Ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης και η κριτική

4
1420

 

Του Λευτέρη Παπαλεοντίου.

 

Από τις πρώτες ποιητικές συλλογές του (1961 κ.ε.) ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης (γενν. 1940) κατάφερε να κερδίσει πολλές θετικές και εγκωμιαστικές κριτικές τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα, παρόλο που δεν έλειψαν οι επιφυλάξεις ή και οι έντονες αντιρρήσεις. Ανάμεσα στους πρώτους στην Ελλάδα που εγκωμίασαν την ποίησή του είναι ο ξεχωριστός ποιητής του μεσοπολέμου Τάκης Παπατσώνης, ο οποίος προλόγισε τη δεύτερη συλλογή του κύπριου συγγραφέα (Η άγνοια του νερού, 1967). Ακολούθως ο Γ. Π. Σαββίδης, με αφορμή το Αγγείο με τα σχήματα (1973), εξήρε τη «νέα εκφραστική ευλυγισία» και μίλησε για «πνευματικές τόλμες σχεδόν ασύλληπτες», αλλά δεν παρέλειψε να χαρακτηρίσει «λιγότερο ευτυχισμένες» τις προσεγγίσεις του καβαφικού ιστορισμού. Εξάλλου η Νόρα Αναγνωστάκη επαίνεσε στα ποιήματα της ίδιας συλλογής την «εκπληκτική πρωτοτυπία αντίληψης» και την «παρθενική λεκτική διατύπωση». Ακολούθησαν αρκετά κριτικά κείμενα, συχνότερα επαινετικά, ιδίως με αφορμή ποιητικές συλλογές του της περιόδου ύστερα από την τουρκική Εισβολή (κυρίως από την Αμμόχωστο Βασιλεύουσα κ.ε.).

Οι αντιρρήσεις της κριτικής θα επικεντρωθούν συνήθως στη σκοτεινότητα και τον ερμητισμό (Π. Παιονίδης, Α. Παστελλάς, Α. Πυλιώτης), στην «πόζα» και τη λεκτική επιτήδευση (Ε. Μαυρουδής, Μ. Μερακλής), στην «υπερβολικήν ελλειπτικότητα στην χρήση των αλληγοριών, συμβόλων και μύθων» (Γ. Π. Σαββίδης) ή, πιο πρόσφατα, στην αδυναμία υπέρβασης μιας «αφηγηματικής» περίτεχνης μανιέρας (Γ. Κεχαγιόγλου). Κάποτε οφείλονται και σε πιο ιδιοτελείς αντιδράσεις, στο πλαίσιο μιας εντόπιας λογοτεχνικής αντιζηλίας περί «ποιητικών στεφάνων», ανάδειξης, βραβεύσεων κτλ. (Α. Χριστοφίδης, Μ. Πιερής). Ένα πρώιμο παράδειγμα από την ελλαδική λογοτεχνική κριτική: σχολιάζοντας την τέταρτη συλλογή του Κυρ. Χαραλαμπίδη (Αχαιών Ακτή, 1977) ο Αντώνης Φωστιέρης δεν έκρυψε την αμηχανία και την αμφιθυμία του: σχολίασε ότι η ποίηση αυτή «μπορεί εξίσου να σε συγκλονίσει ή και να σε απωθήσει» […] «γλιστράει μέσ’ απ’ τα χέρια μου, με περιπαίζει, με εξαντλεί να την κυνηγώ. Αυτό που είπα στην αρχή: με προκαλεί. Αινιγματική, ερμητική, μου πετάει δεκάδες κλειδιά, που όμως δε βλέπω κανένα να ταιριάζει απόλυτα στην κλειδαριά της – κι αυτό που δίνει μια αναπάντεχη χαρά, ένας κλεφτοπόλεμος γοητευτικός που δε μπορείς να ξέρεις το τέλος του».

Ως κορυφαίες στιγμές στην ποίηση του Κυρ. Χαραλαμπίδη αναγνωρίζονται η Αμμόχωστος Βασιλεύουσα (1982) και ο Θόλος (1989), που αντλούν το θεματικό υλικό τους από την κυπριακή τραγωδία του 1974 και τα άμεσα παρεπόμενά της. Τα ποιήματα αυτά έχουν καταξιωθεί από τη φιλολογική όσο και τη λογοτεχνική κριτική (λ.χ. από τους Μ. Θεοδοσοπούλου, Γ. Κεχαγιόγλου, Μ. Μερακλή, Κ. Σταματίου, Μ. Τσιανίκα, Α. Χριστοφίδη κ.ά.), αλλά έχουν αγγίξει και ένα ευρύτερο κοινό – με τη συμβολή και της μελοποίησης. Αλλά και η Μεθιστορία (1995) έγινε ευνοϊκά δεκτή από την κριτική (λ.χ. από τους Δ. Δασκαλόπουλο, Δ. Ν. Μαρωνίτη, Π. Μπουκάλα και Β. Χατζηβασιλείου). Όπως φάνηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων, πάντως, η συλλογή αυτή αποτέλεσε ένα όριο στη διαμόρφωση της ποιητικής του Κυρ. Χαραλαμπίδη και στις γλωσσικοεκφραστικές της δυνατότητες.

Διότι για τα πιο πρόσφατα βιβλία του (Δοκίμιν, 2000· Κυδώνιον μήλον, 2006· Ίμερος, 2012· Στη γλώσσα της υφαντικής, 2013) η κριτική δεν είναι πια τόσο ενθουσιώδης ή τόσο θετική· εμφανίζεται πιο συγκρατημένη ή μουδιασμένη. Χωρίς να λείπουν οι ενθουσιώδεις τοποθετήσεις, οι ενστάσεις επανέρχονται ή ενδυναμώνονται, αν και συνήθως δεν κοινοποιούνται, συζητιούνται ιδιωτικά· φαίνεται ότι δεν είναι πια τόσο εύκολο να βγουν ομότεχνοι ή και πανεπιστημιακοί νεοελληνιστές είτε άλλοι κριτικοί και να εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους: ένα ζήτημα ερεθιστικό για τον μελετητή της λογοτεχνικής μας ιστορίας. Δείγμα έκδηλο η σχετικά πρόσφατη, φιλόδοξη συναγωγή κριτικών κειμένων για τον ποιητή, που καταρτίστηκε από τον Θ. Πυλαρινό (2009), όπου προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι φιλοξενούνται ελάχιστα κείμενα με αρνητικές επισημάνσεις. Πάντως, ακόμη και όσοι αναγνώρισαν τον Κυρ. Χαραλαμπίδη ως μείζονα ποιητή, δεν κρύβουν, περιστασιακά, τις επιφυλάξεις τους. Έτσι, ο Γ. Κεχαγιόγλου, στο τεύχος που αφιέρωσε στον ποιητή το πολύ καλό κερκυραϊκό περιοδικό Πόρφυρας (τχ. 124, Iούλ.-Σεπτ. 2007), καταθέτει «για έρευνα και απόδειξη» και τα παρακάτω: «1. Ο Χαραλαμπίδης είναι ποιητής μείζων ποσοτικά και ποιοτικά, ευρηματικότατος εικαστικά, αλλά μονότροπος ειδολογικά· 2. Ο Χαραλαμπίδης είναι ποιητής δομικά αναλυτικός όσο και συνθετικός, εκφραστικά ποικίλος, πολύσημος και χαμαιλεοντικός, αλλά και αρκετά επίμονος θεματολογικά· 3. Ο Χαραλαμπίδης είναι ποιητής ολύμπιος όσο και δαιδάλεος, λόγιος, θυμόσοφος και συνεπής, αλλά όχι λαϊκός, αμφίθυμος και δαιμόνιος».

Όπως και να ’χει, για τον ποιητή έχουν ήδη κυκλοφορήσει τρία αφιερώματα ελλαδικών περιοδικών (Θέματα Λογοτεχνίας, 1999· Πόρφυρας, 2007· Πάροδος, 2010) και δυο εκτενείς μονογραφίες (των Μ. Τσιανίκα και Θ. Πυλαρινού), παράλληλα με βραβεύσεις και άλλες τιμητικές διακρίσεις, οι οποίες κορυφώθηκαν το 2013 (Ακαδημία Αθηνών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών). Στις μέρες μας ο Κυρ. Χαραλαμπίδης είναι ο πιο γνωστός κύπριος ποιητής στην Ελλάδα, σε αντίθεση, π.χ., με τον παλιότερο Βασίλη Μιχαηλίδη που εξακολουθεί να παραμένει ο μεγάλος άγνωστος. Ούτε ο Κώστας Μόντης δεν έχει πια ανάλογη αναγνωστική ή κριτική υποδοχή (μάλλον και για τον λόγο ότι απουσιάζουν κατάλληλες εκδόσεις/επανεκδόσεις του έργου του), ενώ άλλοι σημαντικοί ποιητές (π.χ. Παντελής Μηχανικός, Θεοδόσης Νικολάου), μα και εκπρόσωποι της ίδιας της κυπριακής «Γενιάς του 1960» (όπως ο Κώστας Βασιλείου) παραμένουν παραγνωρισμένοι.

Τελειώνω με ένα σχόλιο σε μια πρόσφατη κριτική διαμάχη: Στο τελευταίο τεύχος του κυπριακού περιοδικού Άνευ (τχ. 48, 2013) έχουν δημοσιευτεί αρνητικά σχόλια για την ποιητική συλλογή Ίμερος του Κυρ. Χαραλαμπίδη από τον φιλόλογο Γιώργο Ρουσή και τον ποιητή Ανδρέα Πετρίδη. Ο τελευταίος κρίνει ότι «η πρόθεση τελικά του ποιητή να επανακάμψει στον χώρο ενός κρυπτικότερου και πιο περίτεχνου λόγου, με όχημα τον έρωτα και το θάνατο αυτή τη φορά, πιο πολύ αναλώνεται σ’ εντυπωσιακά και ανοίκεια λεκτικά σχήματα αντί να εκβάλει με σοφία και γνώση στη συναρπαστική καιριότητα της απλότητας». Στη συνέχεια, όμως, ο ποιητής και κριτικός Κ. Βασιλείου υπερασπίστηκε με σθένος την ποίηση του Κυρ. Χαραλαμπίδη, υποστηρίζοντας απολύτως «ολιστικά» τα εξής: «Αν είναι κακή η ποίηση του Ιμέρου, τότε είναι κακή ολόκληρη η ποίηση του Κ. Χαραλαμπίδη. Κι αν είναι καλή η προηγούμενη ποίησή του […], τότε δεν μπορεί ο Ίμερος να είναι τόσο κακός όπως του καταλογίζεται, για πέταμα» (εφ. Ένωσις, 26.10.2013). Η διαμάχη αυτή δείχνει τουλάχιστον το εξής: όποια κι αν είναι η πραγματικότητα, η κριτική εξακολουθεί να παραμένει αμφίθυμη ή και αμήχανη απέναντι σε ποιήματα για τα οποία ο χρόνος δεν έχει πει ακόμα την τελευταία του κουβέντα.

Θα μπορούσε, λοιπόν, ενδεχομένως να υποστηρίξει κανείς ότι ο μεγαλοφυής ποιητής, ιδίως στα πιο πρόσφατα βιβλία του ύστερα από τη Μεθιστορία, εγκλωβίζεται συχνά σε ένα εξεζητημένο, και μανιεριστικά κεκορεσμένο πλέον, ποιητικό ιδίωμα, σε «πόζες» και μορφικές επιτηδεύσεις, όσο και στην ενδημική στη νεοελληνική ποίηση (και εγκαίρως στιγματισμένη, από τον Ελύτη π.χ.) καταφυγή στα «δεκανίκια» του αρχαίου ή και του χριστιανικού μύθου ή και στον μεταμοντερνιστικά εξασθενημένο και κάποτε και κατατονικό εγκεφαλικό/διακειμενικό «διάλογο» είτε «δανεισμό» (με τον Καβάφη σε πρώτη ζήτηση): αυτός ο αυτοεγκλωβισμός εμποδίζει ίσως ακόμα τον Κυρ. Χαραλαμπίδη (όπως εμποδίζει και κάποιους αξιόλογους ελλαδίτες ποιητές) να αγγίξει την ώριμη απλότητα, να φτάσει σ’ αυτό που ονειρευόταν σε δύσκολους καιρούς ο Σεφέρης: «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη».

Και, αν χρειάζεται να εκφράσω εδώ μια πιο προσωπική γνώμη, θα έλεγα ότι – βάζοντας στην άκρη την εκτίμηση που εξακολουθώ να τρέφω για την τεχνική μαεστρία και φαντασία του πολυτιμημένου δοκιμιογράφου, μεταφραστή και ποιητή – χαίρομαι πολύ περισσότερο τα πιο πρόσφατα ποιήματα του Δημήτρη Κοσμόπουλου (Κρυπτόλεξο) και του Στέφανου Σταυρίδη (Σιωπηλοί τραυματιοφορείς) παρά αυτά που φιλοξενούνται Στη γλώσσα της υφαντικής.

 

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Εξαιρετικό κείμενο· ώριμο, μεστό και αντικειμενικό· με μια λέξη: φιλολογικό.

    • αντικειμενικότατος και πλήρης ο σχολιασμός της ποίησης του Κυριάκου Χαραλαμπίδη από τον Λευτέρη Παπαλεοντίου.¨εχω την ίδια άποψη για το εκτόπισμά του. Διαφωνώ όμως με την ολοκληρωτικής νοοτροπίας προσέγγιση του Κώστα Βασιλείου, που αναθεματίζει τον κριτικό διάλογο, χωρίς ν’ αγγίζει την ουσία με λογοτεχνικά επιχειρήματα ( αντιπαραβάλλει μάλιστα πρόσφατα κριτικά μου σχόλια για τον ΙΜΕΡΟ με την αντι-Μακαριακή “υστερία” ). Έλεος!

  2. Γενναία τοποθέτηση του κ. Παπαλεοντίου για ένα ποιητή που τον αγαπήσαμε από τα μαθήματα του δασκάλου μας στη Θεσσαλονίκη Γ. Κεχαγιόγλου. Έχει δίκιο όμως ο κριτικός: λίγοι λογοτέχνες γίνονται δραστικότεροι όσο μεγαλώνουν… Φίλος ο κ. Χαραλαμπίδης, φίλτερος ο Καβάφης, φιλτάτη δε η αλήθεια.

  3. Φοβούμαι πως ο Χαραλαμπίδης είναι ένας ποιητής που ο χρόνος θα τον μικράνει ή μάλλον θα τον φέρει στο πραγματικό του μέγεθος. Όχι ότι υπήρξε ποτέ μεγάλος ποιήτης. Η κριτική όμως φέρει μεγάλη ευθύνη για το που οδηγήθηκε ο εν λόγω ποιητής γιατί έμμεσα τον ώθησε σε αυτό το δρόμο.Μα τι θα πει μεγαλοφυής ποιητής . Το επίθετο κρίνεται άκρως αντιποιητικό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here