ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ: Εικόνα σου είμαι, Πολιτεία, και σου μοιάζω…

0
293

Του Κώστα Ακρίβου.

Στην περίπτωση των Σχολικών Βιβλιοθηκών, από την πρώτη στιγμή που αποφασίστηκε η λειτουργία τους ως το περυσινό οριστικό κλείσιμο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι καθρεφτίζεται ένα τμήμα από την παθογένεια της ελληνικής μεταπολιτευτικής κοινωνίας : αδιαφάνεια, υπόγειες δοσοληψίες, ημιτελείς προσπάθειες, μικροπολιτισμός, απουσία προγράμματος, ερασιτεχνισμοί και αστοχίες, κυβερνητικός αυταρχισμός.
Για την ιστορία να θυμίσουμε ότι οι Σ.Β. άρχισαν να λειτουργούν από τη σχολική χρονιά 1999-2000. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αξιολογώντας πως η μάθηση είναι μια ευρύτερη εκπαιδευτική διαδικασία, που δεν μπορεί να περιοριστεί στα όρια του σχολικού προγράμματος, χρηματοδότησε το φιλόδοξο σχέδιο της δημιουργίας 499 Σ.Β. στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στο χώρο αντίστοιχων σχολικών μονάδων, και τα επόμενα χρόνια άλλων περίπου τριακοσίων. Κάθε Σ.Β. προμηθεύτηκε την εγκεκριμένη από το ΥΠΕΠΘ συλλογή 5.000 τίτλων (περιοδικών, βιβλίων και πολυμέσων), εξοπλισμό οπτικοακουστικών μέσων, ενώ απέκτησε πρόσβαση στο Internet. Οι Σ.Β. δημιουργήθηκαν με κριτήρια που καθορίζονται από διεθνή πρότυπα και με τη δυνατότητα να εξελιχτούν σε άρτια και αυτόνομα πληροφοριακά κέντρα, εξυπηρετώντας τις ανάγκες όχι μόνο της σχολικής μα και της ευρύτερης κοινότητας στην οποία ανήκαν.
Η υπόθεση των Σ.Β. άρχισε να απασχολεί τον Τύπο από την πρώτη κιόλας μέρα που ανακοινώθηκε η απόφαση για τη λειτουργία τους, όταν ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά γύρω από το ποιοι εκδοτικοί οίκοι πριμοδοτήθηκαν και ποιοι αποκλείστηκαν, όπως και για τους τίτλους και τα κριτήρια με τα οποία επιλέχτηκαν τα βιβλία.
Παρ΄ όλα αυτά για δεκατρία χρόνια οι 757 Σ. Β.  σε ολόκληρη την Ελλάδα κατάφεραν να πετύχουν σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό εκείνο που δυστυχώς το σημερινό σχολείο δεν έχει μπορέσει : να φέρει το βιβλίο κοντά στους νέους. Με ένα πλήθος από δράσεις και ενέργειες, με την αγάπη και το μεράκι των καθηγητών που ανέλαβαν ως υπεύθυνοι για τη λειτουργία τους, αλλά και τη συμπαράσταση των περισσοτέρων καθηγητών του σχολείου που φιλοξένησε τις Σ.Β., οι μαθητές για πρώτη φορά στη ζωή τους πέρασαν το κατώφλι μιας βιβλιοθήκης, τους δόθηκε η ευκαιρία-χαρά να γνωρίσουν από κοντά έναν τόσο μεγάλο αριθμό βιβλίων, να επιλέξουν βιβλία σύμφωνα με τα δικά τους γούστα και κριτήρια, να βοηθηθούν σε πολλές σχολικές εργασίες, αλλά και να ονειρευτούν μέσα από τις σελίδες των λογοτεχνικών βιβλίων. Πολλές φορές η διδασκαλία του μαθήματος – όχι μόνο των φιλολογικών – γινόταν στο χώρο της βιβλιοθήκης΄ στη βιβλιοθήκη επίσης οργανώνονταν κατά καιρούς θεματικές εκθέσεις με κάθε αφορμή (ημέρα παιδικού βιβλίου, αφιερώματα σε συγγραφείς, εθνικές επέτειοι κ.ά.)΄ σε πολλές Σ.Β. λειτούργησαν λέσχες ανάγνωσης ή μικρά σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ έγιναν και παρουσιάσεις λογοτεχνών΄ τα αφιερώματα σε ειδικά θέματα ή οι εκθέσεις ζωγραφικής και γλυπτικής δεν έλειψαν, όπως δεν έλειψαν και οι επισκέψεις μαζί και ο δανεισμός βιβλίων από ανθρώπους που δεν είχαν άμεση σχέση με το σχολείο, απλώς τη θεωρούσαν ως τη δημόσια βιβλιοθήκη της γειτονιάς τους.
Τότε; Δηλαδή τι συνέβη και έκλεισαν; Σε ποια αμαρτία ολίσθησαν οι υπεύθυνοι για τη λειτουργία της ή τα σχολεία στα οποία υπήρχαν οι εν λόγω βιβλιοθήκες; Η απάντηση είναι εύκολη όσο και οδυνηρή : το υπουργείο παιδείας απαίτησε να επιστρέψουν οι καθηγητές που ήταν αποσπασμένοι και επιφορτισμένοι με τη λειτουργία των βιβλιοθηκών στα σχολεία στα οποία ανήκαν, έτσι ώστε να εξοικονομηθούν θέσεις εργασίας και να μην προσληφθούν αναπληρωτές για την κάλυψη της οργανικής θέσης τους. Για να χρυσώσει το χάπι, το υπουργείο ανακοίνωσε ότι στο μέλλον θα μπορούσε να λειτουργήσει κάποια ή κάποιες Σ.Β. για “συμπλήρωση ωραρίου” των καθηγητών του σχολείου, ανοίγοντας τη Σ.Β. για “ένα έως τρία δίωρα την εβδομάδα” – τέτοια γενναιοδωρία απέναντι στη μαθητική κοινότητα.
Το τι κέρδισε η Πολιτεία από αυτή την κίνηση ας το αφήσουμε καλύτερα ασχολίαστο. Αλλά δεν μπορεί να αφήσει κανείς ασχολίαστη και αναπάντητη την απορία : Εντάξει, να επιστρέψουν οι αποσπασμένοι καθηγητές στη θέση τους, έτσι ώστε να σωθεί η οικονομία της χώρας΄ αλλά τότε γιατί δεν προσλαμβάνονται απόφοιτοι-άνεργοι από τις Σχολές Βιβλιοθηκονομίας, ώστε να λειτουργήσουν ξανά οι τώρα κλειδωμένες-αραχνιασμένες- λεηλατημένες βιβλιοθήκες;
Ας γίνουμε λίγο σοβαροί. Αυτά είναι ερωτήματα που επιδέχονται απαντήσεις που αφορούν στα πολιτισμένα κράτη. Σε μια χώρα σαν τη δική μας όπου το βιβλίο αντιμετωπίζεται από τους εκάστοτε υπουργούς, κυρίως της “Παιδείας” και του “Πολιτισμού”, σαν τριτεύον πολιτισμικό αγαθό – νωπά τα ανδραγαθήματα του σημερινού υπουργεύοντος – , είναι απολύτως φυσικός ο ετσιθελισμός και το αποφασίζομε-και-καταργούμε της Πολιτείας. Όσο κι αν ακούγεται παράλογο, ωστόσο για τα ελληνικά δεδομένα είναι εντελώς λογικό να υπάρχουν αυτή τη στιγμή κλειδωμένες 757 βιβλιοθήκες, σε μια εποχή όπου το δημόσιο σχολείο βάλλεται από παντού και η παιδεία περνάει μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις στην ιστορία της. Ή, με άλλα λόγια, “τι χρειάζεται η ποίηση στους μίζερους καιρούς μας;”
Τελειώνοντας. Ήμουν και εγώ ένας από τους καθηγητές που υπηρέτησαν όλα αυτά τα χρόνια την υπόθεση των Σ.Β. Με τούτο εδώ το κείμενο δεν θέλω να κάνω καμία έκκληση, ούτε να εκφράσω προσωπικά ή συντεχνιακά παράπονα. Απλώς μεταφέρω αυτό που άκουσα τυχαία από έναν μαθητή της Α΄ τάξης : “Γιατί δεν μπορούμε να δανειστούμε βιβλία από τη βιβλιοθήκη του σχολείου μας, που ανοίγει μονάχα όταν είναι να κάνουμε πρόβα για τη χορωδία ή να στείλει εκεί ο διευθυντής κανένα παιδί για τιμωρία;”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ