Τα σπίτια των παιδικών μας χρόνων

2
611

 

της Λίλας Κονομάρα.

 

«Κατάγομαι από τα παιδικά μου χρόνια

όπως από μια χώρα», Γιώργος Σαραντάρης.

 

Μεγάλες σελίδες τόσο της κλασικής όσο και της σύγχρονης λογοτεχνίας είναι αφιερωμένες στο σπίτι των παιδικών χρόνων του κεντρικού ήρωα – που συχνά  ταυτίζεται με τον ίδιο τον συγγραφέα. Είτε πρόκειται για αυτοβιογραφία είτε για μυθοπλασία, για αφήγηση που υιοθετεί την ιδιαίτερη ματιά των παιδιών ή βασίζεται στις αναμνήσεις του ενήλικα, η περιγραφή του σπιτιού και τα όσα διαδραματίζονται σ’ αυτό είναι ένα θέμα που επανέρχεται διαρκώς. «Είναι λοιπόν μια τόσο προσφιλής ανάγκη να διατηρηθούν τα όσα ζήσαμε…», λέει ο Κοσμάς Πολίτης στην Ερόικα (εκδ. Εστία).

Το σπίτι των παιδικών μας χρόνων είναι άμεσα συνυφασμένο με μια περίοδο αθωότητας και χαράς που δημιουργεί το αίσθημα της νοσταλγίας και την επιθυμία να ανασυσταθεί το παρελθόν. Είναι το σπίτι που φυλάμε όλοι μέσα μας σαν κάτι πολύτιμο και του οποίου έχουν χαραχτεί  ανεξίτηλα στη μνήμη μας οι μυρωδιές, το χρώμα ενός τραπεζομάντηλου, ο τρόπος που έτριζε η σκάλα, κάποια μικροσκοπική ραγισματιά στον τοίχο, το μεγάλο ρολόι στο σαλόνι που χτυπούσε τις ώρες, οι μυστικές κρυψώνες, το δέντρο που σκαρφαλώναμε τα καλοκαίρια στην αυλή.

Είναι το σπίτι της ανεμελιάς, του παιχνιδιού, της σκανταλιάς, είναι ο χαμένος παράδεισος, η εποχή όπου όλα βρίσκονται σε μια εξαίσια συνοχή και αρμονία, όπου δεν έχει ακόμα τρυπώσει η αμφιβολία και η θαυμαστή αυτή ενότητα δεν έχει διαρραγεί. «Ήμουν στη Σκάλα ή μάλλον έβλεπα την Σκάλα…», λέει ο Σεφέρης στις Μέρες 1945-1951 (εκδ. Ίκαρος). «Η θέση μου πρέπει να ήταν κάπου εκεί ανάμεσα στο “σπιτάκι” και την “βαπορόσκαλα”…  Όλα τα πράγματα: χαλκάδες στο μουράγιο, ξύλα, καμάρες, καΐκια, παράθυρα, ήταν πιστά, όπως λέμε πιστό σαν το σκυλί. Και είχα το φλογερό συναίσθημα πως όλα αυτά ήταν δικά μου, σχεδόν φτιαγμένα από το χέρι μου, ή πως ήμουν ένα μικρό παιδί και ήταν τα παιχνίδια του…» «Στα χρόνια εκείνα το παρόν ζούσε με αυτοτέλεια κι έφτιανε ιστορία – ώρα με την ώρα», γράφει ο Κοσμάς Πολίτης στην Ερόικα. «Πίσω από το δικό μας σπίτι, μέσα στο τόσο δα περιβολάκι, σκύψαμε πολλές φορές με τη μικρή αδελφή πάνω στα βιαστικά ζουζούνια, πάνω στο δίπλωμα ενός φύλλου, στο αλαφρόγερμα του βλασταριού… Κανένας βέβαια δεν απαρνιέται το σπιτικό περιβολάκι με τη μυρωδιά εκείνη από το ποτισμένο χώμα. Εκεί αποκαλύφθηκαν ένα σωρό μυστήρια, ο μύθος των Θεών κι ο μύθος των ανθρώπων, έτσι, χρόνο με χρόνο, εποχή με εποχή, σε μια στενή συνεργασία. Καθένας κλείνει μέσα του κάποιο περιβολάκι που αν τύχει και το περιφρόνησε θα πει πως η ζωή του πάει άδικα.» Τον παράδεισο αυτό επιχειρεί να ξαναβρεί ο Προυστ στο έργο του Αναζητώντας το χαμένο χρόνο (μτφρ. Π. Ζάννας, εκδ. Εστία) καταφεύγοντας στις αισθήσεις και τους διάφορους μηχανισμούς της μνήμης.

«Aπό πολλά κιόλας χρόνια, δεν επιζούσε πια τίποτε για μένα απ’ το Κομπραί, παρά μόνο η σκηνή και το δράμα της ώρας που έπρεπε να πλαγιάσω, όταν, μια χειμωνιάτικη μέρα, μόλις γύρισα στο σπίτι, η μητέρα μου, βλέποντας πως κρύωνα, πρότεινε να μου δώσει, μόλο που δεν το συνήθιζα, λίγο τσάι. Στην αρχή αρνήθηκα κι ύστερα, δεν ξέρω γιατί, άλλαξα γνώμη. Έστειλε να φέρουν ένα απ’ αυτά τα κοντόχοντρα γλυκά που ονομάζονται Μικρές Μαντλέν και φαίνονται σαν να ‘χουν χυθεί στην αυλακωτή φόρμα μιας αχιβάδας. Και σε λίγο, μηχανικά, εξουθενωμένος από την πληχτική μέρα και την προοπτική ενός θλιβερού αύριο, έφερνα στα χείλη μου μια κουταλιά τσάι όπου είχα αφήσει να μουλιάσει ένα κομμάτι μαντλέν. Αλλά τη στιγμή που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού, άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου. Μια γλυκιά απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη, χωρίς να ξέρω την αιτία της. Μου είχε ξαφνικά κάνει τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες, ακίνδυνες τις καταστροφές της, ανύπαρκτη τη συντομία της, με τον ίδιο τρόπο που επενεργεί ο έρωτας, πλημμυρίζοντάς με μια πολύτιμη ουσία: ή μάλλον η ουσία αυτή δεν ήταν μέσα μου, ήμουν εγώ. Είχα πάψει να νιώθω τον εαυτό μου μέτριο, τυχαίο, θνητό. Από πού μπορούσε να μου έρχεται αυτή η έντονη χαρά; Αισθανόμουν πως ήταν συνυφασμένη με τη γεύση του τσαγιού και του γλυκού, αλλά και πως την ξεπερνούσε απεριόριστα, πως δεν μπορούσε να είναι της ίδιας φύσης. Από πού ερχόταν; Τί σήμαινε; Πού θα τη συλλάβω; Πίνω μια δεύτερη γουλιά και δεν βρίσκω σ’ αυτήν τίποτα περισσότερο από την πρώτη, πίνω μια τρίτη και μου προσφέρει κάτι λιγότερο από τη δεύτερη. Είναι καιρός να σταματήσω, η ενέργεια του ποτού φαίνεται να μειώνεται. Είναι φανερό πως η αλήθεια που γυρεύω δεν βρίσκεται σ’ αυτό αλλά μέσα μου. Αυτό την ξύπνησε, αλλά δεν τη γνωρίζει, και μπορεί μόνο να την επαναλαμβάνει ασταμάτητα, με ολοένα λιγότερη δύναμη, αυτή την ίδια μαρτυρία που δεν είμαι σε θέση να ερμηνεύσω και που θέλω τουλάχιστον να μπορέσω να ξαναζητήσω και να ξαναβρώ ανέπαφη, στη διάθεσή μου, σε λίγο, για ένα αποφασιστικό ξεκαθάρισμα. Ακουμπώ το φλιτζάνι και απευθύνομαι στη σκέψη μου. Η σκέψη μου πρέπει να βρει την αλήθεια. Αλλά πώς; Σκληρή αβεβαιότητα, κάθε φορά που η σκέψη νιώθει πως την ξεπερνά ο ίδιος ο εαυτός της, όταν αυτός, ο ερευνητής, είναι ταυτόχρονα κι όλη η σκοτεινή χώρα που πρέπει να ερευνήσει κι όπου όλα του τα εφόδια δεν τον βοηθούν σε τίποτα. Να ερευνήσει; όχι μόνο: να δημιουργήσει. Βρίσκεται απέναντι σε κάτι που δεν υπάρχει ακόμα και που μόνον αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει κι ύστερα να το φέρει μέσα στο δικό του φως». Και να που ξαφνικά, βουτώντας για άλλη μια φορά τη μαντλέν μέσα στο τσάι του, ο Προυστ βλέπει να ξεπηδάει από το φλιτζάνι του όλη η παιδική του ηλικία.

Στις περισσότερες αναδρομές στο βασίλειο της παιδικής ηλικίας, που αποτελεί για τον ήρωα καταφύγιο και προστασία, αναδύεται κυρίαρχη η εικόνα της μητέρας. Η ανοιχτή αγκαλιά, η παρηγοριά από πεσίματα και άλλα μικροπράγματα που σ’ εκείνη την ηλικία φαντάζουν τρομακτικά και σοβαρά, οι λιχουδιές και οι μυρωδιές από γλυκό που ψήνεται, τα παραμύθια το βράδυ. Μετά τον Προυστ, η Κολέτ, ο Σαρτρ, ο Ρομαίν Γκαρύ, ο Ζιντ και άλλοι πολλοί ανακαλούν τις στιγμές αυτές και κυρίως το τελευταίο φιλί πριν από τον ύπνο που θα πάρει μακριά την αγαπημένη αυτή μορφή και θα αφήσει τον μικρό ήρωα μόνο με τους ίσκιους και τα φαντάσματα της νύχτας.

 

«Το σπίτι σαν το καλοκοιτάξεις μέσα από παλιές κορνίζες

ξυπνά με τα πατήματα της μητέρας στα σκαλοπάτια

το χέρι που φτιάνει τα σκεπάσματα ή διορθώνει την κουνουπιέρα

τα χείλια που σβήνουν την εικόνα του κεριού.»

(Σεφέρης, Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄)

 

Αν όμως πλήθος συγγραφέων ανατρέχει στους τόπους της παιδικής ηλικίας είναι κυρίως επειδή κατά την περίοδο αυτή αποκτάει κανείς τις πρώτες του εμπειρίες, δοκιμάζει, παρατηρεί και σταδιακά ανακαλύπτει τον κόσμο. « Η μικρή κάμαρά μου είναι άσυλο που με γνωρίζει καλά», γράφει ο Ασημάκης Πανσέληνος στο Τότε που ζούσαμε (εκδ. Κέδρος). «Είναι ένας εγκάρδιος φίλος η κάμαρά μου που με προστάτεψε και με υπερασπίστηκε κάθε φορά που δοκίμασα να αγκαλιάσω τη ζωή και κείνη με χτύπησε. Θυμούμαι πάντα τη μέρα που ο πατέρας μου παραφέρθηκε και ξέσκισε εκείνο το άλμπουμ με τα γραμματόσημα, που το είχα αφότου ζούσε η μητέρα. Τα σχέδια και οι φιγούρες που απεικονίζονταν μου άνοιγαν τις πόρτες του κόσμου.» Αναβιώνοντας το κλίμα της εποχής εκείνης, η λογοτεχνία –και ιδιαίτερα το “μυθιστόρημα μαθητείας” –παρακολουθεί την πορεία του μικρού ήρωα που σταδιακά ανακαλύπτει την αμφισημία των καταστάσεων, τη συνύπαρξη του καλού και του κακού, της ζωής και του θανάτου. Αναπλάθοντας τον κόσμο των παιδιών σε αντιδιαστολή με εκείνο των μεγάλων, μυθιστορήματα όπως Οι μεγάλες προσδοκίες του Ντίκενς ή Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, αλλά και του Κοσμά Πολίτη, του Πρεβελάκη, του Τερζάκη, του Θεοτοκά, φέρνουν στο φως όλες τις εσωτερικές συγκρούσεις, τους φόβους, τα όνειρα, τις αγωνίες και τις διαψεύσεις που θα καθορίσουν τη συμπεριφορά του και τις σχέσεις του στην ενήλικη ζωή του. Μυστικά, σιωπές, πνιχτές φωνές και βογκητά πίσω από κλειστές πόρτες, αντικείμενα που αλλάζουν θέση ή εξαφανίζονται, μυρωδιές πολύ προσωπικές, ένας λεκές στα σεντόνια, ένα κέντημα αφημένο σε μια καρέκλα, ο απόηχος μιας κολόνιας, ένα αναμμένο καντήλι, μια μικρή σφεντόνα, κάποια πράγματα τακτικά βαλμένα σε κάποια γωνία, όλα έχουν μια τόσο εύγλωττη σημασία και συγκροτούν έναν δεύτερο, υπόγειο διάλογο που εξελίσσεται παράλληλα με τον πρώτο και μαρτυρά την παρουσία ή την απουσία, τις δυναμικές που διέπουν τις σχέσεις μέσα στο σπίτι, την κατανομή των ρόλων, τη θετική ή αρνητική έκβαση μιας υπόθεσης, την οικονομική ευμάρεια ή δυσπραγία, την αφύπνιση του ερωτικού ενστίκτου και άλλα πολλά.

Ένα στοιχείο που προσδίδει επίσης στο σπίτι των παιδικών μας χρόνων την ιδιαίτερη θέση που κατέχει στη λογοτεχνική παραγωγή αφορά την ανάγκη να βρούμε τις ρίζες μας, να επιβεβαιώσουμε το αίσθημα του ανήκειν. Το σπίτι αυτό είναι η εστία που κουβαλάει την ιστορία, τη συλλογική μνήμη της οικογένειας. Φωτογραφίες, οικογενειακά πορτρέτα, παράσημα ανδρείας, αντικείμενα φερμένα από μακριά εικονίσματα που στη ράχη τους έχουν γραμμένες σημαδιακές ημερομηνίες γεννήσεων και θανάτων και άλλα οικογενειακά κειμήλια και φυλαχτά ανασυστήνουν την πορεία της οικογένειας μέσα στους αιώνες. Στον Σεφέρη, το σπίτι ταυτίζεται με την πατρίδα. «Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν» λέει στην Κίχλη. Στον Ταχτσή, ταυτίζεται με μια Αθήνα που χάνεται και όλη του τη νοσταλγία για τις γειτονιές του 19ου αιώνα με τα όμορφα νεοκλασικά που κατεδαφίζονται καθώς μεταβάλλεται το αστικό τοπίο.

 

Ήταν ωραία όλα, μια περιδιάβαση.

Όμως το ξύλινο μαγγανοπήγαδο – τ’ αλακάτιν

κοιμισμένο στον ίσκιο της καρυδιάς

μισό στο χώμα και μισό στο νερό,

γιατί δοκίμασες να το ξυπνήσεις;

Είδες πώς βόγκηξε. Κι εκείνη την κραυγή

βγαλμένη απ’ τα παλιά νεύρα του ξύλου

γιατί την είπες φωνή πατρίδας; (Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄)

 

Σε αρκετούς συγγραφείς, το σπίτι και εν γένει οι τόποι της παιδικής ηλικίας αποτέλεσαν το έναυσμα για τη δημιουργία και από εκεί άντλησαν μεγάλο μέρος του υλικού των βιβλίων τους. Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αναφέρει σε κάποια συνέντευξή του:

«Περί το 1950 ή ’51, συνέβη κι ένα ακόμα γεγονός που με επηρέασε ως λογοτέχνη. Η μητέρα μου μου ζήτησε να τη συνοδεύσω στη γενέτειρά μου, στο Aracataca, για να πουλήσουμε το σπίτι όπου έζησα μέχρι πέντε χρονών. Όταν πήγα εκεί, αρχικά ήταν σοκ, διότι ήμουν τότε εικοσιδύο και είχα να πάω από οκτώ. Τίποτε δεν είχε αλλάξει ουσιαστικά, παρ’ όλα ταύτα είχα την αίσθηση πως δεν έβλεπα το χωριό, πως το βίωνα σαν μέσα από σελίδες βιβλίου. Έμοιαζε σαν όλα όσα έβλεπα να είχαν ήδη γραφτεί και το μόνο που εγώ όφειλα να κάνω ήταν να κάτσω και να αντιγράψω αυτά που ήταν γραμμένα, αυτά που διάβαζα. Με κάθε δυνατό τρόπο, όλα είχαν πάρει μορφή λογοτεχνίας: τα σπίτια, οι άνθρωποι και οι αναμνήσεις. Δεν είμαι βέβαιος αν είχα τότε ήδη διαβάσει Φώκνερ, πάντως τώρα ξέρω πως μόνο μια μέθοδος όπως αυτή του Φώκνερ θα μου επέτρεπε να γράψω όλα όσα έβλεπα γύρω μου. Η ατμόσφαιρα, η παρακμή, η αποπνικτική ζέστη στο χωριό, όλα ήταν όμοια μ’ αυτό που έχω αισθανθεί διαβάζοντας Φώκνερ. Ήταν χτισμένο σε μια μπανανοφυτεία που την είχαν εποικίσει οι Αμερικανοί που δούλευαν στις εταιρείες φρούτων και αυτό του έδινε την ίδια ακριβώς ατμόσφαιρα που είχα συναντήσει σε βιβλία για τον Βαθύ Νότο. Πολλοί κριτικοί έχουν γράψει κατά καιρούς για την επίδραση που είχε ο Φώκνερ στο γραπτό μου, όμως κατ’ εμέ είναι απλή σύμπτωση: Απλά το υλικό που είχα διαλέξει έπρεπε να το χειριστώ με τον ίδιο τρόπο που ο Φώκνερ χειρίστηκε παρόμοιο υλικό με το δικό μου.

Επέστρεψα από εκείνο το ταξίδι στο χωριό και έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα, Τα Νεκρά Φύλλα. Αυτό που πραγματικά είχε συμβεί μέσα μου σ’ εκείνο το ταξίδι στο Aracataca ήταν πως κατάλαβα ότι όλα όσα είχαν συμβεί στην παιδική μου ηλικία είχαν λογοτεχνική αξία που δεν την είχα εκτιμήσει νωρίτερα.

Όταν αργότερα αναγκάστηκα να γυρίσω πίσω στο μέρος που μεγάλωσα, το Barranquilla, στην Καραϊβική,  τότε κατάλαβα πως εκείνη ήταν η ζωή που είχα ζήσει, γνώριζα και για την οποία ήθελα να γράψω.»

 

Τι γίνεται όμως όταν ο ενήλικας έρχεται σε επαφή με το παρελθόν; Πώς χειρίζεται ο συγγραφέας την απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα, τη φαντασία και τη μνήμη/λήθη; Πώς ήταν τελικά το σπίτι που στο μυαλό του παραμένει πάντα πιο μεγάλο, πιο φωτεινό, πιο όμορφο; Τι γίνεται με τα έπιπλα και τα αντικείμενα που αλλάζουν ξαφνικά ρόλο και σημασία; Με την παλιά ξεχαρβαλωμένη ντουλάπα, άχρηστη πια, που άλλοτε όμως φάνταζε μαγική καθώς αποτελούσε φοβερή κρυψώνα; Με το ασήμαντο ξεφλουδισμένο σκαμπό που επέτρεπε όμως το σκαρφάλωμα ως το πιο ψηλό ράφι όπου βρισκόταν το βάζο με το γλυκό; Με τον καλόγερο στο χολ που ήταν υπαίτιος για χιλιάδες εφιάλτες καθώς έπεφτε πάνω του το φως του φεγγαριού δημιουργώντας αλλόκοτες σκιές, τρομακτικούς ληστές, κακούς και φαντάσματα; Με το πατάρι όπου κρυβόταν ο μπαμπούλας που έπαιρνε τα κακά παιδιά;

Η μνήμη, ως γνωστόν, δεν είναι κάτι στατικό. Τα γεγονότα υφίστανται πολλαπλές αλλοιώσεις και αναπλάσεις, οφειλόμενες τόσο σε αναδιηγήσεις, όσο και σε αλλαγές θέασης και ερμηνείας. Οι συγγραφείς επέλεξαν διάφορους τρόπους προκειμένου να ανακτήσουν το ιδιαίτερο άρωμα της εποχής εκείνης. Ο συνηθέστερος – είτε υιοθετείται η ματιά του παιδιού είτε του ενήλικα – είναι εκείνος της νοσταλγίας. Άλλοι, αντίθετα υπονομεύουν την τάση για ωραιοποίηση και υποστηρίζουν πως πρόκειται για “ανακατασκευή” του παρελθόντος.  Αποκαλύπτουν τις παραμορφώσεις  που υφίσταται το παρελθόν μέσω της διαφοράς πρόσληψης της πραγματικότητας ανάλογα με την ηλικία, τις βολικές προσθήκες στα κενά της μνήμης, τα κλισέ και τα συχνά καθόλου αθώα οικογενειακά ανέκδοτα, τις λίαν εξυπηρετικές για κάποιους εκδοχές που έχουν επικρατήσει σε σχέση με κάποια γεγονότα. «…αυτό που με περιμένει εκεί κάτω διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που φτιάχνουν “ωραίες παιδικές αναμνήσεις”… εκείνα που οι κάτοχοί τους εκθέτουν συνήθως με μια δόση υπερηφάνειας. Και πώς να μην περηφανεύεσαι που είχες γονείς που φρόντισαν να κατασκευάσουν για σένα, να σου ετοιμάσουν αναμνήσεις καθόλα σύμφωνες με τα πρότυπα που χαίρουν της μεγαλύτερης εκτίμησης και αναγνώρισης;» (Ναταλί Σαρότ, Enfance).  Μερικοί συγγραφείς καταφεύγουν σε έγγραφα και αναμνηστικά ή άλλο πραγματολογικό υλικό που αφορά την συγκεκριμένη εποχή, αποζητώντας όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αληθοφάνεια. Άλλοι αντίθετα παρουσιάζονται εξαιρετικά δύσπιστοι ως προς τέτοιου είδους χειρισμούς και καταγγέλλουν τις αναπαραστάσεις αυτές ως εξίσου ψευδείς με τις ωραιοποιήσεις του παρελθόντος.  Άλλοι πάλι, όπως η Μαργαρίτα Καραπάνου στο Η Κασσάνδρα και ο λύκος (εκδ. Ερμής), ανασύρουν όλες αυτές ακριβώς τις στρεβλώσεις  και την καταφυγή του παιδιού στη φαντασία όταν έρχεται αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα δυσνόητη, παρεκκλίνουσα ή τραυματική. «Ξαπλωθήκαμε χάμω στο σαλόνι, βάλαμε γύρω από τις ράγες δέντρα, σχολεία και σταθμούς, και το σαλόνι έγινε ο Κόσμος. Ο θείος Χαρίλαος δεν είχε όρεξη να παίξει. Όλο έπιανε το λαιμό του και ξέσφιγγε τη γραβάτα του. “Ξέρεις να φτιάχνεις κόμπους;” με ρώτησε. “Η Miss Benbridge μού’χει μάθει κάτι ωραίους” του είπα. Έφερε ένα χοντρό σκοινί απ’ τη κουζίνα και κάναμε πολλούς κόμπους για να μάθουμε καλά. Μετά πήγαμε στο δωμάτιό του, κρεμάσαμε το σχοινί πάνω στο ταβάνι κι ο Θείος Χαρίλαος το πέρασε γύρω απ’ το λαιμό του. Ήθελα κι εγώ να παίξω. “Άλλη φορά”, μου είπε, “σήμερα είναι η σειρά μου” …Ανέβηκε πάνω στο σκαμνί, πέρασε το σχοινί γύρω απ’ το λαιμό του, κι εγώ τράβηξα απότομα το σκαμνί κάτω απ’ τα πόδια του… τα μάτια του είχανε γίνει άσπρα και σκέφτηκα πως ποτέ δεν είχα δει τόσο ωραία Σκιά, χόρευε πάνω στον τοίχο, κι ο Θείος Χαρίλαος, τα χέρια τεντωμένα, προσπαθούσε να την πιάσει.»

Το σπίτι των παιδικών μας χρόνων κατέχει στην καρδιά μας μια θέση μοναδική. Κάποιες εικόνες του –θετικές ή αρνητικές– μας ακολουθούν ως το τέλος της ζωής μας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα όνειρα στα οποία εμφανίζεται – συχνά ως αλληγορία του βαθύτερου εαυτού μας – αποτελούν πολύτιμο υλικό για την ψυχιατρική. Αν όμως η τέχνη επανέρχεται πάντα σ’ αυτό και επιθυμεί να το διασώσει από τη λήθη, δεν είναι μόνο για να ερμηνεύσει το παρελθόν αλλά και για να νικήσει το πέρασμα του χρόνου, εξασφαλίζοντας σε όσα ζήσαμε κάποια μορφή αθανασίας. «…Θυμάμαι, αλήθεια, παιδιά, τότε που τα παιχνίδια μας εξαφανίζονταν μυστηριωδώς,

ξεχασμένα σ’ εκείνα τα απαγορευμένα βασίλεια που τριγυρίζαμε,

χωρίς κανείς να το ξέρει,

ύστερα αποχαιρετήσαμε την αιωνιότητα και μεγαλώσαμε…»

(Τάσος Λειβαδίτης, Βιολέτες για μια εποχή, εκδ. Κέδρος)

 

.

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Θαυμάσιο κείμενο, αγαπητή κυρία Κονομάρα. Το διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον. Το χάρηκα παρά την θλίψη και την νοσταλγία που ευωδιάζει σαν τον ανθό της γαρδένιας που πλέον κιτρίνισε. Και για να παραφράσω τον Σεφέρη (Κίχλη-Α): Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα ξεχάσεις. Ή να θυμηθώ το αγαπημένο «Το σπίτι που γεννήθηκα» του Παλαμά:
    Το σπίτι που γεννήθηκα, κι ας το πατούν οι ξένο,
    στοιχειό είναι, και με προσκαλεί, ψυχή, και με προσμένει.
    Ωραίο και βαθιά ανθρωπινό θέμα θίξατε. Μπήκε κατ’ευθείαν στην καρδιά μου γλυκαίνοντάς την. Βλέπετε ήταν σπίτι καλόγνωμο.
    Σας ευχαριστώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ