Το αινιγματικό σώμα της Κυρίας Χ (της Eλένης Μερκενίδου)

0
165

 

 της Eλένης Μερκενίδου (*)

 

Πλωτῖνος  ἐῴκει μὲν αἰσχυνομένῳ ὅτι ἐν σώματι εἴη.

Πορφύριος

Η σχέση με το σώμα μας είναι συνήθως αντιφατική. Εμπνέει συναισθήματα λατρείας αλλά και μίσους, έλξης και απώθησης. Νομίζω πως το θεματικό κέντρο στο βιβλίο αυτό της Καλλιόπης Εξάρχου,Η Κυρία Χ, είναι η σωματικότητα, η σχέση του ποιητικού υποκειμένου με το σώμα. Μια συμφιλίωση που διαρκώς αναβάλλεται, σαν την ικανοποίηση της απόλαυσης του Αντρέ Μπρετόν,  προκειμένου να διαιωνιστεί η ηδονή ανάμεσα στο αναμενόμενο και στο εύρημα. Ένας ευφυής χειρισμός της έμπνευσης γύρω από ένα σώμα εξαιρετικά ευπαθές.

«-Τι θα μείνει αν σας τα πάρουν όλα, ρώτησαν την Κυρία Χ.

-Ένα μικρό κάτι σε σχήμα ερωτηματικού, απάντησε εκείνη και άδειασε».

Ήδη από το μότο αρχίζει να μιλάει ασώματη;

Και ξεκινάει η συναρμολόγηση από το πρώτο κεφάλαιο-ποίημα, με per contra τίτλο ΕΛΛΕΙΨΗ, μια σουρεαλιστική συναρμολόγηση, του σώματος ως φορέα αιωνιότητας, ωστόσο. Χιούμορ, παθητικότητα και επανάσταση μαζί. Η ΕΛΛΕΙΨΗ είναι φυσικά το σώμα που προκαλεί για συμπλήρωση. Αφού «όλους τους χωρούσε το σώμα το αχαρτογράφητο».

Το σώμα εμφανίζεται ακόμα κι όταν είναι εξαφανισμένο [συνήθως «φροντίζει» να εξαφανίζεται, κι αυτό του εξασφαλίζει μια ιδιωτικότητα αλλά και μια διαχυτικότητα, άρα. μια παντοδυναμία]. Παράδειγμα «οι λέξεις-οπές»στο αφήγημα-ποίημα ΕΚΛΟΓΕΣ. Ένα μανιφέστο της Γυναίκας. «Μήτρα/Βυζί/Στόμα/Αιδοίο/Μάτια», κάθε λέξη-οπή σωματοποιείται και αναβλύζει το δικό της υγρό. Κάτι σαν κοινωνία, θεία μετάληψη, ιερό μυστήριο. Ο εξαγνισμός της Γυναίκας. Ο εξαγνισμός της Κυρίας Χ.

Ακόμα κι όταν εξαφανίζεται, λοιπόν, το σώμα της δραματοποιείται μέσα από την αναπόδραστη υλικότητά του, διαποτισμένη από την επιθυμία. Το σώμα δίνει τον αγώνα του και πρωταγωνιστεί, καταδικασμένο ή φορτισμένο με όλη την άφεση των «αμαρτιών» του, αποφασισμένο να διεκδικήσει ή αναποφάσιστο, προβάλλοντας έναν γεμάτο ένταση σκεπτικισμό απέναντι σε ό,τι συγκροτεί τη ρεαλιστική πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση, εμφανίζεται ως οδηγός της μοίρας του, την οποία πλάθει και μυθολογεί σύμφωνα με τις εξάρσεις και τις αναστολές του. Σώμα διάτρητο από πληγές κι όμως ακόμα ζωντανό.

«Αν έβρισκε τουλάχιστον μια πανοπλία;/Ας πούμε στη ντουλάπα της;/ […] Το κόκκινο φόρεμα ετοιμοπόλεμο/Το ντύθηκε με βαθύ ντεκολτέ/Να φαίνεται η τρύπα στην καρδιά».

Η διέγερση ενοχοποιείται, αλλά και αποθεώνεται θριαμβευτικά. Το ποιητικό αυτό σώμα δεν είναι μια καταδικασμένη επανάσταση. Κρύβει μέσα του όλα τα εχέγγυα – που αντλεί από την πνευματικότητά του – για μια διηνεκή αναγέννηση. Με άλλα λόγια, το σώμα αυτό κατάφερε να μείνει πάντα νέο, με μια νεότητα εφηβική. Όλα εγγράφονται παρθενικά∙ η έκπληξη της ζωής παρασιτεί σε κάθε πτυχή της αφήγησης – αυτό κι αν είναι νιότη.

Είναι η τέλεια αναπαρθένωση του έρωτα. Γιατί έσπειραν στον κήπο του άσβεστου έρωτα η Κυρία Χ και ο Κύριος Ψ. «Πρώτος ο Κύριος Ψ έφτυσε στις παλάμες του και πήρε την τσάπα. Έπειτα η Κυρία Χ, σαν ‘έτοιμη από καιρό’, σκάλισε με το σκαλιστήρι και χάραξε κομψά την πρώτη της ανάσα. Πάνω στην κάτασπρη σελίδα της πρώτης των επιστολών που θα κατοικούσαν έκτοτε πεπρωμένα και οι δυο».

Το παιχνίδι/οι παιχνιδισμοί του σώματος εκτυλίσσονται, ενώ ταυτόχρονα υφαίνουν το αίνιγμα της ύπαρξης. Το τέχνασμα της εμφάνισης και της εξαφάνισης, ή αλλιώς, του κρυφού και του φανερού∙ η αλληλοπεριχώρηση του ονειρικού είτε του μυθικού στο πραγματικό∙ γιατί «έβλεπε, έβλεπε, έβλεπε… Επικοινωνούσε με τα μάτια της. Τα μόνα όργανα που διασώθηκαν, έτσι αθόρυβα που ήταν. Έβλεπε και όνειρα, χρωματιστά, με αφή και γεύση».  Δίνει σωματικότητα ακόμα και στα όνειρα.

Η επαναπροβολή του παρελθόντος στο παρόν – ενός αέναου παρελθόντος, διαρκώς εμπλουτίζεται από την εμπειρία του παρόντος και αλλάζει, επομένως αναβιώνεται κάθε τόσο με ποικιλία εκδοχών: μια εμβίωση του «χαμένου χρόνου», με όλες τις οσμές και τις γεύσεις των βιωμάτων του. Φαίνεται σαν μια βούληση επαναπροσδιορισμού των πραγμάτων. Είναι αυτό μια συμφιλίωση; Δεν ξέρω, πάντως είναι μια επιτυχημένη λογοτεχνική δοκιμή.

ΣΥΛΛΗΨΗ: «Η Κυρία Χ μάτωνε το σύμπαν με αλύπητα τινάγματα¨. Κι όταν τη ρωτά ο αστυνομικός απαντά πολυσημικά: «Τινάζω τα χρόνια μου. Εν μέσω κρίσης».

Το σώμα της Κυρίας Χ, παρά τον απωθημένο και συγχρόνως έκδηλο διονυσιασμό του [διόλου τυχαία, έχει μαζί της «αυλό για να συντροφεύει τον Πάνα», έχει όλα τα γνωρίσματα του απολλώνιου: το δίφορον, το λοξόν και το γνωμικόν. Αμετάκλητα διφορούμενο, αυτοανασκευάζεται, σκευωρεί σε βάρος του εαυτού του, αλλάζει τις μάσκες του∙ δραπετεύει από το ίδιο το σώμα του και διαχέεται στον μύθο και στην ιστορία, πάντα με δύο όψεις, μια κρυφή και μια φανερή∙ στο ΠΑΡΑΛΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ μπαινοβγαίνει στα μυθιστορήματα με χιούμορ, επεκτείνοντας τη δράση του ιδανικού αναγνώστη, του αμφίσημου αναγνώστη-δημιουργού, εν-σωματώνοντας τα αναγνώσματα στην προσωπική της ιστορία.

Λοξοδρομεί το σώμα της Κυρίας Χ και προκαλεί, αλλάζοντας τον ρου των πραγμάτων, να ακολουθήσουμε τις μεταμορφώσεις του∙ γίνεται Δαίμονας. «αναποδογύρισαν τα μάτια της […] κι άρχισε να λέει αυτά που έβλεπε αιώνες. […] στη γλώσσα των ομιλούντων χειλέων, σε λάλα σώματα, δικαιωμένα και αδικαίωτα».

Υπαινίσσεται και αποκαλύπτει κατά βούληση∙ πλάθει τα αινίγματά του πάνω στον καμβά μιας τελικά μυθοποιημένης διαμάχης, ανάμεσα στην επιθυμία και στην απώθηση. Γινόμαστε παιδιά-αναγνώστες μέσα απ’ αυτό το απολλώνιο παιχνίδι, εξαγνιζόμαστε. Ρίχνουμε κάθε περιττό ιμάτιο σκέψης. Όπως η Κυρία Χ, που εμφανίζεται στην ΤΡΙΚΥΜΙΑ ολόγυμνη, μεταξένια, «φορώντας μόνο ένα χαμόγελο». Το δικό της.

Εν ολίγοις, η Κυρία Χ είναι – κατά τη γνώμη μου – ένα εξόχως απολλώνιο έργο. Η παιγνιώδης κατάργηση της σωματικότητας στον συμφυρμό της, με την ίδια την πρόκληση, φαίνεται να θέτει έναν ακραίο ιδεαλισμό, ιδιόρρυθμο, αμετάκλητο και σχεδόν παραισθησιογόνο – πράγμα που φαίνεται και από την εκτατότητα του σώματος της Κυρίας Χ. στον οικείο της και ταυτόχρονα ανοίκειο χωρόχρονο.

Όπως «αυτό το σώμα το μετέωρο» στα ΚΕΦΙΑ, όπου αντιστρέφεται η ενοχή σε επιθετική ιλαρότητα, στα όρια της βακχείας.

Αυτό το σώμα – που γερνά χωρίς να γερνά – παρασιτεί στις ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, όπου στο φινάλε «Η Κυρία Χ περιοριζόταν σε ηττημένες διαπραγματεύσεις με τις ρυτίδες. Τις κατά συρροήν».

Αν αναρωτιόμουν, γιατί όλα αυτά ή πού προσβλέπουν, θα κατέληγα στη φιλόφρονα απάντηση, είναι κι αυτή μια ερωτοτροπία με την αιωνιότητα, όχι όμως μέσα από μια κλασική υστεροφημία, αλλά μέσα από την αναθεώρηση έως αντιστροφή των αξιών ενός κατά κόσμον αυτοπεριφρονημένου και αυτοπεριφρουρημένου σώματος, που αενάως αυτοανανεώνεται.

      info: Καλλιόπη Εξάρχου, Η Κυρία Χ, Σοκόλη, 2018

(*) Η  Eλένη Μερκενίδου είναι συγγραφέας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here