Τα βδελύγματα τραγουδούν ακόμα

6
651

 

Χρύσα Κακατσάκη.

Το ελληνικό γονίδιο του μανιχαϊσμού ξαναχτύπησε. Αυτή τη φορά με αφορμή ένα άρθρο του Δημήτρη Δημητριάδη που δημοσιεύτηκε προ ημερών στη Lifo. Αρκετοί bloggers και χρήστες των social media ένιωσαν την ανάγκη να πάρουν θέση, κάποιοι υπερθεματίζοντας για τις αμακιγιάριστες αλήθειες του και άλλοι πετώντας το περιεχόμενό του στο πυρ το εξώτερον. Το κείμενό του, φυσικά, δεν έχει καμιά σχέση με τον ήπιο και πλήρη νόστου σεφερικό στίχο «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει». Αντίθετα, είναι η πλήρης αντιστροφή της σολωμικής υπερβολής «κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου». Είναι ιστορικά γνωστή και επαναλαμβανόμενη η τάση σε περιόδους κρίσης ή εθνικών περιπετειών να αναζητούνται εξιλαστήρια θύματα. Συνήθως όμως τα βέλη στρέφονται κατά συγκεκριμένων προσώπων, όπως ο Σωκράτης που «ξέπλυνε» με την καταδίκη του σε θάνατο όλα τα λάθη που οδήγησαν στην ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο Κολοκοτρώνης που φυλακίστηκε τρις, χρεώνοντάς του οι τότε «ευρωλιγούρηδες» πολιτικοί την παρ’ ολίγον αποτυχία της Επανάστασης και την ανυπακοή του στα βαυαρικά κελεύσματα, οι έξι καταδικασθέντες στου Γουδή ως υπεύθυνοι για την Μικρασιατική καταστροφή κλπ. Αποτελεί ωστόσο σύμπτωμα των τελευταίων χρόνων, συγγραφείς και διανοούμενοι, να ξιφουλκούν κατά του λαού, μιας δηλαδή συλλογικής οντότητας, της οποίας τα ανομήματα όσο εύκολα μπορούν να καταμετρηθούν άλλο τόσο άνετα μπορούν να χαθούν μέσα στη γενίκευση. Και βεβαίως δεν μας εκπλήσσουν πλέον οι απόψεις του Π. Τατσόπουλου που έχει περάσει προ πολλού στη σφαίρα της χλεύης και της ανυποληψίας, ούτε η Σώτη Τριανταφύλλου που οι προκλητικές δηλώσεις της (εξ)υπηρετούν μια χαρά το promotion των βιβλίων της, ούτε καν οι φιλοσοφικοί στοχασμοί του Σ. Ράμφου, όταν είναι τόσο προφανής η πολιτική τους σκοπιμότητα. Ο Δημητριάδης ξένισε γιατί όσα, λογοτεχνική αδεία, περιέλαβε στο «Πεθαίνω σα χώρα», τα μηρυκάζει σε ένα άρθρο του οποίου η κατακλείδα δεν διαφέρει και πολύ από την απλουστευμένη διαπίστωση της Α. Λυμπεράκη «φτάσαμε εδώ που φτάσαμε γιατί οι φτωχοί κάνουν λάθος επιλογές». Ξένισε το οξύ ύφος του που είναι στον ύψιστο βαθμό δηκτικό και ελάχιστα δεικτικό. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί επανειλημμένως το ρήμα βδελύσσομαι και όλα του τα παράγωγα. Θεωρώντας τον εαυτό του γνήσιο απόγονο της αριστοκρατικής πολιτείας του Πλάτωνα, δεν θα μπορούσε να αρκεσθεί στο ευρέως χρησιμοποιούμενο συνώνυμο «απεχθάνομαι», ούτε βεβαίως στο λαϊκότερο «σιχαίνομαι» που ενδεχομένως να τον ταύτιζε, έστω δια της γλωσσικής οδού, με την πλέμπα. Κοντολογίς, χάσαμε το μέτρο. Μεταξύ των ακραίων Ελληναράδων που εκστασιάζονται σαν τους Αναστενάρηδες μπροστά στα φαντάσματα των Σαλαμινομάχων και εκείνους που ρίχνουν με περισσή ευκολία τον λίθο του αναθέματος στον «καταστροφέα και καταστροφικό λαό», υπάρχουν και κείνοι που προβληματίζονται ψύχραιμα για το «τις πταίει» και πασχίζουν με τις λιγοστές τους δυνάμεις να σώσουν οτιδήποτε αν σώζεται και συνένοχοι στο φόνο να μη γίνουν. Ανάμεσα σ’ αυτόν το λαό, που ο Δ. Δημητριάδης βδελύσσεται, υπάρχουν άνθρωποι σαν τον φούρναρη της Κω, του οποίου η στάση ζωής διόλου δεν αμαυρώνεται από τις αναφορές του Γιούνγκερ. Υπάρχουν εκατοντάδες εθελοντές που καταθέτουν αγόγγυστα τις συναισθηματικές τους αποταμιεύσεις στην τράπεζα αλληλεγγύης που στήθηκε για να συνδράμει το δράμα των προσφύγων. Ανδρες και γυναίκες που, ειδικά τα τελευταία χρόνια της κρίσης, στρατεύθηκαν ανιδιοτελώς σε πρωτοβουλίες κοινωνικής δράσης. Μόλις προχθές έπεσε το μάτι μου σε μια είδηση για εθελοντές που δανείζουν τα μάτια τους και τη φωνή τους, διαβάζοντας βιβλία κατ’ οίκον σε τυφλούς, άτομα με σοβαρά κινητικά προβλήματα, αλλά και σε ιδρύματα με παιδιά και ηλικιωμένους. Μεταξύ αυτών και μέλη της «διεφθαρμένης, κούφιας, επιπόλαιας, και απερίσκεπτης νεολαίας» που στα διαλείμματα των σπουδών τους βρίσκουν χρόνο να δείξουν τη συμπαράστασή τους στον πάσχοντα άνθρωπο. Θεατές που γεμίζουν αίθουσες με καλές παραστάσεις και ταινίες και αντιστέκονται με την τέχνη στον στρόβιλο της πραγματικότητας. Ηλικιωμένοι που μέσα στη συλλογική θαλπωρή του καφενείου, αναπαράγουν στις κουβέντες τους για τις περικοπές των συντάξεων, έστω και άτεχνα, την εκκλησία του δήμου. Ανάμεσα σ’ αυτό το λαό «βδέλυγμα», υπάρχουν άνεργοι που λιώνουν τις σόλες των παπουτσιών τους αφήνοντας βιογραφικά και χαμηλώνουν το βλέμμα όταν στήνονται στις ουρές των συσσιτίων, για να μη φανεί η ναυαγισμένη τους αξιοπρέπεια. Ναι…μπορεί να είναι αυτοί ο χορός της αρχαίας τραγωδίας που αναδείχτηκαν σε πρωταγωνιστές, ερήμην των ποιητών, και να αναζητούν κάποιο πανηγύρι στην επαρχία, απ’ αυτά που γίνονται ακόμα, για να συμμετάσχουν στην τελετουργική διαδικασία της κάθαρσης. Και αν επαληθευθούν οι λανθάνουσες προβλέψεις σας, και η καταστροφικότητα ή αυτοκαταστροφικότητα αυτού του λαού τον οδηγήσει μέχρι την αυτοχειρία, τότε να είστε σίγουρος κ. Δημητριάδη πως στην κηδεία του θα ακουστεί ένα ηπειρώτικο μοιρολόι, ένας παλλόμενος καημός, όπου κάθε νότα του θα παλεύει να κρατηθεί όρθια, χωρίς να ζητήσει τη βοήθειά σας για να αποφύγει την επερχόμενη ψυχική κατάρρευση. Γιατί εσείς δεν θα είστε εκεί, αλλά λίγο παραπέρα να κάνετε εμετό με την ησυχία σας.

6 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Συγχαρητήρια για την νηφάλια κριτική σας ενός υστερικού κειμένου. Και για την ποιητική κατακλείδα, οπωσδήποτε.

  2. Ο ποιητής τά λέει θαυμάσια.Γιατί ταράζεστε τόσο; Μάλλον αναγνωρίζετε τήν αλήθειά του…

  3. Eίναι σαφές πως το κείμενο του Δημητριάδη δεν αναφέρεται σ’ όλες αυτές τις κατηγορίες ανθρώπων που ξεχωρίζετε εσείς… κατά τα άλλα, ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω την χρησιμότητα του δικού σας κειμένου…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here