς. Με μια σωλήνα στο λαιμό κι ένα πολύ μικρό περιθώριο ζωής τον κάνουν να ζει μάλλον σε ένα παρατεταμένο σύννεφο ψευδαισθήσεων. Αδυνατεί να επικοινωνήσει με τη νοσοκόμα και όταν ακόμα προσπαθεί να γράψει σε ένα χαρτί δυο σκέψεις αποτυγχάνει. «Είναι παιχνίδια του μυαλού», θα του πει πολύ αργότερα ένας φίλος του γιατρός. Το χειρουργείο θα είναι κρίσιμο, η περίπτωσή δεν θα είναι τόσο εύκολη. Από το ένα νοσοκομείο στο άλλο με ασθενοφόρο που οδηγούσε ερωτευμένος γιατρός – είναι απίστευτο τι συγκρατεί ένα μυαλό, ενώ την ίδια ώρα σκεπτόταν πώς θα μοιραστούν τα βιβλία του στους φίλους μετά τον θάνατό του. Αργότερα θα αρχίσει η μακρά περίοδος ανάνηψης όπου θα δοκιμαστεί η αντοχή στην υπομονή. Γραμμένο με βιωματικό υλικό, φαντάζομαι και με τρεμάμενο χέρι αν δεν ήμουν σίγουρος ότι έχει γραφτεί σε laptop. (Θυμίζει το ανάλογο Ταξίδι από τα Κύθηρα του Θανάση Τζαβάρα, όταν βρέθηκε ξαφνικά στην εντατική). Ο λόγος του συγγραφέα δεν στέκει μόνο στα περιστατικά, στηρίζεται με ότι σημαίνει για αυτόν «καλή ζωή»: βιβλία, μουσικές, δοκίμια, ταινίες, ήρωες, ωραίοι έρωτες, φίλοι. Όλα αυτά με ονόματα και τίτλους παρελαύνουν σχολιάζοντας τη ζωή, αυτή που τόσο λίγο υπολογίζουμε μέχρι να βρεθούμε στο χείλος της εξόδου. Γραμμένο εξαιρετικά, μερικές φορές ασθματικά άλλοτε ήρεμο, γλυκό σα να ακούς το τραγούδι από το Yumeji’s Theme του Σιγκέρου Ουμεμπαγιάσι. Αναγνωστική εμπειρία.

 

Μιχάλης Μαλανδράκης, Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ. Πόλις.

Ο Μιχάλης Μαλανδράκης είχε κάνει αίσθηση με το πρώτο του βιβλίο Patriot (1919), και η προσμονή για το επόμενο ήταν φυσιολογικά μεγάλη. Εδώ βουτάει στα βαθιά καθώς στήνει ένα μυθιστόρημα πάνω στο σήμερα με απόηχους του χθες. Ο κεντρικός ήρωας  Χάρης Αλεξιάδης από μικρός νιώθει ότι θα γίνει δημοσιογράφος καθώς τον συγκινούν τα μεγάλα παγκόσμια γεγονότα. Θα ακολουθήσει τον δημοσιογραφικό κλάδο και η πρώτη του αποστολή θα είναι στον πόλεμο της Βοσνίας. Θα μείνει εκεί για δύο χρόνια μέχρι τη μεγάλη επίθεση στο Σεράγεβο. Θα κουραστεί, οι αντοχές του θα τον προδώσουν και θα γυρίσει στην Αθήνα. Το κανάλι θα του αναθέσει να παρουσιάζει ένα μουσικό παιχνίδι. Είναι ωραίος, ετοιμόλογος, έχει κίνηση και σπιρτάδα πράγματα που θα κάνουν την εκπομπή του δημοφιλή και τον ίδιον αστέρα της αθηναϊκής κοινωνίας. Θα χωρίσει την παλιά του φίλη και θα βρεθεί με την Μαρίνα, μια πολύ λογική κοπέλα, η οποία όμως δεν ταιριάζει στον θορυβώδη ρυθμό ζωής μέσα στον οποίον κινείται ο Χάρης. Χάπια, ουσίες, πολύ ποτό και μια περιπετειούλα με μια ανήλικη πόρνη θα τον ρίξει χαμηλά. Η εκπομπή κάποτε θα σταματήσει και θα αναλάβει παρουσιαστής κάποιων θλιβερών ριάλιτι , όπως το Th King.  Ένα νευρολογικό πρόβλημα θα τον καθηλώσει σε καροτσάκι και τα αστέρια γι αυτόν θα σβήσουν για πάντα. Ο Μαλανδράκης παρουσιάζει την άνοδο και την πτώση ενός τηλεοπτικού αστέρα αλλά και  εργαλείου για το ανθρωποφάγο media system. Η αφήγηση διακόπτεται από ενδιάμεσα κεφάλαια που αφορούν τη ζωή του Χάρη στην πολεμική ζωή και λειτουργούν αντιστικτικα ως σχόλιο στην «ελεύθερη και πλούσια ζωή» του. Λόγος απλός, λεπτομερής, με ονόματα και γνωστές ιστορίες αναζητά την ουσία του ταξιδιού στη ζωή.

 

Μίμης Ανδρουλάκης, Κάτω από τις στάχτες, Πατάκης

Ο Μίμης γράφει μυθιστορίες, δηλαδή ιστορίες σαν μυθιστόρημα και μυθιστόρημα σαν πραγματικότητα. Έχει λόγο λαγαρό- πάντα είχε στα αμφιθέατρα- και πλούσιο. Ανάμεσα στα πρόσωπα που παρελαύνουν στα βιβλία του κεντρικός ήρωας είναι ο ίδιος, λίγο πραγματικός λίγο φανταστικός. Γι αυτό και τα βιβλία του δεν είναι ντοκουμέντα αλλά η προβολή των γεγονότων μέσα από το προσωπικό του φακό. Το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το πρώτο (Πριν σβήσουν τα φώτα, Πατάκης) μιας και τα γεγονότα τα οποία αφηγείται τα έζησε εν πολλοίς ως πρωταγωνιστής, δίπλα σε έναν σπουδαίο ηγέτη της Αριστεράς , τον Χαρίλαο Φλωράκη, σε αντίθεση με το πρώτο βιβλίο όπου ο ρόλος του ήταν μάλλον δευτερεύων σε σχέση με τα μεγάλα γεγονότα και τις αποφάσεις του ‘70.  Πολλά από αυτά που γράφει μπορεί να αμφισβητηθούν από φίλους και πρώην συντρόφους, όμως γι αυτό είναι μυθιστορία, ένα αφήγημα καθαρά δικό του. Από την άλλη μεταφέρει πολλά γεγονότα, σκέψεις και κυρίως αισθήματα από τον χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς, έναν χώρο και για μια περίοδο για την οποίαν δεν έχουν γραφτεί πολλά πράγματα. Το ΚΚΕ κρατά κλειστά τα αρχεία του και πολλοί λίγοι έχουν τη δυνατότητα να τα δουν. Υπάρχουν αρκετά χρονικά σκοτεινά σημεία και ότι ξέρουμε βγαίνει με ελεγχόμενη πληροφόρηση. Ο συγγραφέας  τιμά τους παλιότερους συντρόφους του, δεν τους εκθέτει ακόμα κι όταν γνωρίζει πολλά και ορισμένα «τραγικά» κουσούρια» τους. Το βιβλίο του Μίμη Ανδρουλάκη βρίθει γεγονότων, μεγάλων, μικρών αλλά αυτά που έχουν ενδιαφέρον είναι οι στενές πτυχές των σχέσεων. Π.χ. γιατί ο Μπερλινγκουέρ ήρθε καλεσμένος του ΚΚΕ και την «έσπασε» στο Λεωνίδα Κύρκου;  Γιατί ο Χαρίλαος είχε αδυναμία στον Ανδρέα Παπανδρέου; Τι έγινε το «βρώμικο» για κάποιους 89 ; Γιατί χολώθηκε το ΚΚΕ με την μεταμεσονύχτια εκπομπή Μίμη- Λεωνίδα σε ραδιοσταθμό στα Χανιά; Πως παντρεύτηκε  o Μίμης; Που χανόταν μυστηριωδώς ο Ανδρέας; και άλλα πολιτικά , κοινωνικά και ερωτικά ακόμα κουτσομπολιά. Ο Μίμης Ανδρουλάκης είναι τελικά μέγας παραμυθάς.

 

 

 Charles Dickens, Τα έγγραφα Πίκγουικ, μτφρ. Ρένα Χατχουτ, Gutenberg

Το πρώτο μυθιστόρημα του Ντίκενς, το έγραψε 24 χρονών και τον έκανε αμέσως γνωστό. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1836. Κεντρικός πυρήνας του μυθιστορήματος είναι η Λέσχη Πίκγουικ που ίδρυσε ο Σάμιουελ Πίκγουικ (Ισόβιος Πρόεδρος της Λέσχης, όπως αυτοτιτλοφορείται) με σκοπό τα μέλη της Λέσχης να ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο και να παρουσιάζουν «επικυρωμένες αναφορές των ταξιδιών τους και των ερευνών τους, των παρατηρήσεων τους σχετικά με χαρακτήρες και ήθη αλλά και του συνόλου των περιπετειών τους, καθώς και όλων των ιστοριών και αφηγήσεων που ίσως συγκεντρώσουν από τα μέρη που θα επισκεφτούν ή από τις συναναστροφές τους». Το μυθιστόρημα άρχισε να δημοσιεύεται σε συνέχειες με αυτοτελή κεφάλαια αλλά και με φροντίδα να αποτελούν ένα όλον.  Ο Πίκγουικ χαρακτηρίστηκε ένας «Βρετανός Δον Κιχώτης» καθώς οι περιπέτειές του εξελίσσονται σε διάφορες περιοχές με αντικείμενο διαφορετικά πεδία ερευνών. Έχει και αυτός τον δικό του Πάντσο, τον Σαμ , έναν οξυδερκή, αλαζονικό, έξυπνο, στοργικό φροντιστή για τις μπότες του που καταλήγει να είναι το alter ego toy. Οι ιστορίες του Ντίκενς είναι παραμύθια που λέγονται σα να είναι χρονικά κοινωνικού ρεαλισμού, θα γράψει ο διάσημος κριτικός Χάρολντ Μπλουμ. ¨Η και ανάποδα, ανθρώπινες ιστορίες σα να είναι παραμύθια.  Το βιβλίο αυτό είναι χαρούμενο καθώς κυριαρχούν οι  χαρές του ταξιδιού, οι απολαύσεις του να τρως και να πίνεις καλά, η συναναστροφή μεταξύ ανδρών, η αθωότητα, η καλοσύνη, η νεανικότητα και ο ρομαντισμός. Ο Ντίκενς πετυχαίνει αυτές τις αξίες παρουσιάζοντάς τις απέναντι σε μάλλον δυσάρεστες πραγματικότητες. Το κωμικό και το γκροτέσκο στοιχείο στον Ντίκενς είναι μια στάση απέναντι στον κόσμο και την ανθρώπινη συνθήκη. Η οπτική του συγγραφέα υπονομεύει ότι βλέπει γύρω του περνώντας από την επιφάνεια στη βαθύτερη μελέτη του. Θα σημειώνω πάντα τη ρήση του Φερνάντο Πεσόα: «Μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής μου είναι ότι έχω ήδη διαβάσει Τα έγγραφα Πίκγουικ και δεν μπορώ να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να έχω τη χαρά να το διαβάσω για πρώτη φορά».

 

Αλέξανδρος Ψυχούλης, Τροφοσυλλέκτης, Νήσος/διαδρομές

Ο εικαστικός Αλέξανδρος Ψυχούλης γράφει περίεργα αλλά γοητευτικά βιβλία. Το προηγούμενο ήταν Τα τσίπουρα στο Βόλο, μια παρέλαση ταπεινής γευσιγνωσίας. Στον Τροφοσυλλέκτη γράφει ιστορίες γύρω τροφές στεριανές ή θαλασσινές που μπορεί κάποιος να εξασφαλίσει μόνος του και να είναι αυτάρκης διατροφικά. Κάθε ιστορία του φέρνει μνήμες από τον πεθαμένο πατέρα του, μιας και αυτός ήταν που προσπαθούσε από μικρό να τον μάθει την αγάπη τού να φυτεύεις ο ίδιος τα κηπευτικά σου και να κυνηγάς ή να ψαρεύεις ότι σου χρειάζεται για την τροφή σου. Κάθε μικρό κείμενο καταλήγει σε μια συνταγή. Ανατρέχει λοιπόν στο παρελθόν του. Διαβάζουμε πως το έσκαγε τα μεσημέρια με την παλιοπαρέα του να μαζέψουν καβούρια και η μάνα του τον κυνήγαγε ενώ του φίλου του Μανώλη η μητέρα επεφύλασσε χειρότερη τιμωρία, να φάει μεσημεριανό φασολάκια με καβούρια και κλιτσινάρια. (ακολουθεί συνταγή). Αρκετές ιστορίες έχουν να κάνουν με έναν ορθογώνιο μπαξέ που συντηρεί ο συγγραφέας εδώ και χρόνια στον κήπο του.  Τον ξεκίνησε ως μνημόσυνο για τον πατέρα του και θεωρείται πια «ειδικός» σε σημείο που να τον συμβουλεύονται και οι γείτονες του. Κάθε φτυαριά στο χώμα του κήπου τον κάνει να μοιάζει όλο και πιο πολύ στον μπαμπά του- κάτι που δεν θα ήθελε χρόνια πριν(ακολουθεί συνταγή γλιστρίδα στα κάρβουνα, ως ζεστή σαλάτα). Ο ίδιος ως καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής στον Βόλο οργανώνει με τους φοιτητές του ολοήμερο σαφάρι τροφοσυλλογής από θάλασσα και στεριά που καταλήγει σε βραδινό τσιμπούσι (ακολουθεί συνταγή : σνακ με άγρια σπαράγγια και άγρια σκόρδα).   Όλη αυτή η διαδικασία τροφοσυλλογής είναι τελικά ένα πρόσχημα μέσα από το οποίο ο συγγραφέας έρχεται, ίσως για πρώτη φορά κοντά με τον πατέρα του. Μαθαίνει ότι ο νεαρός πατέρας του, αν και οικολόγος αργότερα, έβαζε δυναμίτη στο ψάρεμα αλλά και ότι ήταν πολιτικός καθοδηγητής στο 45ο Τάγμα του ΕΛΑΣ. Επανεκτιμά τη ζωγραφική του πατέρα, το πάθος του για τη γη, την αγάπη για πράγματα που ως νέος ο συγγραφέας δεν αναγνώριζε και δεν εκτιμούσε. Η διαδικασία επαναπροσέγγισης με τους γονείς είναι πάντα πολύπλοκη, ακολουθεί ιδιότροπες και μοναδικές για τον καθένα διαδρομές. Ο Ψυχούλης μας ψυλλιάζει, το παρελθόν είναι οι δικοί μας.

 

Soloup, Νίκος Καζαντζάκης, Ζορμπάς, πράσινη πέτρα ωραιοτάτη, graphic novel, Διόπτρα

O Καζαντζάκης επανεκδόθηκε και θα εκδίδεται συνέχεια. Φέτος όμως ξεχώρισε κατά τη γνώμη πάντα η απόδοσή του σε graphic novel από τον Soloup, έναν εμπνευσμένο κομίστα. Ο Soloup δεν εικονογραφεί απλώς τον Ζορμπά ακολουθώντας το κείμενο αλλά θέλει να διασώσει από το κείμενο όχι μόνον την ουσία του καζαντζακικού πνεύματος αλλά και ό,τι τον ίδιο συγκινεί περισσότερο. Ας δει μόνο κάποιος την αρχή και το πως αποδίδονται οι σκέψεις του συγγραφέα, με τα ζώα της θάλασσας να μιλάνε, και παραπέρα οι σκέψεις να παίρνουν σάρκα και οστά για να εισαγάγει ο Καζαντζάκης και ο Soloup τον αναγνώστη στον κόσμο των ιδεών που θα συναντήσει τον Ζορμπά. Ο Soloup χωρίς να ανατρέψει το ύφος και τη γλώσσα του Καζαντζάκη βυθίζεται στη φιλοσοφική του σκέψη, τις εμμονές του και τα ιδεολογικά του οράματα. Από την άλλη βρίσκει τις διακειμενικές αναφορές του για να τις τονίσει υπαινικτικά. Ενθέτει τον ίδιο τον Καζαντζάκη να αφηγείται τις σκέψεις του ως ένας ακόμα ήρωας μέσα στο κόμικ. Ο Soloup έχει την ικανότητα να σκιτσάρει αρκετά κινηματογραφικά. Στις μεγάλες σκηνές βλέπουμε το βάθος πεδίου ή αλλού νιώθουμε τον γερανό να υψώνεται για να μας δώσει έναν ζενερίκ. Όταν οι σκηνές και οι πρωταγωνιστές είναι φορτισμένοι θα χρησιμοποιήσει το γκρό πλαν με την ανάλογη γωνία και φωτισμό ώστε να αποδώσει παραστατικά τη σκηνή. Το χρώμα παίζει και αυτό ένα ειδικό ρόλο, κυριαρχεί ένα ουρανί με κίτρινες πινελιές , το οποίο αλλάζει σε πολυχρωμία ή γκριζάρει για να φωτίσει με ένα δικό του τρόπο τη σκηνή. Για ένα τόσο πολυφορεμένο έργο, βαρυφορτωμένο με τις κινηματογραφικές μνήμες το graphic novel του Soloup (Αντώνη Νικολόπουλου) είναι μια εικαστική και λογοτεχνική ανανέωση.  Έργο- σταθμός.

 

Προηγούμενο άρθροΜάτια σαν γαλάζια θάλασσα (της Βασιλικής Βασιλούδη)
Επόμενο άρθροΒραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ