Ποίηση τον Οκτώβριο -Τ.Λειβαδίτης, Ανθή Μαρωνίτη, Λ.Πούλιος, Π.Μπουκάλας(του Θ.Χατζόπουλου)

0
276

 

Ο Θανάσης Χατζόπουλος ανθολογεί Τ. Λειβαδίτη, Ανθή Μαρωνίτη, Λ.Πούλιο και Π.Μπουκάλα.

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

(1922-1988)

 

ΕΦΗΒΕΙΑ

 

Κολάρο που περιφρονεί το σχήμα

αρπαγμένα τα μαλλιά από μια θύελλα μυθική

το βλέμμα σπινθηρίζοντας από τις λάμψεις του Άσκοπου

περπατάει φτύνοντας τις φλούδες του πασατέμπου

σα να εκσπερματώνει πάνω στα πελώρια λαγόνια της πόλης.

 

ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 

Στο βάθος του χρόνου ήμουνα πίθηκος.

Ύστερα ανακάλυψα τα εργαλεία.

Πολέμησα σταυροφόρος στην Ιερουσαλήμ

βίασα γυναίκες, κήρυξα την ισότητα, με σταύρωσαν.

Τον Οχτώβρη του ’17 έκλαψα από ατέλειωτη ευτυχία.

 

Τώρα με τα κουρέλια που μου απόμειναν

προσπαθώ να φτιάξω ένα ομοίωμα ανθρώπου.

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

 

Εδώ, σ’ αυτό το μνήμα κείται κάποιος

που ο φόβος οι άλλοι τι θα πουν, κι η ματαιοδοξία ν’ αρέσει

τόσο του κλέψανε ό,τι είχε πια δικό του

ώστε, σχεδόν, δεν κείται εδώ, κανείς.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

 

Κι έζησα πάντα με τον εαυτό μου, σαν δυο ακροβάτες που μισούνται θανάσιμα

που όλη τη μέρα βρίζονται και ραδιουργούν κι ετοιμάζει το θάνατο ο ένας του άλλου

μα όταν έρθει η ώρα κι ανάψουν τα φώτα και το θέατρο ξεχειλίσει απ’ την πελώρια

αναμονή

ορθοί κι οι δυο πάνω στο απέραντο, μοιραίο σκοινί

να, που βρίσκονται κιόλας πάνω απ’ το μίσος και τον κίνδυνο και το θαυμασμό

και τον χρόνο – αδερφωμένοι ξαφνικά

μες στην παμμέγιστη αρετή της Τέχνης.

(ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1958-1964)

 

ΕΝΟΧΗ

Τι ζητούσαν, λοιπόν, σε τι είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, πού να βρεις καιρό, έτσι έμεινα εύπιστος κι αγκάλιαζα το κρύο σίδερο της γέφυρας.

Ενώ στο βάθος, μακριά, με κοίταζε σαν ξένο η πιο δική μου ζωή.

 

ΜΕΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ

Να σε καρφώνουν στο σταυρό ή να σταυρωθείς πάνω σ’ αυτό το τίποτα που υπήρξες είναι ο ίδιος δρόμος, έρημος κι ακατανόητος, ανάμεσα στα λιγοστά δέντρα και τη νύχτα που κατεβαίνει.

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Νύχτωσε. Ώρα που αναρωτιέται κανείς τι έπραξε στη ζωή του. Κι οι νεκροί πλάγιασαν και σταύρωσαν τα χέρια, σαν αυτό που ψάχναν

να το αγγίζουν, επιτέλους, μέσα τους.

(ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ, 1972)

 

ΤΙ ΑΛΛΟ είναι λοιπόν, το μέλλον απ’ την αληθινή πατρίδα μας, αφού το όνειρο εκεί πηγαίνει, κι όταν πεθάνουμε, είμαστε πιο μπροστά από χτες, νεκροί στο μέγα αύριο, έτσι κι όταν οι μητέρες, στη μνηστεία ακόμα, κοίταζαν έκθαμβες, στο δάχτυλο τον αρραβώνα, εμείς, ερχόμαστε, κιόλας δακρυσμένοι προς το χρόνο.

 

ΚΑΤΩ απ’ το μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, που προχωράει σιωπηλός, δίχως όνομα, ίσως γι’ αυτό και πιο αληθινός, κι όταν σηκώνουμε το κύπελλο, είναι κι εκείνο μες στο μυστικό, και δεν ξεδιψάμε, γιατί η πρόνοια μας θέλει βιαστικούς, ολομόναχους μες στην υπόσχεση, σαν τα χωράφια που πηγαίνουν σκεπασμένα το φθινόπωρο, και μόνον όποιος φεύγει ξαναβρήκε την πατρίδα, αφού κάθε μας λέξη εδώ, μια πόρτα σφαλά εκεί ή ένα παράθυρο, κι αυτό που έρχεται σα σκόνη ή σα σφάλμα κάθεται πάνω στο τραπέζι.

Όμως τα βράδια, ο οποιοσδήποτε είναι ένα πρόσωπο προορισμένο.

 

ΜΟΛΙΣ πέσαμε στην αιχμαλωσία, μάθαμε την πανουργία της σιωπής,

βρήκαμε λοιπόν ένα σημάδι, που χωρίς να μας προδίνει, μιλούσε καθαρά στους άλλους,

και το χαράζαμε στους τοίχους, στις πόρτες των στάβλων, ή πάνω στο ψωμί.

Εκείνος που τόβλεπε έπαιρνε, τότε, μιαν άγνωστη κατεύθυνση

και κανείς δεν τον ξανάβλεπε.

 

Γι’ αυτή την πατρίδα σας μιλώ.

 

ΑΙΩΝΙΑ σκοτεινή αποδημία, λαοί που πλανιώνται από όνειρο σε όνειρο,

πουλιά που διασταυρώνονται με το ποτέ ή το πουθενά.

Κι ίσως τα δέντρα στάθηκαν, μαντεύοντας το άσκοπο του δρόμου.

 

ΠΑΝΑΡΧΑΙΟ, σκοτεινό παιχνίδι, όπου ο ποιητής ξέρει να χάνει με μιαν απρόβλεπτη κίνηση.

(ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ, 1974)

 

ΠΡΟΝΟΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Λησμονημένοι κι άγνωστοι ζήσαμε, σπόνδυλοι από ναούς ερειπωμένους, μαύρες

στοές,

παλιά ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο υποσχόταν –

κι ω σοφή πραγματικότητα των παιδιών που πιάνουν από νωρίς φιλίες με το χώμα.

 

ΤΑ ΨΕΥΔΗ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

 

Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι τόσες πολλές μέρες κάνουν μια τόσο λίγη ζωή.

 

ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ

 

Η ζωή δεν έχει έλεος σαν τα παιδιά, ούτε φιλίες σαν την ποίηση. Κι ο κόσμος μοιάζει της μητέρας μου: αγαπημένος

και χαμένος για πάντα.

(Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΛΥΧΝΟ, 1983)

 

ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

 

Οι νύχτες του χειμώνα μεγαλώνουν κλέβοντας τις έγνοιες της μέρας

ο ποιητής χάνεται για μια λέξη, οι εραστές για μιαν απάντηση

οι αιχμάλωτοι απελευθερώνονται μ’ ένα μονάχα πυροβολισμό

το ουράνιο τόξο είναι η παράξενη αλληλογραφία ανάμεσα σε δυο καταφρονεμένους

 

ΕΠΟΧΗ

 

Σελίδες από μια χαμένη επανάσταση που στα περιθώρια γράψαμε κι εμείς τη ζωή μας – ω μεγάλη ακατανόητη εποχή, που άξαφνα ο ένας καταλαβαίνει τον άλλον…

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 

«Δε μ’ άφησαν να κοιμηθώ» έλεγε κάθε πρωί η γριά που κοιμόταν στον κήπο. Και βέβαια θα εννοούσε τ’ άστρα

ή τα παιδιά που είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο.

 

ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ

 

Όσο για κείνη την ιστορία υπάρχουν πολλές εκδοχές

Η καλύτερη όμως είναι πάντα αυτή που κλαις.

 

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

 

Τότε χτύπησαν την πόρτα. Εγώ, αφελής όπως πάντα, πήγα κι άνοιξα. Κι έτσι μια καινούργια θλίψη μπήκε στον κόσμο.

(ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ, 1985)

 

 

ΑΠΛΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

 

Ένα σπίτι για να γεννηθείς

ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις

ένας στίχος για να κρυφτείς

κι ένας κόσμος για να πεθάνεις.

(ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ, 1990)

 

 

 

 

 

ΑΝΘΗ ΜΑΡΩΝΙΤΗ

(1939)

 

Η ΤΕΛΕΤΗ

 

Βγαίνει από τον εαυτό της

τον κοιτάζει απέναντι

– μια  αληθινή συγκίνηση επιτέλους.

Έρχονται οι μοίρες, τη ραίνουν με χάρες

Υποκριτικά το πρόσωπο μουσκεύει

 

ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΑΙΜΑ

 

Ανάμεσα σε δυο στιγμές

χτύπησε το κακό.

 

Δεν τα ’θελε τα μαύρα

μόνο το πέπλο φόρεσε

και στο σκοτάδι ψέλλιζε

με παιδική φωνή.

 

ΜΥΚΟΝΟΣ

 

Ανοίγει η θάλασσα

καλοκαίρι σούρουπο

σε αμμουδιά απάτητη

Κάποιος που σου έμοιαζε παλιά

στέκεται λίγο πλάι σου

Αρμυρός αέρας φυσάει στις κλειδώσεις.

 

ΤΡΟΠΟΙ ΗΔΟΝΗΣ

 

Πένθος γυαλιστερό

μισό ηδονή μισό πόνος

Μια φυλακή που τόσοι πόθησαν.

 

ΓΕΝΕΘΛΙΑ

 

Απρίλης

Καιρός ακόμη πάνω σε στρώμα πάγου

να κοιμηθούμε

στην αντανάκλαση του σκληρού φωτός

κόκκινες βελονιές

θα κεντούν τη σιωπή μας.

Και συ γλιστράς στα άσπρα

της Οφηλίας.

(ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΚΟΨΕΙ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ, 1997)

 

 

 

Η ΑΛΛΗ, Ι

 

Ήμουν πράξεις και συνείδηση

και κουρασμένη

κουράστηκα να είμαι

Πότε αλήθεια ήμουν εγώ;

Η στάση του σώματος – μια άγνωστη

κι η καλοσύνη

αναπηρία της ψυχής

Επίπεδες οι λέξεις

κολλούσαν στη γλώσσα

και η άλλη τους πλευρά στο σκοτάδι

Ξένος αέρας με πήγαινε.

(Ο ΡΥΘΜΟΣ ΖΕΣΤΟΣ, 2000)

 

ΤΟ ΕΛΚΗΘΡΟ, 2

Στον Χάρη

Το γοερό σου κλάμα το χρόνο έκοψε

–για το καλό, για το καλό–

με γέλια και με δάκρυα ήδη σαλπάρεις

άφωνοι εμείς μια στάλα πράμα

να ξέρει από τι

είναι φτιαγμένη η ζωή

 

Το πιο πρωινό πουλί εσύ

φουσκώνεις τα φωνήεντα γλώσσας ακατάληπτης

χέρια τεράστια σε υπηρετούν

κι ο φόβος κλείνει τις μικρές γροθιές σου

 

Σκύβω επάνω σου όπως σε δροσερό ποτάμι

γάλα φρέσκο χόρτο η μυρωδιά σου

και ξαναγίνομαι

μες στην παλιά μου κούραση.

(ΞΥΛΑ ΥΓΡΑ, 2002)

 

ΚΡΥΦΗ ΠΙΣΤΗ

 

Ω κόρες καθισμένες

στο βλέμμα του πατέρα

 

Σαν βέλος μόλις καρφωμένο στο στόχο

κύματα ομόκεντρα αμφιβολίας

τρέμοντας απομακρύνονται,

έως τη βέβαιη εξαφάνιση

Έτσι ο λόγος του μέσα της

 

ΕΚΘΕΤΟΣ

 

Άγρια και δοτικά βουνά σαν τους προγόνους μας

ανάλαφρα μέσα στο σούρουπο με πλησιάζουν

Μαβιά τα χρώματα και ψίθυροι χαρούμενοι

απ’ τα νερά που τρέχουν με τη δική τους σκέψη

απ’ τα πουλιά σε συναθροίσεις φλύαρες

γεφύρια πέτρινα της μέρας και της νύχτας

τόξα που ψήλωνε η χάρη τους ως το καμπαναριό

παντρεύανε τη γη μας στις δυο όχθες

Από χωριά αντικριστά

ο Βεντάτ ο Νιεζή κι η αφεντιά μου

σμιλεύαμε την πέτρα με τραγούδια,

κι η απλωσιά κι η ομορφιά δική μας

Όχι σαν τώρα εδώ στην ξένη με άγνωστη λαλιά

πάλι με λιγοστό ψωμί, δίχως τραγούδια

να χτίζω μίζερα, ξένα σπίτια

(ΧΡΩΜΟΣΩΜΑΤΑ / ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ, 2012)

 

ΩΡΙΜΟΣ

 

Μαλλιά γένια από σίδερο

Το βλέμμα ενοχλημένο

 

Μυρωδιά – φέρνει άλογο στο νου

στάχτη με οξύτητα

 

Λαιμός μονοκόμματος

όπως ο Μωυσής σε ζωγραφιά ρομανική

 

Σώμα σε σκοτεινή σιωπή

κόκαλα τρίζοντας στο περπάτημα

 

Φως εκτυφλωτικό, όρθιος

μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά

 

να το θωρούν κι οι πεθαμένοι

(Η ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ, 2015)

 

 

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ

(1944)

 

ΑΝΑΦΟΡΑ

 

Ναι μούσα μίλησες τόσο καθαρά σε μένα

που σχεδόν έχω γίνει τρελός.

Δεν έχω πια μέρα

Δεν έχω πια νύχτα

κι όλα με τραβούν απ’ το γιακά

Συνουσιάστηκα μαζί σου αλλόφρονα.

(Ο ΓΥΜΝΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ, 1977)

 

ΕΡΧΟΜΑΙ ΝΑ ΔΙΑΣΧΙΣΩ ΤΗ ΣΙΩΠΗ

 

Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή

και να βλαστήσω μες στον καθένα.

Από κλαρί σε κλαρί σαν πυγολαμπίδα

μετέφερα το φωτεινό μου φορτίο

νικώντας τη βαρύτητα, διασχίζοντας τις εποχές

άγιος, βασιλιάς, τρελός σε μια χώρα

πράσινης προέλευσης πέρα απ’ τον ορίζοντα

της νόησης.

 

Ο άλλος που είμαι φιλάει το στόμα μου

μ’ ερεθιστική πνοή

απαγγέλλει στίχους με οργή

και μια πριονισμένη σελήνη έρχεται σύντομα

σαν ένα στόμα

γονατίζει προσπαθώντας να πιει

τη φοβερή μου κραυγή.

 

ΥΨΗΛΗ ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΑ

 

Τόσες μουσικές κρυμμένες σ’ ένα φυτό

τόσες κραυγές μέσα σε κάθε αυγό

το απλό είναι απέραντο

κι ο μονάκριβος ανθός του φλογερού καινούριου

 

Η βραδινή χώρα

ανάβει τη φωτεινή κοροϊδία της προς τ’ άστρα.

(ΤΟ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, 1978)

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Αιχμάλωτος μιας εποχής

αφήνοντας ακύμαντα τα όρια

κι όσα γράφω εδώ κιτρινίζουν

μέχρι να πιάσουν φωτιά.

Περνάει κιόλας η σκοτεινιά. Όμως

έπρεπε να πονέσω για να καταλάβω

το απεριόριστα δυνατό,

μαζί με το απερίγραπτα αδύνατο,

πως μέσα μου όλη η πραγματικότητα

κι όλο το σύννεφο.

 

Η ΧΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝ

 

Αυτή η ώρα είναι δική μου.

Ώρα εμποδισμένων επιθυμιών κι έντονης μοναξιάς.

Να βλαστημήσεις ή να προσευχηθείς;

Ίσως η ώρα να πεις μια λέξη

που τη ζητάει ακόμα ο ουρανός.

Μια περιδιάβαση το πρωί στ’ ακρογιάλι

μια χειρονομία το βράδυ σ’ έναν ώριμο κήπο

που ο θάνατος είναι το λουλούδι.

(ΤΑ ΕΠΟΥΣΙΩΔΗ, 1988)

 

ΑΛΗΘΙΝΟΣ Ο ΠΟΝΟΣ

 

Ο θεός του ζωντανού καρπού

κι όλα τα όντα

κι όλα τ’ ανθρώπινα

υποτάσσονται στο θάνατο.

 

Αλλάζει ο καιρός, ένας άλλος ήλιος

λάμπει στις μεταμορφώσεις

και το παράλογο γίνεται δυνατό.

Αληθινός ο πόνος που αφθονεί στη γη.

Αληθινός ο θρήνος

και το σκοτεινό ψιθύρισμα της σιωπής

όταν ο Θεός ανοίγει τη μοναξιά.

 

ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΑ

 

Είναι θαυμάσιο να τραγουδάς.

Όχι όπως ο αέρας στα δάση,

όχι όπως ο ήλιος στην κορυφογραμμή,

όχι όπως η βροχή στο πέλαγος,

αλλά όπως ο λύκος ζευγαρώνει

και πέφτουν πάνω του ροδοπέταλα.

 

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΗΤΗΣ

 

Ζωή απόλυτα γυμνή.

Δεν βλέπω καμιά απουσία χάρης

απ’ άκρη σ’ άκρη

από τη θέρμη των χειλιών ως

το πολικό ψύχος της καρδιάς του φιλάργυρου.

Κι απ’ το ερωτικό σάλεμα του σκουληκιού

ως τον σπασμό των οπισθίων του σύμπαντος.

Ήρθαμε να δούμε τις φανερώσεις αυτές.

Του απόλυτου όντος την οδήγηση.

 

Ζω στο δικό σου αποκλειστικά φως.

(ΜΩΣΑΪΚΟ, 2001)

 

 

 

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

(1957)

 

Πάλι αρματώνει τη φωτιά

με τα κορμιά μας ο καιρός

Βουβό το δέρμα, το μυαλό

τρώει τα σωθικά του

Δεν είναι βλέπεις αυτονόητος ο πόνος

Ακροβάτης το πένθος και χαλά

στην αγορά ώρα κρυφή

το δίχτυ

Τόσο μακρινή

ότι μέσα μου

Τόσο μέσα μου

γιατί σε εφεύρα να μπουσουλάς

στις σπηλιές μου δίχως μνήμη

 

* *

 

Η ευγένειά μου καθόλου φυσική

Κατάγεται από τον κόπο

μιας γυμναστικής

– των σπλάχνων

 

Για λίγο ζώο

και μια ψίχα φως

(Ο ΜΕΣΑ ΠΑΝΘΗΡΑΣ, 1985)

 

ΞΟΔΙ

 

Τρόπους πολλούς να ζήσουμε

δεν  έχουμε.

Κάποτε εφευρίσκουμε ένα σώμα,

ψυχούλα δόξας,

και ξοδεύουμε το θάνατο.

Κι άλλοτε

διασχίζουμε αναπόταμα τη μοναξιά

να ξαναβγούμε στην πηγή του ανθρώπου

κι ας πικρή.

Συνήθως αρκεί

ένα εκκρεμές χαμόγελο

ένα φιλί νόστιμο σαν την καλή κουβέντα

ένα σπουργίτι ταπεινά ελεύθερο

μια βροχή που χαίρεται το βέβαιο τέλος της

ένα σπίτι που ανασαίνει ψυχές τη νύχτα

όταν σε παίρνει μέσα του να σε ξαναγεννήσει

ένα χορτάρι σκήνωμα θεού

συνήθως αρκεί

για να εγερθούμε άλλη μια φορά

στο μπόι της ομορφιάς μας.

Τον μέλλοντά μας

τον κλώθουν στα όνειρά τους οι κεκοιμημένοι –

όταν με τον καιρό γαληνεύουν εντός μας

κι αποκτούν του ψωμιού την αναγκαία απλότητα

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙ΄Α

 

Ψωμί ο χρόνος,

ακριβώς πικρό,

ωσάν το βλέμμα όσων απόκαμαν

και κίνησαν για το βαθύ ταξίδι

το αμεταγλώττιστο.

Μνήμη αμείλικτη το σώμα σου,

ένα κλωνί βασιλικός στ’ αυτί του χάρου.

Πρώτη και μόνη σιγουριά

αυτό που πάντα διαφεύγει

 

ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ

 

Όταν φοβήθηκε

έφτιαξε τις λέξεις

Από τότε αγαπάει

πάντοτε δια μέσου

 

ΧΑΡΗ

 

Η ευλογία του ανέφικτου

Των δακτύλων σου ο κίνδυνος

Μνήμη πυρέσσουσα

τα φιλιά που δεν θα ειπωθούνε

Ο βουβός ο έρωτας

έχει τα μεγάλα φωνήεντα

Στο τέλος

μένεις δίχως σωθικά

Να ’χει κι ο ριζιμιός ο φόβος

το κονάκι του

(ΣΗΜΑΤΑ ΛΥΓΡΑ, 1992)

 

ΣΥΝΟΨΗ

 

Μια μεταφορά ο βίος

Κυριολεκτικά

 

Ακάθεκτα περνούν τα χρόνια μας τα στάσιμα

ένας αέρας πες ένας αέρας. Ούτε.

Εκείνος, μια θ’ αναστήσει τη φωτιά

μόλις που σβήνει

μια τα καράβια θα τα κινδυνέψει

μια πιο αψύ θα κάνει το κρασί.

Αέρας το λοιπόν

Αφού το λες.

Φυσάει και φεύγει.

Απ’ την πηγή δεν απομένει παρά η μνήμη της,

λειψή κι εκείνη,

μακρινή.

Τότε. Θυμάσαι. Δεν θυμάσαι;

Τότε που έφυγε ο …

Ο;

Όλα τα συνοψίζει ο θάνατος

 

ΣΥΜΒΑΝΤΑ

 

Χάνει τα’ αηδόνι την ανάσα του

σώνεται η ψυχούλα του

να τραγουδάει

όλο να τραγουδάει

να ξεπεράσει

να νικήσει τον ζουρνά

που κλαίει ασίγαστος το πανηγύρι του

και θριαμβεύει.

Δένει τραγούδια νέα η αγάπη

και θέλουν όλη την ανάσα σου

για να σε πουν.

Αλλ’ έτσι,

μόνον έτσι σώζεται η ψυχούλα σου

και θριαμβεύει.

Άγρια η αγάπη.

Αυτό ορίζει η αρχή της.

Και τέλος στην πυρά της δεν υπάρχει.

Από τα δυο κανένα.

Συμβαίνει. Απλώς συμβαίνει η αγάπη.

Όπως συμβαίνει η θάλασσα.

 

ΕΦΤΑΣΤΕΡΟ

 

Εφτάφωτη λυχνία η αγάπη

Να φλέγεται

να φέγγει όσο καίει

– σήμα ακοίμητο,

από τον πόνο ιερωμένο.

Ο καπνός της,

κομμάτια φως,

πυκνά που να τ’ αγγίζεις,

πέτρα.

Και τ’ αναλώνει όλα.

Λέξεις και θώρακες,

το φόβο και την τύψη και τον πανικό,

ό,τι ανθρώπινο.

Γιατί πιο πριν

και πιο μετά

το πιο ανθρώπινο:

η αγάπη –

εφτάφωτη λυχνία.

Που φλέγεται

Και φέγγει όσο καίγεσαι.

 

ΚΡΟΝΟΣ

 

Φορές τις λέξεις μόνο κόκαλα τις απαρτίζουν

αιχμηρά: φωνήεντα.

Άλλες υπάρχουν μες στη σάρκα των συμφώνων

την ασπαίρουσα.

Η λέξη χρόνος, απλώς ανθρώπινη.

Έχει τα δυο της όμικρον, πανσέληνα τα μάτια σου.

 

ΖΟΥΜ –

 

Από της θάλασσας τον κόρφο

κόκκινη ανατέλλει η σελήνη,

δρεπάνι ακονισμένο απ’ τη λαχτάρα σου,

και με θερίζει.

Τα σώματα

στη γλώσσα λύνονται

του πόθου

στη γλώσσα δένονται

του πόνου,

πυκνώνουν στο βαθύ φιλί

σχεδόν αποσαρκώνονται,

ακίνητος επιταχύνεται ακάθεκτος ο χρόνος

 

Κι ας άμμος,

οριστική η αγάπη γράφεται

ότι τη γράφει ένα δρεπάνι έμπυρο

εκεί ακριβώς όπου η θάλασσα ουρανίζεται

(ΡΗΜΑΤΑ, 2009)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ