Διαβάζοντας γερμανική ποίηση (της Άννας Λαμπαρδάκη)

0
348

 

της Άννας Λαμπαρδάκη (*)

 

Η έκδοση του βιβλίου “Μετά το Άουσβιτς- ανθολογία γερμανικής ποίησης»  από τις εκδόσεις “ροές”, με επιλογή – μετάφραση ποιημάτων 34 γερμανόφωνων ποιητών από τον Γιώργο Καρτάκη, δίνει τη δυνατότητα μιας ενδιαφέρουσας διερεύνησης των κύριων θεματικών πεδίων που διατρέχουν την γερμανική μεταπολεμική ποίηση.

Ο ίδιος ο τίτλος οριοθετεί την πρώτη και πιθανόν σημαντικότερη θεματική περιοχή  της ανθολογίας, δίνοντας απάντηση σε κρίσιμα ερωτήματα που θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής: Σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο φέρει τα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου η ποίηση που γράφτηκε μετά την “ώρα μηδέν” για τη γερμανική λογοτεχνία, όπως καθιερώθηκε να ονομάζεται το 1945; Μπορεί, και σε ποιο βαθμό, μια γλώσσα, κακοποιημένη από τους εντολείς και εντολοδόχους του ναζισμού να ανακτηθεί και να αναδομηθεί ποιητικά, ώστε να αποκαλύψει, να ονομάσει και να αφηγηθεί το βουβό και το ανείπωτο; Και τι σημαίνει να γράφεις ποίηση στη γερμανική γλώσσα ως Εβραίος μετά το Ολοκαύτωμα;

“Δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο για το οποίο ένας ποιητής θα εγκαταλείψει το γράψιμο ούτε καν όταν είναι Εβραίος και η γλώσσα των ποιημάτων του είναι η Γερμανική”, λέει ο Πωλ Τσέλαν, ένας από τους σημαντικότερους γερμανόφωνους ποιητές. Στο έργο του μετουσιώνει το τραύμα του Ολοκαυτώματος και το βίωμα του εγκλεισμού σε στρατόπεδο συγκέντρωσης διασχίζοντας μέσα από σκοτεινές διαδρομές και τρομακτικές σιωπές, όπως λέει ο ίδιος, το μόνο πράγμα που απέμεινε μετά από όλες τις άλλες απώλειες, τη γλώσσα. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από τη Φούγκα του Θανάτου, ένα από τα πιο συγκλονιστικά ίσως ποιήματα του 20ου αιώνα.

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα

σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε βράδυ

πίνουμε και πίνουμε

Στο σπίτι κατοικεί ένας άντρας  τα χρυσά σου μαλλιά

Μαργαρίτα

τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμήθ παίζει με τα φίδια

Φωνάζει παίξτε το θάνατο ακόμα πιο γλυκά ο θάνατος

 είναι μάστορας από τη Γερμανία

φωνάζει βαθύνετε τον ήχο των βιολιών και τότε θ’ ανεβείτε

σαν καπνός στους αιθέρες

τότε θα βρείτε ένα μνήμα στα σύννεφα εκεί

δε νιώθει κανείς στριμωχτά

Στα ποιήματα των Εβραίων ποιητών που διασώθηκαν, αλλάζοντας έγκαιρα τόπο διαμονής, κοινός θεματικός τόπος είναι ο “μη τόπος”, η απώλεια, η απουσία της πατρίδας, όχι μόνο ως χώρου αλλά και ως έννοιας, σημείου αναφοράς, ρίζας και ταυτότητας. Η ΧάναΆρεντ, αποτυπώνει το τραύμα αυτής της βίαιης ρήξης: “Αυτός ήταν ο αποχαιρετισμός./Κάποιοι φίλοι ακολούθησαν/κι όποιος δεν ακολούθησε δεν ήταν πια φίλος…. Αυτή είναι η άφιξη./Το ψωμί δεν λέγεται πια ψωμί/και το κρασί στην ξένη γλώσσα αλλοιώνει την κουβέντα”. Η Ρόζε Αουσλέντερ ονομάζει το σκοτάδι κοινή πατρίδα: Από τη χώρα μου το Πουθενά/έρχομαι/με τις λέξεις μου/σ΄ εσένα /ξένε φίλε/λάμψεις απλώνοντας/επάνω στο σκοτάδι/την κοινή μας πατρίδα” καιη Μάσα Καλέκο εξομολογείται: “Ξένη, βουβή, μπροστά σε τόπους κλειστούς, κρύωνα αυτά τα μαύρα χρόνια. Πατρίδα μου είπα την αγάπη.”.

Στην ποίηση των σημαντικότερων μεταπολεμικών Γερμανών ποιητών, που έζησαν τα ιστορικά γεγονότα εντός της χώρας τους, ασκείται οξύτατη κριτική στο οικονομικό, πολιτικό και θρησκευτικό κατεστημένο, με κύρια υφολογικά γνωρίσματα την ειρωνεία και τον κυνισμό: η κριτική αυτή είναι στον Γκύντερ Γκρας αλληγορική με αιχμές για την εξουσία, το ψέμα, τη χαμέρπεια και τη μετριότητα, στον Χανς ΜάγκνουςΕντσενσμπέργκερ πολιτική και μαχητική με επίκεντρο τις ανισότητες, τη φτώχεια και την κάθε μορφής διαίρεση, στον ΧάινερΜύλλεραποδομητική ακόμη και σε επίπεδο ιδεολογιών και οραμάτων. Γράφει ο Μύλλερ στο Αίνιγμα:

Ο πατέρας μου έχει δυο πόδια.

Το ένα είναι ξύλινο

και το έχει απ’ τον πόλεμο. Μαντέψτε τώρα:

Για ποιο είναι περήφανος.

 

Στους νεότερους ποιητές παρατηρείται μια σταδιακή απομάκρυνση από τη σφαίρα του συλλογικού και μια στροφή σε υπαρξιακές και φιλοσοφικές αναζητήσεις, υιοθετώντας την τάση μιας νέας υποκειμενικότητας. Οι ιστορικές αναφορές, όπου υπάρχουν, έχουν περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα σε σχέση με το ψυχροπολεμικό κλίμα της διηρημένης Γερμανίας ή λειτουργούν ως απόηχος του παρελθόντος στο πολιτικό παρόν της ενοποιημένης πλέον Γερμανίας. Η σύγχρονη ποιήτρια Ούντινε Ματέρνι στο ποίημα  Κουτσός Νοέμβρης καταλήγει:

Τα πρωινά στην ομίχλη

Βλέπω μακριά τον παππού

Να γνέφει απ΄ το στάλινγκραντ

Τα πνευμόνια του ένα τρύπιο κουρέλι

Το γόνατό μου πονά ένας γιατρός

Τροχίζει το νυστέρι μιλά με ενθουσιασμό

Για τον ουρανό του τιτσίνο

Είναι φθινόπωρο

Μια κουρασμένη ειρήνη

Προβάλλει έρποντας

Κάτω από το βάρος των νεκρών φύλλων

Φορά ένα ρούχο σταμπωτό

Με ήλιους

Και σέρνει καθώς προχωρά

Το ένα της πόδι

Παράλληλα και πέρα από το πεδίο της ιστορίας, η κατεξοχήν διακριτή θεματική περιοχή είναι η “φύση” ως στοιχείο απολύτως εγγενές και αναπόσπαστο της πνευματικής και ψυχικής υπόστασης των γερμανόφωνων ποιητών. Ενδεικτικοί είναι οι στίχοι του ΟύλριχΓκράσνικ από το ποίημα Είμαστε σαν τα δέντρα: Είμαστε σαν τα δέντρα,/που αντλούν από τη γη,/για να τραγουδήσουν,/τις δυνάμεις τους όλες,/που όλες τις ρίζες απλώνουν/κατά τη ρότα των πηγών/μοχθώντας και καρτερικά,/αναζητώντας τροφή/…/. Επίσης οι στίχοι από το ποίημα Αποξένωση της ΊνγκεμποργκΜπάχμανν: Μπροστά στα μάτια μου το δάσος δραπετεύει,/μπροστά στ΄ αυτιά μου κλείνουν τα πουλιά το στόμα, στο χώμα τους να γείρω αρνούνται τα λιβάδια/…/. Η ποιητική λειτουργία της φύσης είναι πολλαπλή και διαφοροποιημένη, προσαρμοσμένη συνήθως στο προσωπικό, ιδιαίτερο ύφος καθενός ποιητή. Το δέντρο, το δάσος, τα πουλιά, κυρίως αποδημητικά, τα σύννεφα, το υγρό στοιχείο, σε ένα κλίμα μελαγχολικού λυρισμού ή πεσιμιστικής διάθεσης, λειτουργούν ως σκηνικό καθημερινής ζωής και δράσης, ως πηγή νοσταλγίας ή ως καθρέφτης του εσωτερικού κόσμου. Σε κάποιους ποιητές η φύση λειτουργεί ποιητικά ως πηγή αβίαστης ομορφιάς και ψυχικής ίασης, σε άλλους ως χώρος ονείρου ή ως γλώσσα αλληγορική, συμβολική, όπου μπορεί να αναζητηθεί ένα κρυμμένο νόημα, ακόμη κι ο ίδιος ο Θεός.

Το θέμα της πόλης, του αστικού χώρου, σε αντιδιαστολή με τη φύση, αξιοποιείται ποιητικά με δυο τρόπους: ως σημείο αναφοράς ιστορικών στιγμών, βιωμάτων και ανάκλησής τους – και, εύλογα, η πόλη του Βερολίνου σχεδόν  μονοπωλεί αυτό το ρόλο –  ή ως χώρος όπου η τεχνολογία και οι νέες συνθήκες δόμησης και συνύπαρξης δημιούργησαν έναν αποπροσωποποιημένο τρόπο ζωής κι ένα ενισχυμένο αίσθημα εσωτερικού κενού και ματαίωσης. Κατεξοχήν εκπρόσωποι της δεύτερης οπτικής στη συγκεκριμένη ανθολογία είναι ο Κούνερτ, ο Μπορν και ο Γκρυνμπάιν. Γράφει ο τελευταίος στο ποίημα Η ψυχή τρέχει:…Τρέξιμο, τρέξιμο! Έτσι εθισμένος όπως είσαι στα πρόσωπα/ να ανοίξεις διάδρομο στην πυκνή κίνηση./ Τότε η πόλη μοιάζει ανοικτό ψυχιατρείο./ Άγνωστος κουβαλάς αυτό που μόνο μπορείς να σηκώσεις: της ψυχής σου/ το βάρος. Νιώθεις ευχάριστα άδειος./ Υπάρχεις, δεν υπάρχεις – εσύ με όλους τους άλλους μαζί…

Το θέμα του έρωτα είναι σημαντικό, αν και όχι με την αναμενόμενη ένταση. Ο έρωτας, ποιητικά μεταπλασμένος ως κατεξοχήν προσωπικό βίωμα, φέρει μέσα του την απειλή, την απελπισία και μια αίσθηση ήττας, ή σε άλλες περιπτώσεις την απομυθοποίηση και την απομάγευση. Ως συντροφική σχέση και ανάγκη γίνεται αντίδοτο στον φόβο και στον θάνατο. Η αμφισβήτηση του θρησκευτικού κατεστημένου, η ανάπτυξη του φεμινιστικού κινήματος, από το οποίο είναι επηρεασμένες ποιήτριες όπως η ΊνγκεμποργκΜπάχμανν, αλλάζουν την οπτική απέναντι στη σεξουαλικότητα και στις σχέσεις των 2 φύλων. Στη νεότερη ποίηση υπάρχει μια αίσθηση διαχωρισμού ή διάκρισης της σωματικής από την ψυχική διάσταση του έρωτα, και ενίοτε  μια αποστασιοποίηση από το πάθος και τη βίωση αυτού του πάθους σε κάθε επίπεδο. Η αγάπη/είναι ένα άγριο ρόδο μέσα μας,/ανεξερεύνητη απ’ το νου/κι όχι υποτελής του/Όμως ο νους/ένα μαχαίρι είναι μέσα μας/Ο νους/μαχαίρι είναι μέσα μας/στο ρόδο για να κόψει/μέσα από εκατό κλαδιά/έναν ουρανό./ γράφει ο Ράινερ Κούντσε στο ποίημα Η αγάπη.

Αντίθετα, η θεματική του θανάτου είναι παρούσα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δίνεται η αίσθηση πως η ζωή διανύεται ως αναμέτρηση με την αποδοχή του. Ο θάνατος μετουσιώνεται ποιητικά με δύο κυρίως τρόπους: ως έκφραση ενός βαθύτατου πόνου εξαιτίας της απώλειας αγαπημένων οικείων προσώπων ή ως μόνη και αναπότρεπτη προοπτική, με την οποία και ο ίδιος ο ποιητής καλείται να συμφιλιωθεί. Ενδεικτικοί της πρώτης περίπτωσης είναι οι στίχοι της Μάσα Καλέκο για την απώλεια του δικού της παιδιού σε έμμετρη μετάφραση από το ποίημα Memento: Μόνο αυτός που το ζησε, αυτός και το μαθαίνει,/κι όποιος αυτό το γνώρισε, ας μου το συγχωρεί:/Το θάνατό του μια φορά μόνο κανείς πεθαίνει,/ενώ μ’ αυτόν των αλλωνών πρέπει κανείς να ζει. Αντίστοιχα ενδεικτικό της δεύτερης περίπτωσης είναι το ποίημα Δεν είμαι γενναία της Μαρί ΛουίζΚάσνιτς: Οι γενναίοι ξέρουν/πως δεν θα αναστηθούν/πως σάρκα επάνω τους δεν θα φυτρώσει/την ημέρα της κρίσης/πως τίποτα δεν θα θυμούνται πια/κανέναν δεν θα ξανασυναντήσουν/πως δεν τους περιμένει τίποτα/καμιά μακαριότητα/κανένα μαρτύριο/εγώ/δεν είμαι γενναία. Το πένθος για τη φθορά του ανθρώπινου σώματος ή την ασθένεια αποτυπώνεται σε ρεαλιστικές περιγραφές στο όριο της σκληρότητας, όπως στους παρακάτω στίχους της σύγχρονης ποιήτριας ΟυλγιάναΒολφ: αχ και να έμενα στο θάλαμο ανάνηψης/συνδεδεμένη στον ορό και ονειροχαμένη με άσπρα σεντόνια/ σκεπασμένη δίπλα σε άλλους που ούτε εκείνοι δεν συνέρχονταν/ ένα κοπάδι πρόβατα πολύ κοντά στον ύπνο κοντά επίσης στο θεό/…./. Ο θάνατος γενικά στη γερμανόφωνη ποίηση φαίνεται να λειτουργεί ως καταλύτης μέσω του οποίου ερμηνεύονται ποιητικά τα θέματα της μνήμης, του χρόνου, των υπαρξιακών ή μεταφυσικών αναζητήσεων και του νοήματος της ζωής.

Τι θυμούνται τα αξέχαστα ποιήματα;” αναρωτιέται σε ένα ανθολογούμενο – ως ένα βαθμό αιρετικό – ποίημα περί ποιητικής ο MichaelAugustin. Ένα αξέχαστο ποίημα πιθανόν θυμάται ό,τι στοιχειώνει τα όνειρα των ανθρώπων όπου και όποτε γράφεται ως ήχος ή απόηχος μιας προσωπικής ή συλλογικής, συνειδητής ή υποσυνείδητης μνήμης, με διαρκείς επανεγγραφές στον χώρο και στον χρόνο. Η γερμανική, στην προκειμένη περίπτωση, μεταπολεμική ποίηση, καταγγελτική ή χαμηλόφωνα  εξομολογητική, αιχμηρή ή απλώς βαθιά στοχαστική, χωρίς ρητορείες και διδακτισμό, αναμετριέται μέσω της μνήμης με την ενοχή και την οδύνη, με την ελπίδα και το φόβο, σε επίπεδο προσωπικό και συλλογικό, και, στο όριο της κραυγής ή της σιωπής, της αγωνίας ή της παραίτησης, καταθέτει ερωτήματα ή απαντήσεις σε καίρια  ζητήματα της ιστορίας και της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

(*) Η  Άννα Λαμπαρδάκη είναι  φιλόλογος

(**) Η εισήγηση εκφωνήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων την Δευτέρα 13 Απριλίου 2019, κατά την παρουσίαση του βιβλίου σε εκδήλωση που συνδιοργάνωσε ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Νομού Χανίων και η Περιφερειακή Ενότητα Χανίων .

info: Μετά το Άουσβιτς- ανθολογία γερμανικής ποίησης»,μτφρ: Γιώργος Καρτάκης, εκδ.Ροές

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here