Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να συνεχίσει η ζωή την πορεία της (του Θανάση Καράβατου)

0
694

 

 

 

Του Θανάση Καράβατου

 

Στα 36 του χρόνια, ο Πολ Καλανίθι (Paul Kalanithi) βρισκόταν στο πέρας των ιατρικών σπουδών του όταν ανακάλυψε πως έπασχε από έναν προχωρημένο και λίαν επιθετικό καρκίνο του πνεύμονα που θα τον οδηγούσε στο θάνατο έπειτα από δύο χρόνια. Εκείνη την εποχή ήταν επικεφαλής των ειδικευομένων στη νευροχειρουργική, και η μέχρι τότε επιστημονική του πορεία έδειχνε πως θα γινόταν ένας σημαντικός καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ στην Καλιφόρνια. Έγινε όμως ευρύτερα γνωστός το 2016, ένα χρόνο μετά το θάνατό του στα 38 του χρόνια,  με την έκδοση του βιβλίου του Όταν η ανάσα γίνεται αέρας που έγραψε στη διάρκεια της αρρώστιας του.

Το βιβλίο έμεινε ημιτελές. Το είχε προβλέψει κι ο ίδιος, γράφοντας ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου: «ένα κεφάλαιο της ζωής μου κατά τα φαινόμενα τέλειωνε· ίσως να έκλεινε κι όλο το βιβλίο». Πράγματι, είναι από εκείνα τα λίγα βιβλία που τα διακόπτει ο θάνατος του συγγραφέα τους. Είτε ξαφνικά, όπως το Μπουβάρ και Πεκυσέ με το βαρύ εγκεφαλικό που υπέστη ο Φλωμπέρ όταν έγραφε το 10ο κεφάλαιό του, είτε κυνηγώντας τον χρόνο, όπως το βιβλίο του Καλανίθι, που καταγράφει την επώδυνη πορεία της αρρώστιας του, μέχρις εκεί που το επέτρεπε η ραγδαία επιδείνωσή της.

Και στις δυο αυτές περιπτώσεις το έργο είναι μεν ημιτελές, πλην όμως πλήρες.

Στην περίπτωση του Φλωμπέρ, η σύγχρονη κριτική θεωρεί πως στο Μπουβάρ και Πεκυσέ προβάλλεται επαρκώς η αναγκαία πάντα συμβουλή σκεπτικιστικής φρόνησης και ταπεινοφροσύνης σε όσους ασχολούνται με την επιστημονική γνώση. Οι αναγνώστες του γνωρίζουν πλέον πάνω σε τι, πέραν της γνώσης, έχουν να στοχαστούν όσοι αναφέρονται στην επιστήμη.

Το βιβλίο του Πωλ Καλανίθι είναι γέννημα της επιθυμίας που έχει και της ανάγκης που νιώθει ένας άνθρωπος «να πει σημαντικά πράγματα». Το καταθέτει η γυναίκα του Λούσυ στον μικρό της Επίλογο με τον οποίο κλείνει το βιβλίο του άνδρα της. «Ο Πολ αντιμετώπισε τον θάνατο –τον περιεργάστηκε, πάλεψε μαζί του, τον αποδέχτηκε– σαν γιατρός και σαν ασθενής. Ήθελε να βοηθήσει τους ανθρώπους να καταλάβουν τον θάνατο και ν΄ αντιμετωπίσουν την θνητότητά τους. Το να πεθάνεις στην τέταρτη δεκαετία της ζωής σου είναι ασυνήθιστο, αλλά το να πεθάνεις δεν είναι». Αυτή είναι η προσφορά του και είναι πλήρης. Ο γιατρός και συγγραφέας Αβραάμ Βεργκίζι (Abraham Verghese), μάλιστα, το τονίζει ιδιαίτερα στον Πρόλογό του προτρέποντάς μας να δούμε, πάνω απ’ όλα, «τι είναι να εξακολουθείς να ζεις κα να επηρεάζεις βαθιά τη ζωή των άλλων, κι ας έχεις φύγει από τη ζωή – με τα λόγια σου».

Ο σπόρος του βιβλίου βρισκόταν, κατά πως το μνημονεύει η γυναίκα του, στο ι-μέιλ με το οποίο πληροφορούσε τον καλύτερο φίλο του για τον καρκίνο του: «Τα καλά νέα είναι ότι έζησα περισσότερο από  δύο Μπροντέ, έναν Κητς κι έναν Στήβεν Κρέην. Τα κακά νέα, ότι δεν έχω γράψει τίποτα».

Κάθισε λοιπόν κι έγραψε το βιβλίο του. Γιατί είχε τι να πει κι ήξερε πώς να το γράψει. Η λογοτεχνία ήταν, άλλωστε, στις πρώτες του σπουδές, όπως σημειώνει ο προαναφερθείς γιατρός – επιδημιολόγος στην ειδικότητα– Αβραάμ Βεργκίζι, στον οποίο είχε απευθυνθεί μετά τη διάγνωση – πώς να μην να στραφεί το ενδιαφέρον του στα επιδημιολογικά στατιστικά δεδομένα για την επιβίωση των καρκινοπαθών. Αυτός ήταν και ο πυρήνας του άρθρο του που συγκλόνισε, όταν δημοσιεύτηκε στους New York Times, τον Φλεβάρη του 2014 με τον τίτλο «πόσος χρόνος μου μένει ακόμα;» Υπήρξε κάτι ανάλογο το 1776, του φιλοσόφου Νταίηβιντ Χιουμ, με τίτλο «η δική μου ζωή», όταν σε ηλικία 65 χρόνων έμαθε ότι θα πέθαινε σύντομα από ανίατη ασθένεια. Το αναφέρει ο Όλιβερ Σακς, γράφοντας κι αυτός στους New York Times για τη «δική (του) ζωή», όπου εκμυστηρεύεται την κακή εξέλιξη του καρκίνου από τον οποίο έπασχε: «Πριν από έναν μήνα, ένιωθα γερός, ακμαίος θα έλεγα. Στα 81 μου κολυμπάω ακόμη ένα μίλι τη μέρα. Απ’ ό,τι φαίνεται, η τύχη μού τελείωσε – πριν από μερικές εβδομάδες έμαθα ότι έχω πολλαπλές μεταστάσεις στο ήπαρ. […] Τις τελευταίες μέρες μπόρεσα να ατενίσω τη ζωή μου από ψηλά, σαν τοπίο, και με μια ολοένα βαθύτερη αίσθηση της σύνδεσης μεταξύ όλων των μερών της».

Πόση όμως διαφορά στο μέτρημα του χρόνου με τον νεαρό γιατρό: Στον 80χρονο Σακς, αυτό γινόταν προς τα πίσω, ως ενατένιση ενός μακρόχρονου καρποφόρου βίου, στον 36χρονο Καλανίθι, γινόταν προς το μέλλον, ως υπολογισμός του χρόνου επιβίωσης, η σμίκρυνση του οποίου «έβλεπε» πως θα εξανέμιζε όσα είχε προετοιμάσει ο σύντομος, μα πλούσιος σε υποσχέσεις βίος του: «Το προσεκτικά σχεδιασμένο και τόσο σκληρά κερδισμένο μέλλον μου δεν υπήρχε πια». Αυτό ακριβώς το σημείο θα αντιμετωπίσει εξ αρχής η Έμμα, η ογκολόγος του, αρνούμενη να επικεντρώσει τη συζήτηση της περίπτωσής του στις «καμπύλες επιβίωσης». Η δουλειά της ήταν να προτείνει πρωτόκολλα θεραπείας.

*

Ο Πολ Καλανίθι δεν είχε εξ αρχής προγραμματίσει να γίνει γιατρός, τον απωθούσε το παράδειγμα του γιατρού πατέρα του –  μια διαρκής «απουσία». Γι’ αυτό προτίμησε «να ολοκληρώσει έναν κύκλο σπουδών στην αγγλική λογοτεχνία και την ανθρωποβιολογία». Κι έπειτα έγινε δεκτός στο Στάνφορντ για μάστερ στην αγγλική λογοτεχνία. Επηρεασμένος από τον φιλόσοφο Ρίτσαρντ Ρόρτυ, άρχισε να βλέπει όλες τις επιστήμες ως «δημιουργούς ενός λεξιλογίου, μιας ομάδας εργαλείων για την κατανόηση της ανθρώπινης ζωής με έναν ξεχωριστό τρόπο». Για τη διατριβή του μελέτησε το έργο του ποιητή Γουώλ Γουίτμαν που προσπαθούσε να κατανοήσει αυτό που ο ίδιος όριζε ως «φυσιολογικό-πνευματικό». Κι όταν πρόσεξε πως ο Γουίτμαν είχε γράψει πως μόνο ο γιατρός μπορεί να κατανοήσει στ’ αλήθεια τον «φυσιολογικό-πνευματικό άνθρωπο», αποφάσισε να προετοιμαστεί για την ιατρική. Στο μεταξύ βρήκε ευκαιρία να προτάξει, με την προτροπή πολλών καθηγητών του, το Καίμπριτζ όπου έγινε δεκτός στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Επιστημών. Κατόπιν, όμως, αναζήτησε την «άμεση εμπειρία» στην Ιατρική Σχολή του Γέηλ: «Μόνο αν ασκούσα την ιατρική θα μπορούσα ν’ ασχοληθώ με μια σοβαρή ανθρωποβιολογική φιλοσοφία. Η ηθική εικασία ήταν αδύναμη σε σύγκριση με την ηθική δράση».

«Η ιατρική σχολή όξυνε την κατανόησή μου για τη σχέση ανάμεσα στο νόημα, στη ζωή και τον θάνατο. Είδα την ανθρώπινη ικανότητα συνάφειας […] να υλοποιείται στη σχέση γιατρού και ασθενούς». Αφθονούν οι σχετικές εξιστορήσεις που καλύπτουν πολλές σελίδες του δεύτερου μέρους του βιβλίου που τιτλοφορείται «δεν σταματώ μέχρι να πεθάνω». Όπως και οι περιγραφές της σχέσης μεταξύ ενός ασθενούς-γιατρού και της ογκολόγου-θεραπεύτριάς του. «Θέλω να ξέρεις το εξής: τώρα είμαι η γιατρός σου. Οποιοδήποτε πρόβλημα έχεις, από την πρωτοβάθμια περίθαλψη μέχρι οτιδήποτε θα έρχεσαι πρώτα σ’ εμάς».

Στο νοσοκομείο ο Καλανίθι θα συνειδητοποιήσει πως, αν και η προοπτική του θανάτου «σε αναστατώνει», εντούτοις, «δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ζήσεις». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα παρατήσει τα επιστημονικά αναγνώσματα και θα καταφύγει πάλι στη λογοτεχνία με εύγλωττες επιλογές: Πτέρυγα καρκινοπαθών του Σολτζενίτσιν, Οι κακότυχοι του Μπράιαν Στάνλευ Τζόνσον, Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς του Τολστόι και άλλα ανάλογα…

«Τώρα ένιωθα πως για να καταλάβω τις δικές μου άμεσες εμπειρίες έπρεπε να τις μεταφράσω και πάλι σε γλώσσα. […] Χρειαζόμουν τις λέξεις για να προχωρήσω».

Ναι, ο Πωλ προχώρησε! «Ο θάνατος μπορεί να είναι ένα στιγμιαίο γεγονός, όμως το να ζεις με μια θανατηφόρο ασθένεια είναι μια πορεία». Θα την ξεκινήσει, διαλέγοντας έξι λέξεις του Μπέκετ  με τις οποίες άλλωστε τελείωνε και το άρθρο του στους New York Times: «Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω» (από τον Ακατανόμαστο, 1954).

Πολύτιμος οδηγός η ογκολόγος του, η Έμμα. Θα τον βοηθήσει με «στοχευμένες θεραπείες» που συρρίκνωναν τους όγκους, αποφεύγοντας τη χημειοθεραπεία και τις αναφορές σε καμπύλες επιβίωσης. Κάποια κλινικά σημάδια βελτίωσης, τον αναθάρρυναν. Ο καρκίνος του είχε «σταθεροποιηθεί». «Αποθηκεύει γαμέτες» και συμφωνούν με τη γυναίκα του να αποκτήσουν παιδί με υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Και επιστρέφει στο νοσοκομείο – παρά τις επιφυλάξεις της Έμμας και τις αποθαρρύνσεις συναδέλφων. Είχαν περάσει εννιά μήνες από τη διάγνωση, όταν άρχισε να χειρουργεί και πάλι – δεν του έλειπαν φυσικά τα αντιεμετικά και τα παυσίπονα. Η γυναίκα του βρισκόταν τότε στον τρίτο μήνα της κύησης. Κι όταν αυτός τελείωσε την ειδίκευσή του, γεννήθηκε η κόρη του.

Πέρασαν άλλοι επτά μήνες και μια καινούργια μαγνητική ανέτρεψε τις προσδοκίες. «Ένας καινούργιος όγκος, μεγάλος, σκέπαζε τον δεξιό μέσο λοβό μου. […] Δεν θύμωσα, ούτε φοβήθηκα. Απλώς ήταν εκεί». Θα άρχιζε χημειοθεραπείες. Τα γνωστά πέντε στάδια του πένθους των καρκινοπαθών –άρνηση οργή, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη αποδοχή–, τα διέτρεξε αντίστροφα, όπως λέει, και τώρα είχε «φθάσει στην άρνηση», όσο κι αν ένιωθε «τις δαγκάνες του κάβουρα να [τον] αναχαιτίζουν».

Είχε θητεύσει στην απόλυτη αθεΐα, πίστευε στην υλική υπόσταση της πραγματικότητας, προσπερνώντας τις παλιομοδίτικες μεταφυσικές, «όπως ψυχή, Θεός, και γενειοφόροι λευκοί άνδρες με ράσα». Τώρα έβλεπε μεν τη δύναμη της επιστήμης «να οργανώνει εμπειρικά δεδομένα ικανά να αναπαράγονται», αλλά ταυτόχρονα και την αδυναμία της «να συλλάβει τις πιο σημαντικές πλευρές της ανθρώπινης ζωής», μεταξύ αυτών, την ελπίδα, τον φόβο, την αγάπη, το μίσος… «Ανάμεσα σε αυτά τα καίρια πάθη και την επιστημονική θεωρία πάντα θα υπάρχει ένα χάσμα». Περισσότερο σκεπτικιστής τώρα, αναλογίζεται πως «κανένα σύστημα σκέψης δεν μπορεί να συμπεριλάβει όλη την ανθρώπινη εμπειρία». Ο Καλανίθι θα μετριάσει τις παλιές αθεϊστικές του αντιλήψεις, για να προβάλλει τις «συναρπαστικές», όπως τις χαρακτήρισε, «κεντρικές αξίες της χριστιανοσύνης, τη θυσία, την εξιλέωση, τη συγχώρεση».

Ο Κρίστοφερ Χίτσενς, διανοούμενος και βραβευμένος δημοσιογράφος στις ΗΠΑ, θα αντιμετωπίσει κι αυτός στα 62 του χρόνια τα προβλήματα του δικού του καρκίνου, οξύνοντας, «Πριν το τέλος» του, –έτσι τιτλοφόρησε το βιβλίο του (Μεταίχμιο 2013)– τον τολμηρό και αντισυμβατικό του λόγο, προβάλλοντας τον «ορθολογισμό και τον στωικό υλισμό», για τους οποίους καυχιόταν.

*

Τον Καλανίθι τον απασχόλησε εξαρχής το ερώτημα: «Πού συναντώνται η βιολογία, η ηθική, η λογοτεχνία και η φιλοσοφία;» Είδαμε να τον απορροφά η ιατρική και μέσα σε αυτή να τον γοητεύει η νευροχειρουργική, η «ανελέητη έφεσή της για την τελειότητα [που ] παρουσίαζε την πιο δελεαστική και άμεση αντιπαράθεση με την ουσία, την ταυτότητα και τον θάνατο. […] Συνειδητοποιούσα πως δεν έπρεπε να εκπαιδεύω μόνο το μυαλό μου και τα χέρια μου· έπρεπε να εκπαιδεύω τα μάτια μου και ίσως και άλλα όργανα. Η σκέψη ήταν συγκλονιστική και μεθυστική: ίσως μπορούσα κι εγώ να εισχωρήσω στις τάξεις των πολυμαθών που περιπλανιόνταν στις πιο πυκνές συστάδες των συναισθηματικών, επιστημονικών και ψυχικών προβλημάτων και έβρισκαν, ή χάραζαν, διεξόδους από αυτά».

Αυτό ακριβώς έκανε. Ιδού η διαδρομή του, συμπυκνωμένη στα ακόλουθα: «Σπούδασα λογοτεχνία και φιλοσοφία για να καταλάβω τι είναι αυτό που δίνει νόημα στη ζωή, σπούδασα νευροεπιστήμες και εργάστηκα σ’ ένα εργαστήριο Λειτουργικής Μαγνητικής Τομογραφίας, για να καταλάβω πώς θα μπορούσε ο εγκέφαλος να δώσει πνοή σ’ έναν οργανισμό ικανό να βρει νόημα στον κόσμο». Δεν θα παραλείψει να συμπληρώσει τη φράση του προσθέτοντας: «Εμπλούτισα τις σχέσεις μου μ’ έναν κύκλο αγαπημένων φίλων μέσα από διάφορες περιπέτειες». Μέσα σε αυτές, η γέννηση της κόρης του και η «γέννηση» του βιβλίου του. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να συνεχίσει η ζωή την πορεία της.

 

 

Paul Kalanithi, Όταν η ανάσα γίνεται αέρας, μτφρ: Άννα Παπασταύρου, Εκδόσεις Πατάκη 2017

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here